<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-1062684091691044538</id><updated>2011-08-15T03:22:51.395+03:00</updated><category term='Κεφάλαιο 03'/><category term='Κεφάλαιο 05'/><category term='Κεφάλαιο 06'/><category term='Κεφάλαιο 07'/><category term='Κεφάλαιο 02'/><category term='Κεφάλαιo 01'/><category term='Κεφάλαιο 10'/><category term='Κεφάλαιο 09'/><category term='Κεφάλαιο 14'/><category term='Κεφάλαιο 11'/><category term='Κεφάλαιο 12'/><category term='Κεφάλαιο 13'/><category term='Κεφάλαιο 08'/><category term='Κεφάλαιο 04'/><title type='text'>Χίμαιρας Εγκώμιον</title><subtitle type='html'>Μυθιστόρημα</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Παναγιώτης Σιμιτσής</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15330781836782875452</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp3.blogger.com/_a0TXxass-DM/R106Y_rFA-I/AAAAAAAAADw/S-8W8EGCmvw/S220/DSC00946.JPG'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>14</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1062684091691044538.post-6928544226470120713</id><published>2009-05-18T03:31:00.006+03:00</published><updated>2009-07-01T23:49:34.589+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κεφάλαιο 14'/><title type='text'>Κεφάλαιο 14</title><content type='html'>&lt;div style="font-weight: bold;" align="center"&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;ΕΠΙΛΟΓΟΣ&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/_a0TXxass-DM/Sku8h8sH7ZI/AAAAAAAAAUM/W4oCwdVVxB8/s1600-h/The_Scream.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer; width: 320px; height: 400px;" src="http://4.bp.blogspot.com/_a0TXxass-DM/Sku8h8sH7ZI/AAAAAAAAAUM/W4oCwdVVxB8/s400/The_Scream.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5353579873472867730" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Έτρεχε… όλο έτρεχε. Μπροστά του πήγαινε με τα τέσσερα το αόρατο δαιμόνιο που έχει κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά φιδιού. Ο Ντανιέλ έτρεχε ξοπίσω του δίχως να το βλέπει, σαν να το κυνηγούσε. Κάποτε έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας του, λουσμένος στον ιδρώτα. Ξεκλείδωσε την εξώπορτα και όρμησε στο διάδρομο. Βρισκόταν τώρα μες στον ανελκυστήρα. Δεν ανέβαινε στον όροφο του διαμερίσματός του· ανέβαινε προς την ταράτσα.&lt;br /&gt;Δεν ήταν δυνατό να είχαν συμβεί όλα αυτά, όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου, οι άγνωστης και σκοτεινής προέλευσης μηχανορραφίες εις βάρος του, αυτή η φαρσοκωμωδία με πρωταγωνιστή τον ίδιο.  Δεν ήταν η οργιώδης φαντασία του εκείνη που τον είχε αφιονίσει και τον είχε ρίξει στο αιματηρό παιχνίδι. Όχι… όχι. Ήταν αυτό το βδελυρό, χαμερπές ερπετό που λαθροβιούσε εντός του και του κατέτρωγε τα σωθικά σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο σατανικός αυτός αυτουργός της οδύσσειάς του. Και ήταν αυτή, «η Οδύσσεια της μιας ημέρας», το έργο στο οποίο πρωταγωνιστούσε, δίνοντας ένα ρεσιτάλ μαζοχιστικής τραγικότητας. Ο μικρός Βελζεεβούλ των σαθρών λαγουμιών του υποσυνειδήτου του ήταν ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ο Ντανιέλ έπρεπε να υποδυθεί το γιο του Λαΐου και της Ιοκάστης, επιστρατεύοντας όλη την εφευρετικότητα που διέθετε. Επί ένα ολόκληρο, σχεδόν, εικοσιτετράωρο διήρκησε η πρεμιέρα του έργου, απέναντι σ’ ένα κοινό από σκιερές και αλλοπρόσαλλες υπάρξεις. Και τώρα που πλησίαζε το μεγάλο φινάλε και όλοι περίμεναν το ενθουσιώδες χειροκρότημα της πλατείας και των θεωρείων, λίγο πριν το κλείσιμο της αυλαίας, ο Ντανιέλ βρέθηκε στο δωδέκατο πάτωμα της πολυκατοικίας.&lt;br /&gt;Κυριευμένος από ακατάβλητη φρενίτιδα, όρμησε προς τα σκαλιά που οδηγούσαν στην ταράτσα. Στάθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα και έβγαλε μηχανικά από την τσέπη του τα κλειδιά. Τα ξεδιάλεξε ένα – ένα: αυτό ήταν του διαμερίσματός του, το άλλο του ιατρείου του, το αμέσως επόμενο του γραφείου του στη Σχολή, το τέταρτο στη σειρά ήταν του αυτοκινήτου του. Με τρεμάμενα χέρια έπιασε το πέμπτο κλειδί, το έχωσε ανυπόμονα μες στην κλειδαριά και άνοιξε την πόρτα που έβγαζε σε ένα τσιμεντένιο πλάτωμα, την ταράτσα. Εκεί θα συναντούσε τη Μοίρα του. Σ’ αυτό το επίπεδο, πενήντα μέτρα πάνω από τους δρόμους της πόλης, θα μετουσιωνόταν σε απόλυτο Μηδέν, θα μεθίστατο σε πλέρια, ακραιφνή Ελευθερία. Εκεί θα συναντούσε την Ανώτατη Ύπαρξη που τον περίμενε υπομονετικά με ολύμπια αταραξία.&lt;br /&gt;Ο νους του Ντανιέλ είχε τριχοτομηθεί από τον πέλεκυ της αλλοφροσύνης την οποία πηδαλιουλκούσε με σταθερό ρυθμό ο μικρός Μεφιστοφελής εντός του.&lt;br /&gt;Ένα μικρό τμήμα του μυαλού του χρησίμευε για την ελάχιστη διατήρηση της επαφής με την πραγματικότητα. Τα μάτια του έβλεπαν και τα οπτικά νεύρα, ξεφυτρωμένα πίσω από τους βολβούς, έστελναν τα είδωλα στον εγκέφαλο για να τα επεξεργαστεί και να τα απαρτιώσει. Τα αυτιά του άκουγαν και οι ήχοι, αφού κωδικοποιούνταν στο δυαδικό σύστημα, στέλνονταν κι αυτοί στον εγκέφαλο. Η μύτη του οσφρυζόταν και οι μυρωδιές συμπλήρωναν την εικόνα του έξω κόσμου.&lt;br /&gt;Το δεύτερο και μικρότερο τμήμα του μυαλού του συνέδεε το πρώτο τμήμα με το τρίτο, το μεγαλύτερο και σημαντικότερο, εκείνο της υποκειμενικής αντίληψης. Αυτό το τμήμα μες στον εγκέφαλο του Ντανιέλ ήταν παραφύσει διογκωμένο και στρεβλωμένο από μια αόρατη κι αδέξια τανάλια πάνω στο ανένδοτο, σκληρό αμόνι της τρέλας. Ήταν ένα ολάκερο εργαστήρι της Κόλασης, όπου απλά, συνήθη αντικείμενα εισέρχονταν στον κλίβανο και εξέρχονταν απ’ αυτόν έχοντας πάρει μυριάδες διαφορετικές μορφές, ολοζώντανες και μεγεθυσμένες στις διαστάσεις γιγάντων, ή σμικρυσμένες στα ασφυκτικά όρια νάνων, άλλες αυστηρές και σκυθρωπές και άλλες ιλαρές και γελοίες. Μια λεγεώνα τυράννων είχε κατασκευαστεί εντός του και τον ταλάνιζαν ανελέητα, υποσχόμενοι σ’ αυτόν την ύστατη μέθεξη με την υπαρξιακή Ελευθερία, μέσα από διαδοχικές δοκιμασίες εξαγνισμού στον τελετουργικό βωμό βακχικών ανοσιουργημάτων. Στο τρίτο αυτό τμήμα του μυαλού του, σ’ αυτό το παράξενο εργαστήρι, ένας μικροσκοπικός Ήφαιστος χτυπούσε αδιάκοπα με το σφυρί του με ακατάβλητη μανία δημιουργικότητας.&lt;br /&gt;«Αχ, δρόμοι της Ελευθερίας, πόσο φασματικοί είστε! Κι εσύ Ελευθερία, πόσο ομοούσια με την Ανυπαρξία!»&lt;br /&gt;Εμπύρετος, κάθιδρος, τρελός από αγωνία, έτρεξε ένα γύρω την περιφέρεια της ταράτσας. Σε κάθε γωνιά που έφτανε χτυπούσε με το σώμα του στα σιδερένια κάγκελα που τον χώριζαν από την άβυσσο που έχαινε στην αντίπερα μεριά. Αυτά τα χαμηλά κάγκελα ήταν το μοναδικό παραπέτασμα ανάμεσα στο Ντανιέλ και στην Αιωνιότητα. Κι όσο χαμηλά κι αν ήταν, εντούτοις, έμοιαζαν με κυκλώπεια τείχη, απόρθητα και ανυπέρβλητα. Μια στάλα λογικής που είχε απομείνει μες στο μυαλό του, τον εμπόδιζε σθεναρά να πηδήξει στο κενό.&lt;br /&gt;Όλα προκαθορισμένα, προαποφασισμένα. Πόρισμα ατελείωτων ωρών επιτελικών ασκήσεων επί χάρτου. Ολάκερη η ζωή του ένα άθλιο συνονθύλευμα επάλληλων συνεπειών ενός και μόνου αρχικού γεγονότος, όμοια με ντόμινο περίτεχνα στημένο ώστε να εξασφαλιστεί η πτώση και του τελευταίου κομματιού. Ο Μεφιστοφελής του, η αποτρόπαιη αυτή χίμαιρα, θρεφόταν και πάχαινε στρογγυλοκαθισμένος στο θρόνο της ψυχής του, μασουλώντας επί χρόνια την ασίγαστη φιλοδοξία του υποχείριού του.&lt;br /&gt;«Τρισάθλιο, τρισκατάρατο γέννημα και θρέμμα της κενοδοξίας μου, ας επαίρεσαι και ας θριαμβολογείς για όσα ως τώρα έχεις προκαλέσει εντός μου! Μα σ’ ένα και μόνο πράγμα σου εφιστώ την προσοχή: Απόψε, μαζί μ’ εμένα θα χαθείς κι εσύ. Απόψε θα ελευθερωθώ από τα δεσμά σου!&lt;br /&gt;»Μια ολάκερη ζωή σε λίγες στιγμές ελευθερίας… μια ολάκερη ζωή για λίγες στιγμές ελευθερίας…&lt;br /&gt;»Σου πουλώ, ω Τέρας, τη ζωή μου όλη για τις λίγες τελευταίες στιγμές του απόλυτου μηδενός. Σε διαβεβαιώ πως η ανταλλαγή είναι απόλυτα δίκαιη και τίμια. Όλη μου η ζωή νόμισμα ακριβότερο δεν αξίζει. Ελεύθερος είσαι ν’ αγοράσεις, όπως ελεύθερος να πουλήσω είμαι κι εγώ. Στο βάθος είμαστε ένα και το αυτό. Δεν είσαι τίποτα περισσότερο από μια παραμορφωμένη μάσκα, μια μάσκα τόσο αληθινή και έντιμη ως προσωπείο, αλλά τόσο κίβδηλη και ανέντιμη ως πρόσωπο».&lt;br /&gt;Και τότε η χίμαιρα, όμοια τρομερή και άγρια όπως την είχε αντικρίσει στον καθρέφτη του δωματίου του, εμφανίστηκε μπροστά του και του μίλησε αυστηρά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Μιλάς περίτεχνα κι αποπροσανατολιστικά.&lt;br /&gt;Μα, αν το καλοσκεφτείς,&lt;br /&gt;εκείνο που συμφέρον είναι για σένα,&lt;br /&gt;ενίοτε το μανδύα της απλότητας και της ειλικρίνειας ντύνεται.&lt;br /&gt;Μην, λοιπόν, με στολίδια περισσά και τορνευτές&lt;br /&gt;θεατρινίστικες ατάκες, τη συμφορά σου, ω αλίμονο, επισπεύδεις.&lt;br /&gt;Μη φοβάσαι σε μένα ν’ ανοιχτείς·&lt;br /&gt;τα εσώψυχα και τις φοβίες σου τις μυχιότερες, ενώπιόν μου,&lt;br /&gt;υπό το φως αλήθειας ν’ αποβάλλεις.&lt;br /&gt;Εγώ, εξάλλου, από τα μέσα σε γνωρίζω&lt;br /&gt;και ξέρω τι πρόκειται να πεις,&lt;br /&gt;πριν καλά – καλά το στόμα σου ανοίξεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Ω, τρισκατάρατο ον!&lt;br /&gt;Φορές πολλές την ψυχή μου ανενδοίαστα&lt;br /&gt;κι ανερυθρίαστα βίασες κι ατίμασες.&lt;br /&gt;Γιατί, λοιπόν, τώρα να σταματήσεις το ανίερό σου&lt;br /&gt;έργο στην ψυχή μου επάνω;&lt;br /&gt;Τη δουλειά σου καλά γνωρίζεις· κάνε την.&lt;br /&gt;Μα κι εγώ πιότερο από σένα καλός δεν είμαι·&lt;br /&gt;μονάχα που οι πράξεις μου στη φύση μου αντιβαίνουν,&lt;br /&gt;ενώ εσύ, φύσει στυγνός και δόλιος, τις πράξεις σου&lt;br /&gt;ανομολόγητα εύκολα κι ανεμπόδιστα επιτελείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Ησύχασε και ηρέμησε θνητό μου είδωλο.&lt;br /&gt;Προς Θεού, δεν είμαι ‘δώ για να σε καταστρέψω,&lt;br /&gt;όμοια με τον κυνηγό που θήραμα ζητά για να σκοτώσει&lt;br /&gt;κι έστω κι αν ζώο μεγαλόσωμο θέλησε εξαρχής,&lt;br /&gt;το ελάχιστο κοτσύφι σημαδεύει.&lt;br /&gt;Είμαι κοντά σου, δίπλα σου, εντός σου,&lt;br /&gt;να σου σταθώ θέλοντας σα γνήσιος αλτρουιστής&lt;br /&gt;και ιδεαλιστής συνάμα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Πρόστυχο απολειφάδι, καιροσκόπε αδίστακτε,&lt;br /&gt;πώς τολμάς το Θεό στο στόμα σου να βάζεις;!&lt;br /&gt;Πώς μπορείς να επικαλείσαι επαίσχυντα οντότητες,&lt;br /&gt;που, από καιρούς παλιούς, παλιότερους κι από το δικό σου,&lt;br /&gt;έπαψαν να υπάρχουν;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Βλάσφημος μη γίνεσαι, Ντανιέλ αγαπημένε.&lt;br /&gt;Μέσα σου βαθιά πως ο Θεός υπάρχει ξέρεις.&lt;br /&gt;Υπάρχει σε κάθε σου κίνηση,&lt;br /&gt;σε κάθε απόφαση, σε κάθε σταυροδρόμι.&lt;br /&gt;Υπάρχει στα βιβλία που σε γαλούχησαν,&lt;br /&gt;στους φυσικούς νόμους που στη Σχολή διδάσκεις,&lt;br /&gt;στις γυναίκες που αγάπησες,&lt;br /&gt;στη μάνα που σε γέννησε…&lt;br /&gt;Δύσκολο το Θεό ν’ απαρνηθείς, αν και&lt;br /&gt;οντότητα πολύ νεότερη από εμένα Αυτός είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Όμοια δύσκολο είναι για κάποιον που σε κλουβί γεννήθηκε&lt;br /&gt;και μέσα εκεί ως τα βαθιά γεράματα να ζει καταδικάστηκε,&lt;br /&gt;από τον ιδρυματισμό μεμιάς ν’ απαλλαγεί&lt;br /&gt;και σ’ αχανείς λειμώνες να καλπάσει.&lt;br /&gt;Όσο, όμως, κι αν ακατόρθωτο θεωρείται κάτι τέτοιο,&lt;br /&gt;εγώ σήμερα, χωρίς καμία πείρα σε καταστάσεις&lt;br /&gt;ταιριαστές σε αθανάτους μάλλον, παρά σε κοινούς θνητούς,&lt;br /&gt;πετώ πάνω από σένα και το σινάφι σου ολάκερο,&lt;br /&gt;πάν’ απ’ τη δύσμοιρη ανθρωπότητα και την οικτρή πραγματικότητα·&lt;br /&gt;μόνος στη μοναδικότητά μου,&lt;br /&gt;μοναδικός στη μοναξιά μου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Σώπασε!&lt;br /&gt;Πολύ υπερφίαλος για να σωθείς αποδεικνύεσαι.&lt;br /&gt;Ω, άμοιροί μου λόγοι,&lt;br /&gt;Σε τι ακλόνητο εφορμάτε τοίχο!&lt;br /&gt;Ένα μονάχα μάθε: πως αν του ευεργετούμενου η ευγνωμοσύνη&lt;br /&gt;στιγμή μονήρη χαράς κι ικανοποίησης στον ευεργέτη φέρνει,&lt;br /&gt;ισόποσα κι ακόμη περισσότερο η αχαριστία&lt;br /&gt;σε θλίψη και οργή τον τελευταίο βυθίζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Για ποια ευγνωμοσύνη κι αγνωμοσύνη μου μιλάς;&lt;br /&gt;Έννοιες άγνωρες σε σένα αμφότερες είναι.&lt;br /&gt;Σε κανένα δε χρωστώ μήτε τη μια, μηδέ την άλλη.&lt;br /&gt;Σ’ αυτές τις στερνές στιγμές μου,&lt;br /&gt;άγνωστο ποιας αλήθειας πεφωτισμένος,&lt;br /&gt;της αυθυπαρξίας, του αυτεξούσιου&lt;br /&gt;και της αυτοδιάθεσής μου λαμβάνω γνώση·&lt;br /&gt;αντίθετα μ’ εσέ, που στις αποφάσεις μου έρμαιο μοιάζεις,&lt;br /&gt;όμοια με καρυδότσουφλο που και η ελάχιστη ακόμη&lt;br /&gt;θαλάσσια κύμανση εδώ κι εκεί το παρασέρνει.&lt;br /&gt;Γελώ μαζί σου, τραγική χίμαιρα, οικτρέ μου εαυτέ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Χαρά μεγάλη κι ευφροσύνη το «είναι» μου πλημμύρισε!&lt;br /&gt;Το όνομά μου πρόφερες·&lt;br /&gt;τι άλλο αξίζει πιότερο από την αναγνώριση;!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Ώστε, αλήθεια, εγώ είμαι εσύ;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Και όχι μόνο…&lt;br /&gt;Τις πολύτιμες αντιστροφές των όρων μην ξεχνάς,&lt;br /&gt;γιατί χάνεις έτσι την αλήθεια.&lt;br /&gt;Εσύ είσαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ, τ’ ανάστροφο και πάλι.&lt;br /&gt;Η αλήθεια με δυο αντικριστούς καθρέφτες μοιάζει·&lt;br /&gt;καθένα απ’ τα είδωλα το άλλο αντικρίζει,&lt;br /&gt;αλλά καθένα απ’ αυτά τα δυο επίσης,&lt;br /&gt;ζωή ξεχωριστή κι αυτόνομη έχει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Δάσκαλος δικός μου να είσαι δεν αξίζεις.&lt;br /&gt;Κανείς δεν έμαθε απ’ τη χίμαιρα&lt;br /&gt;κάτι αξιολογότερο απ’ το Μηδέν το ίδιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Καμιά φορά, Μηδέν και Όλον σε τίποτα δε διαφέρουν·&lt;br /&gt;και η μεταξύ τους διαφορά τόσο μικρούλα είναι&lt;br /&gt;που δύναται στο μάτι μιας βελόνης να χωρέσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Εσύ, λοιπόν, που με κομπασμό περίσσιο διατείνεσαι&lt;br /&gt;πως όλα τα γνωρίζεις, παρακαλώ να μου εξηγήσεις:&lt;br /&gt;ποια η λεπτή διαφορά ανάμεσα σε δύο τέτοιες έννοιες;&lt;br /&gt;Την αβάσταχτη ελαφρότητα της αφέλειάς μου&lt;br /&gt;παρακαλώ συγχώρεσε, μιας και&lt;br /&gt;μπρος σ’ ένα Κολοφώνα γνώσεων και πνεύματος&lt;br /&gt;όπως του λόγου σου είσαι,&lt;br /&gt;οικτρό και ασήμαντο υποκείμενο, εγώ, υποκλίνομαι&lt;br /&gt;και ταπεινά τη φώτισή σου αποζητώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;(Σωπαίνει αινιγματικά)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Τον ανώτερο, επομένως, εμένα μη μου κάνεις,&lt;br /&gt;γιατί με τα δυο μου χέρια την τύχη σου,&lt;br /&gt;άθυρμα ανίκανο κραδαίνω,&lt;br /&gt;μιας κι όπως μου αποκάλυψες:&lt;br /&gt;εγώ είμαι εσύ, κι εσύ είσαι εγώ.&lt;br /&gt;Μη βιάζεσαι, λοιπόν, από τούτο εδώ το πλάτωμα&lt;br /&gt;να σε κατακρημνίσω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Φοβούμενος τις απειλές σου και σύγκορμος τρέμοντας,&lt;br /&gt;όπως τα φύλλα τα σαθρά στον φθινοπωρινό αέρα,&lt;br /&gt;το στόμα μου στεγανά να σφαλίσω ωφελεί&lt;br /&gt;και στο δρόμο σου από λάθος μου ποτέ να μην παρεμβληθώ·&lt;br /&gt;αφού υπόσχεση και, σύνωρα, κατάρα παίρνω&lt;br /&gt;πως αν τ’ αντίθετα εγώ πράξω,&lt;br /&gt;την τύχη του άμορφου κονιορτού θα πάω να συναντήσω.&lt;br /&gt;Φοβούμαι σε, αδερφέ μου…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Γελά ηχηρά καταπρόσωπο του Ντανιέλ)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Τις ειρωνείες και τα δηκτικά, πικρόχολά σου σχόλια&lt;br /&gt;για τον εαυτό σου κράτησε…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Για σένα, δηλαδή…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Γελά και πάλι)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παιχνίδι αυτό μεγάλο κέφι αρχίζει να μου προκαλεί.&lt;br /&gt;Γι αυτό να συνεχίσεις σε παρακαλώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Πισσωμένα σκότη κι ερέβη ζοφερά·&lt;br /&gt;κι εσείς σύννεφα που το θόλο τ’ ουρανού καταπλακώνεται,&lt;br /&gt;τις στερνές αυτές στιγμές της ζήσης μου&lt;br /&gt;κι απ’ τ’ ολύμπιο υψόμετρο όπου βρίσκομαι,&lt;br /&gt;το βλέμμα προς τα κάτω δε φελά να ρίξω&lt;br /&gt;προκειμένου το άθλιο τούτο πλάσμα απέναντί μου ν’ αντικρίσω!&lt;br /&gt;Όρκο βαρύ παίρνω πως σε καμιά περίπτωση&lt;br /&gt;την ανάβαση απ’ τα ριζά του όρους δε θ’ αρχίσω πάλι,&lt;br /&gt;στο βάθρο που είμαι τώρα για να ξανανέβω·&lt;br /&gt;στο όνομα μηδενός εγωισμού κι εκδίκησης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΙΜΑΙΡΑ&lt;br /&gt;Μίλησες, η ακοή μου αν δε μ’ απατά, για στερνές στιγμές.&lt;br /&gt;Συμβόλαιο με το μέλλον, όσο μακριά η μνήμη μου κι αν τρέξει,&lt;br /&gt;κανείς στην πλάση ετούτη, ή οποιαδήποτε άλλη,&lt;br /&gt;ποτέ δεν έχει υπογράψει.&lt;br /&gt;Πρωτοπορία σαν κι αυτή μόνο εσύ διεκδικείς.&lt;br /&gt;Σε προκαλώ ν’ ανακαλέσεις…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Χτύπησε με άγρια μανία τις οπλές των πίσω ποδιών της στο έδαφος και βρυχήθηκε).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Θέλεις να με φοβίσεις,&lt;br /&gt;της απόφασής μου τ’ ακλόνητα θεμέλια να διαβρώσεις·&lt;br /&gt;πιστεύω και ιδέες, που εσύ ο ίδιος&lt;br /&gt;μου φανέρωσες την ίδια τούτη μέρα,&lt;br /&gt;χιμάς για να σφετεριστείς.&lt;br /&gt;Ποιος, τέλος πάντων είν’ ο ρόλος σου;&lt;br /&gt;Πόσα τα προσωπεία σου;&lt;br /&gt;Ποιοι, τάχα, οι ανίεροι ή ιεροί σου σκοποί σου;&lt;br /&gt;Ποιοι, τέλος, στάθηκαν οικτροί γεννήτορές σου;&lt;br /&gt;Πες μου, λοιπόν, κι εμένα·&lt;br /&gt;λίγη απ’ τη φώτισή σου δώσε μου, σε ξορκίζω…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Η χίμαιρα εξαφανίστηκε, το ίδιο αιφνίδια κι απρόσκλητα όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί πάνω στην ταράτσα).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα, πού πήγες, γιατί εξαφανίστηκες;&lt;br /&gt;Μήπως ανίκανο για να θωρήσω εσέ με κρίνεις&lt;br /&gt;και τους πιστούς απ’ τους άπιστους είναι ώρα να ξεκρίνεις;&lt;br /&gt;Εν τέλει, στην αιματοβαμμένη αρένα μονομάχοι&lt;br /&gt;εσύ κι εγώ, μονάχοι θα βρεθούμε.&lt;br /&gt;Η εξαφάνισή σου λίγο μ’ ανησυχεί προς το παρόν·&lt;br /&gt;η μοίρα μας προκαθορισμένη είναι:&lt;br /&gt;στο αίμα θα κυλιστούμε αμφότεροι.&lt;br /&gt;Μα, τη στιγμή της κρίσιμης καμπής,&lt;br /&gt;την ώρα, που με χρόνου διαστάσεις αδυνατεί κανείς να πει,&lt;br /&gt;νικητής εγώ θα εγερθώ πάνω απ’ τ’ άψυχο κορμί σου&lt;br /&gt;και το βρομερό κι απαίσιο κεφάλι σου&lt;br /&gt;τρόπαιο ιαμβικό στα χέρια μου θα κραδαίνω.&lt;br /&gt;Εντάξει, λοιπόν, για τώρα εξαφανίσου·&lt;br /&gt;την ελεεινή σου ύπαρξη με λίγες επιπλέον στιγμές ζωής αντάμειψε.&lt;br /&gt;Ωστόσο, μπροστά στην ατελείωτη κι ατέρμονη Ανυπαρξία,&lt;br /&gt;λίγες στιγμές ζωής, μήτε με μικροσκόπιο δεν είναι ορατές…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγο μετά από τη στιγμή που η χίμαιρα εξαφανίστηκε το Ντανιέλ περικύκλωσαν, εν είδει αρχαίου θεατρικού χορού πάνω στης ταράτσας τη σκηνή, μαυροντυμένες, τεθλιμμένες, θρηνωδοί υπάρξεις, ίδιες φασματικές κι αόριστες σκιές, που έσερναν βαρύ το βήμα τους σα να τραβούσαν ξοπίσω τους όλο το βάρος του κόσμου. Ήταν πολύ κοντά του, ολόγυρά του, μα έμοιαζαν συγχρόνως απείρως μακρινές κι απρόσιτες. Τα πρόσωπά τους ήταν βυθισμένα μες στο σκοτάδι που δημιουργούσαν οι φλογόσχημες κουκούλες τους και τα σώματά τους ήταν καλυμμένα με καλογερίστικα, χοντροραμμένα ράσα. Εξαιτίας αυτής τους της εμφάνισης, έμοιαζαν με προχριστιανική πομπή Δρυίδων πάνω σε υγρά, κρουσταλλιασμένα λιβάδια του Βορρά. Αίφνης, η πομπή αυτή, αυτός ο κύκλος των πενθούντων σκιών, σταμάτησε το μοιρολόι και αρχίνισε το χορό, με βήματα υπάκουα σε περιοδικούς, ρυθμικούς χρόνους, καθορισμένους από το μονοφωνικό, πρωτόλειο ήχο κάποιου αυλού που δεν έφτανε ως τα αυτιά του Ντανιέλ. Ένας κρυμμένος στα σκοτάδια Πάνας φυσούσε στον αυλό του και ο κύκλος των σκιών λικνιζόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΟΡΟΣ&lt;br /&gt;Οι κλαυθμοί και οι οδυρμοί σου&lt;br /&gt;σε άσπλαχνης τραχύτητας θα πέσουν τοίχο·&lt;br /&gt;μιας και παλλόμενη καρδιά σε κύτος θώρακα&lt;br /&gt;κανείς ημών δε φέρει.&lt;br /&gt;Αλίμονο σε ζωντανό που σε νεκρούς μιλά…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο χορός των σκιών, μόλις απόσωσαν τα λόγια τους, έκαναν στενότερο τον κύκλο τους γύρο από το Ντανιέλ. Τότε μια σιλουέτα σκιερή ξεχώρισε κάνοντας τρία βήματα μπροστά από τις υπόλοιπες. Με αργές, τελετουργικές κινήσεις τράβηξε από πάνω της την κουκούλα και την έριξε πίσω, αποκαλύπτοντας στο Ντανιέλ το νεκρικό της πρόσωπο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Ω, ξακουστή και ιερή θεά Σύμπτωση&lt;br /&gt;και συ σκληρή μου Τύχη,&lt;br /&gt;αδερφάδες και οι δυο σας,&lt;br /&gt;απ’ της Ζωής και του Θανάτου τον έρωτα ομότιμοι καρποί&lt;br /&gt;τι παιχνίδι τραγικό πάνω στο μυαλού μου τη σκακιέρα αρχινίσατε;&lt;br /&gt;Μήπως τα μάτια μου, που τ’ Άπειρο από τώρα αχνοδιακρίνουν,&lt;br /&gt;είναι αυτά που βάλθηκαν με φανταστικές εικόνες&lt;br /&gt;το νου μου να γεμίσουν;&lt;br /&gt;Όχι, καμιά οφθαλμαπάτη μ’ αυτή την εμπειρία δε συγκρίνεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΤΙΕ&lt;br /&gt;Θάνατος πιότερο άδικος από εκείνον που&lt;br /&gt;αιφνίδια με το δρεπάνι του άγουρη κεφαλή αποκόβει,&lt;br /&gt;στη ζήση ετούτη, μηδέ σε όποια άλλη, δεν υπάρχει.&lt;br /&gt;Ο Χάρος μοιάζει με γεωργό τρελό που το σιτάρι αλέθει,&lt;br /&gt;πριν καν αυτό ψηλώσει αρκετά τη γη για να σκεπάσει.&lt;br /&gt;Άγγελος φοβερός και πάνοπλος,&lt;br /&gt;ρομφαία θανάτου απ’ το θηκάρι τράβηξε&lt;br /&gt;και τη ζωή απ’ τ’ ανάξιο σώμα μου ξεκόλλησε μεμιάς,&lt;br /&gt;όμοια με ραγισμένο αυγό που απ’ το περιεχόμενο στραγγίζει&lt;br /&gt;όταν σε επιφάνεια σκληρή και άκαμπτη προσπέσει&lt;br /&gt;και τσόφλι άχρηστο απομένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Όπως η πέτρα η τρανή, που απ’ τη στράτα του&lt;br /&gt;ο διαβάτης με δύναμη κλωτσά&lt;br /&gt;το δρόμο του να ελευθερώσει θέλοντας,&lt;br /&gt;έτσι κι εσύ, ανάξιε, γλοιώδη υπάνθρωπε,&lt;br /&gt;το τέλος που σου έμελλε αντάξιό σου είναι.&lt;br /&gt;Γιατί τέλος πιότερο αξιοπρεπές και ταιριαστό απ’ αυτό&lt;br /&gt;κανείς Θεός, ή Φύση, ή οτιδήποτε τούτο τον κόσμο ορίζει,&lt;br /&gt;ποτέ δεν επιφύλαξε για λόγου σου.&lt;br /&gt;Φυσικό είναι, λοιπόν, σκουλήκια έρποντα και μιαρά,&lt;br /&gt;το χυλώδες έσω τους υγρό από μιανής μπότας την πίεση    &lt;br /&gt;στο έδαφος λίπασμα να προσφέρουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΤΙΕ&lt;br /&gt;Ποιος θαρρείς πως είσαι συ,&lt;br /&gt;που τις μοίρες των ανθρώπων να ορίζεις αξιώνεις,&lt;br /&gt;τα σκήπτρα και τα δίκαια του Θεού κλέβοντας;&lt;br /&gt;Κανείς θνητός, ζωή αλλήλου εκούσια,&lt;br /&gt;από του βιού τις αλησμόνητες χαρές και λύπες,&lt;br /&gt;να στερεί δεν δικαιούται.&lt;br /&gt;Βλασφήμια και ύβρις ανιερότατη&lt;br /&gt;απέναντι στο ζείδωρο Θεό ομοιάζει κάτι τέτοιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Αλήθεια είναι πως ο Θάνατος&lt;br /&gt;με γνώση πλέρια κι ολοκληρωμένη&lt;br /&gt;τον στη χώρα του ταξιδευτή ανταμείβει.&lt;br /&gt;Μόνο που η γνώση η στερνή που ο Θεριστής χαρίζει,&lt;br /&gt;άχρηστη κι ανεκμετάλλευτη είναι,&lt;br /&gt;μιας και κανείς νεκρός πράξεις απτές δε δύναται πια να κάνει,&lt;br /&gt;παρά μονάχα σ’ ατέλευτο μαρτύριο καταδικασμένος είναι&lt;br /&gt;να προσκρούει εδώ κι εκεί σ’ αόρατα ντουβάρια&lt;br /&gt;από των Ερινυών την οργή καταδιωκόμενος.&lt;br /&gt;Τα λόγια σου, Ματιέ, παλιέ μου φίλε,&lt;br /&gt;για μια φορά μονάχη στης ύπαρξής σου την ανώμαλη τροχιά&lt;br /&gt;σύμφωνα με τη λογική θαρρώ πως είναι.&lt;br /&gt;Να, που η πράξη μου αυτή καρπούς&lt;br /&gt;απρόσμενα χυμώδεις μπροστά μου ξεπετά.&lt;br /&gt;Όπως, όμως, ο έντιμος αγρότης τα παρασιτικά του αγρού φυτά&lt;br /&gt;με φάρμακο εξοντώνει, τη σοδιά του αν θέλει να εξασφαλίσει,&lt;br /&gt;όμοια κι εγώ εσένα εξόντωσα, τον κόσμο να γλιτώσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΤΙΕ&lt;br /&gt;Τα λόγια τα σκληρά που εκστομίζεις,&lt;br /&gt;διπλά νεκρό με καθιστούν,&lt;br /&gt;αφού μ’ αλήθειες απάνθρωπα οδυνηρές&lt;br /&gt;την άμοιρή μου ύπαρξη φορτώνουν.&lt;br /&gt;Ένας νεκρός, το ίδιο όπως το νερό,&lt;br /&gt;καταδικάζεται να ρέει στους αιώνες&lt;br /&gt;ανάμεσα από το κενό και τα απτά αντικείμενα,&lt;br /&gt;το υλικό και τ’ άυλο,&lt;br /&gt;το ορατό και το αόρατο,&lt;br /&gt;το νου και την ψυχή…&lt;br /&gt;Μα, μην ξεχνάς πως το νερό σε πάγο και σε καυτό ατμό&lt;br /&gt;μπορεί να μεταμορφωθεί κι, ανάλογα,&lt;br /&gt;του θανάτου τον υπαίτιο να παγώσει ή να κάψει!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Απειλές φασμάτων του άλλου κόσμου,&lt;br /&gt;για κάποιον σαν κι εμένα που καλά τα ξέρει και μαζί τους ζει,&lt;br /&gt;με σπόρους μάταια φυτεμένους&lt;br /&gt;σ’ έδαφος άνυδρο και στείρο μοιάζουν.&lt;br /&gt;Γι αυτό μη μ’ απειλείς· τίποτα δεν πετυχαίνεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΤΙΕ&lt;br /&gt;Δεν ξέρεις πόσο αλγεινά αισθήματα&lt;br /&gt;κάποιος νεκρός βιώνει όταν η τελευταία του ματιά στα εγκόσμια&lt;br /&gt;πως τελευταία είναι συνειδητοποιήσει.&lt;br /&gt;Και πόσο το άλγος πιο φρικτό κι αβάσταχτο&lt;br /&gt;των νευρώνων τις μακριές αποφυάδες με βελόνι χοντρό κεντρίζει,&lt;br /&gt;όταν η στερνή αυτή ματιά δεν ντύνεται&lt;br /&gt;γαλήνιας μακαριότητας πέπλο,&lt;br /&gt;από μετάνοιες και προσευχών θυμίαμα υφασμένο,&lt;br /&gt;παρά την ατέρμονη αιωνιότητα προσμένει μέσα της να χαθεί.&lt;br /&gt;Αισθήματα σαν και δαύτα, με τσεκουριά δημίου άστοχη,&lt;br /&gt;που σε γυμνό αυχένα αδέξια πέφτει,&lt;br /&gt;όμοια πονούν και όμοια δε σκοτώνουν,&lt;br /&gt;παρά το θύμα τους ανάμεσα σε ζωή και θάνατο μετέωρο αφήνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Τη φορά ετούτη, κατάρα ζοφερή και ερεβώδη&lt;br /&gt;εγώ είμαι εκείνος που θα στείλει ενάντιά σου.&lt;br /&gt;Γιατί θαρρώ πως και εκεί στον άλλο κόσμο,&lt;br /&gt;μαρτύριο αντάξιο των πράξεων&lt;br /&gt;και της ακόλαστης ζωής σου δεν υφίστασαι.&lt;br /&gt;Όργανα βασανισμού και μαρτυρίου στο δήμιό σου&lt;br /&gt;με τις κατάρες μου αυτές εγώ προσφέρω·&lt;br /&gt;πως καταδίκη, από ανθρώπου νου ασύλληπτη,&lt;br /&gt;στον άλλο κόσμο εκτίεις να βεβαιωθώ.&lt;br /&gt;Σάπιζε, ω σαθρή κι απαίδευτη ψυχή,&lt;br /&gt;εκεί στον Άδη όπου αλυσοδεμένη είσαι!&lt;br /&gt;Κάψου, ω άφατης ματαιότητας οικτρό εσύ είδωλο&lt;br /&gt;Στο αιώνιο το Πυρ, που μέσα από την κολασμένη κάμινο,&lt;br /&gt;τις γλώσσες του βγάζει, της ύλης την υφή να γλείψει!&lt;br /&gt;Πάγωνε, ω γλοιώδους ποταπότητας εσύ προσωποποίηση,&lt;br /&gt;κατάκεντρα μες στην καρδιά του μεγαλύτερου παγόβουνου,&lt;br /&gt;που σ’ αρκτικής θαλάσσης επιφάνεια επιπλέει!&lt;br /&gt;Διασκορπίσου, ω επαίσχυντο εσύ ανθρωπάριο, σε κομμάτια τόσα&lt;br /&gt;που το σύνολο των άστρων τ’ ουρανού,&lt;br /&gt;με μιας παλάμης δάκτυλα εμπρός τους ομοιάζουν!&lt;br /&gt;Κατάρα τόση κι άλλη τόση·&lt;br /&gt;τρεις φορές κατάρα και καταδίκη αιώνια!&lt;br /&gt;Χάσου για πάντα γέννημα εσύ του σκότους!&lt;br /&gt;Της Ελευθερίας μου το εκτυφλωτικό αιώνιο φως θα σε εξαφανίσει…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ο Ντανιέλ απόσωσε τα λόγια του, το φάσμα του νεκρού Ματιέ εξαφανίστηκε και απέμεινε ο κύκλος με τις υπόλοιπες σκιές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΟΡΟΣ&lt;br /&gt;Οι κλαυθμοί και οι οδυρμοί σου&lt;br /&gt;σε άσπλαχνης τραχύτητας θα πέσουν τοίχο·&lt;br /&gt;μιας και παλλόμενη καρδιά σε κύτος θώρακα&lt;br /&gt;κανείς ημών δε φέρει.&lt;br /&gt;Αλίμονο σε ζωντανό που σε νεκρούς μιλά…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο επόμενος νεκρός προχώρησε δύο βήματα μπροστά από το χορό και αποκαλύφτηκε με τη σειρά του, βγάζοντας όμοια με τον προηγούμενο την κουκούλα του. Ήταν η Ναντίν, που το ωχρό χρώμα του προσώπου της και τα μάτια με το κενό βλέμμα τη στερούσαν από το αλλοτινό φιλήδονο ύφος της. Αυτή, που όσο ζούσε είχε καταφέρει να προκαλέσει δυο φορές μες σε μια μέρα τη σεξουαλική αποκορύφωση στο Ντανιέλ, τώρα τον έκανε να αναριγήσει με την κενότητά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΑΝΤΙΝ&lt;br /&gt;Αγάπη μου, ποιας τάχα τρέλας στην τροχιά έρμαιο εγκλωβίστηκες&lt;br /&gt;και θύτης, σύνωρα και θύμα, τα πεπρωμένα μας&lt;br /&gt;σε μιας και μόνης μέρας την ελάχιστη διάρκεια&lt;br /&gt;κατάφερες να ενώσεις;&lt;br /&gt;Ποια η δύναμη αυτή η μεταφυσική κι ακατάβλητη&lt;br /&gt;που μιας ολάκερης ζωής πορεία εκτρέπει έξω από τις ράγες,&lt;br /&gt;όπου οι ρόδες της νομοτελειακά&lt;br /&gt;κι από θείας πνοής ώθηση κινούμενες&lt;br /&gt;τα επίγεια διασχίζουν;&lt;br /&gt;Καταχραστής της ελευθερίας της ιερής,&lt;br /&gt;που από κάποιας ουράνιας κρήνης στόμιο πηγάζει,&lt;br /&gt;στέκεις απέναντί μου εσύ·&lt;br /&gt;εσύ, τροχιοδείκτη κι αγωγέ της ταπεινής μου ειμαρμένης.&lt;br /&gt;Στων αιώνων την απεραντοσύνη&lt;br /&gt;και σε σκιερής, στέρφας γης το έδαφος,&lt;br /&gt;μαζί, γλυκέ μου άγγελε, τα πόδια μας θα σέρνουμε πλάι-πλάι.&lt;br /&gt;Ευτυχία πιότερη κανείς δε θα μπορούσε άλλος να χαρίσει&lt;br /&gt;στης νεαρής μου άμορφης ψυχής το μέλλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Ω, στοιχειό εσύ, της ώρας τούτης της στερνής ακάλεστε επισκέπτη!&lt;br /&gt;Εσύ είσαι εκείνη, που την αμόλευτη ψυχή σου,&lt;br /&gt;με σκοπό ιδιοτελή και πρόστυχο, σκεύος εγώ κατέστησα,&lt;br /&gt;χρυσοποίκιλτο λαγήνι που στα λεία, περίτεχνά του κοίλα,&lt;br /&gt;το απόσταγμα του ιερού σκοπού μου έχυσα.&lt;br /&gt;Η μοίρα σου δικής σου βουλής κατεύθυνση δεν έμελλε να πάρει,&lt;br /&gt;παρά υποχείριο έγινε του δικού μου αλλοπρόσαλλου ντελιρίου.&lt;br /&gt;Απόδειξη τρανή της υπαρξιακής μου αγωνίας, αγνή μου κόρη,&lt;br /&gt;εσύ καλείσαι τώρα της Ελευθερίας μου την ολκή&lt;br /&gt;σε πέρατα άγνωρα με παρρησία να διαδηλώσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΑΝΤΙΝ&lt;br /&gt;       Πόσο απαλά, θωπευτικά τα λόγια σου αυτά&lt;br /&gt;       τ’ αυτιά μου ευχάριστα γαργαλίζουν·&lt;br /&gt;       απόλυτη ευτυχία και ηδονή συνάμα,&lt;br /&gt;       ως δώρο απρόσμενα πολύτιμο, χαρίζουν!&lt;br /&gt;       Συ ο Θεός μου, συ και ο μοναδικός σκοπός μου,&lt;br /&gt;       που μες στης ψυχής μου τα τρυφερά λουλουδιασμένα δώματα,&lt;br /&gt;       έκρυβα εγγενώς ως τώρα.&lt;br /&gt;       Της παρθενιάς μου άπαξ δολοφόνε,&lt;br /&gt;       από κρημνών τις χαίνουσες αβύσσους&lt;br /&gt;       κι από λειμώνων σκιερών τα νεκρωμένα άνθη,&lt;br /&gt;       ταίρι παντοτινό σ’ εσένα καταφθάνω.&lt;br /&gt;       Με βέρες αόρατες και νυφικό στεφάνι στο κεφάλι,&lt;br /&gt;       όμορφη όσο ποτέ ξανά στη ζήση μου δε στάθηκα,&lt;br /&gt;       Νυμφεύομαι εσέ με όρκους αγύριστους, παντοτινούς&lt;br /&gt;       από σήμερα και στων αιώνων την απεραντοσύνη…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;       Μη των νεκρών τις κίβδηλες ελπίδες αφήσεις&lt;br /&gt;       της μακαριότητας τον πέπλο από την κώμη σου να κλέψουν.&lt;br /&gt;       Θύμα μου εσύ εν ζωή,&lt;br /&gt;       μη και στου θανάτου το βασίλειο&lt;br /&gt;       θύμα δικό μου γίνεις όμοια πάλι.&lt;br /&gt;       Μάταιες των νεκρών οι αγάπες και οι πόθοι,&lt;br /&gt;       όταν σε ζώντων τις καρδιές τα βέλη τους τοξεύουν.&lt;br /&gt;       Μάταιες, σύντυχα, κι οι πίκρες και οι κατάρες&lt;br /&gt;       από του τάφου την υπόγεια στοά στον πάνω κόσμο φτάνουν&lt;br /&gt;       και άστοχα την ύλη προσπερνούν σα ζαλισμένοι ταύροι.&lt;br /&gt;       Χίμαιρες παρελκυστικές εκεί που στέκεις μη συναναστρέφεσαι,&lt;br /&gt;       γιατί, όπως η φύση τους μπάσταρδη απ’ τα πανάρχαια χρόνια είναι,&lt;br /&gt;       το ίδιο μπάσταρδες κι ανυπόστατες είναι οι υποσχέσεις τους,&lt;br /&gt;       που ζώντες και νεκρούς ακόμη βαυκαλίζουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΑΝΤΙΝ&lt;br /&gt;Μη άλλες προτροπές και νύξεις στείλεις προς εμέ!&lt;br /&gt;Γιατί στο βάθος της ακίνητης καρδιάς μου εγώ καλά γνωρίζω&lt;br /&gt;πως τυχαία δε διαλέχτηκα το τέλος τούτο να ‘βρω.&lt;br /&gt;Μάθε, λοιπόν, μνηστήρα μου πως στον Κάτω τούτο Κόσμο&lt;br /&gt;οι χίμαιρες τους νεκρούς ανέκαθεν απέφευγαν.&lt;br /&gt;Εδώ κάτω πλάσματα σαν κι αυτά δεν ευδοκιμούν.&lt;br /&gt;Το μόνο που φυτρώνει στη στέρφα τούτη γη&lt;br /&gt;είναι η λύπη· μονάχα η λύπη.&lt;br /&gt;Θλίψη ατέλειωτη, ψυχοδιαβρωτική&lt;br /&gt;των νεκρών τις άμοιρες υπάρξεις με πόνο κατατρύχει&lt;br /&gt;κι, έπειτα, ελπίδες φρούδες για ίαση μας δίνει,&lt;br /&gt;όμοια όπως ο γιατρός, που θεραπείας βότανο άλλο δεν έχει&lt;br /&gt;παρά μονάχα ένα αντίδοτο σε φιαλίδιο στη ζώνη περασμένο,&lt;br /&gt;και γι αυτό σε συνανθρώπους δύστυχους&lt;br /&gt;κι απ’ της ζωής τη λίστα από καιρό σβησμένους&lt;br /&gt;αρρώστια τέτοια προκαλεί&lt;br /&gt;που μόνο το αντίδοτό του να καταπολεμήσει δύναται.&lt;br /&gt;Τη γήινη σάρκα σου το ξέρω πως ποτέ δε θα γευτώ·&lt;br /&gt;ωστόσο, την ψυχή σου στην παγερή μου αγκάλη&lt;br /&gt;να κλείσω αδημονώ…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Μωρή, ασώματη ψυχή,&lt;br /&gt;τη λύπη σου να γλυκάνεις μάταια αποπειράσαι.&lt;br /&gt;Γνώριζε, λοιπόν, ότι ο κόσμος όπου περιδιαβαίνεις,&lt;br /&gt;από κάθε επικοινωνίας γέφυρα με τον ιερό προορισμό μου&lt;br /&gt;αποστερημένος πάντα θα μένει.&lt;br /&gt;Κανείς νεκρός στο παρελθόν, στο παρόν, μηδέ στο μέλλον&lt;br /&gt;την πορεία τη δική μου ν’ ακολουθήσει δε μπορεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΑΝΤΙΝ&lt;br /&gt;Μα ποια, επιτέλους, η πορεία σου;&lt;br /&gt;Ποια η διαφορετικότητά σου;&lt;br /&gt;Ποιο το καπρίτσιο που στο πρόσωπό σου η Μοίρα ικανοποιεί;&lt;br /&gt;Πώς, ανάμεσα σε ζώντες και νεκρούς,&lt;br /&gt;μόνος εσύ τέτοιο πεπρωμένο έχεις, έτσι που&lt;br /&gt;με τοίχο ανυπέρβλητο το μέλλον σου από των άλλων διαχωρίζεις;&lt;br /&gt;Άντρας δικός μου στη Γη δεν ήσουν.&lt;br /&gt;Όμως, σύζυγός μου, στον ίδιο ζυγό που&lt;br /&gt;τον τράχηλό μου περιορίζει, ζεμένος στον άλλο κόσμο θα ‘σαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Αυταπάτες και ψευδαισθήσεις σε μένα δεν ταιριάζουν·&lt;br /&gt;δικές σου στων αιώνων τ’ αργοσάλεμα κράτησέ τες.&lt;br /&gt;Εγώ, ελεύθερος καλπάζω από τώρα σε σύννεφα ροδόχροα,&lt;br /&gt;από του ήλιου τ’ άρματος την τρελή πορεία χαραγμένα.&lt;br /&gt;Σε πνοή, που κάγκελα κλουβιού ποτέ δε γνώρισε, μεταμφιέζομαι&lt;br /&gt;κι ανάμεσα στων δύο κόσμων τους ατέρμονους κυματισμούς&lt;br /&gt;εγώ αρμενίζω με χάρη κι ευκολία.&lt;br /&gt;Τέτοιο είναι, λοιπόν, το μέλλον μου.&lt;br /&gt;Ανάξιοι εσείς οι υπόλοιποι ν’ αντικρίσετε&lt;br /&gt;του μέλλοντός μου αυτού τη λαμπρότητα είστε.&lt;br /&gt;Κανέναν σας, ωστόσο, δε λυπάμαι,&lt;br /&gt;κανέναν δεν οικτίρω για τη αδυναμία τούτη.&lt;br /&gt;Θεός δικός μου είμαι Εγώ και δεν αναγνωρίζω&lt;br /&gt;άλλον Θεό εξόν απ’ το «εγώ» μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΑΝΤΙΝ&lt;br /&gt;Αλίμονο, αγαπημένε μου,&lt;br /&gt;τα λόγια σου υβριστικά και ασεβή ως είναι,&lt;br /&gt;την ασώματη ψυχή μου αλγεινά ξεσκίζουν!&lt;br /&gt;Κύρη μου, τη γνώμη άλλαξε κι από τα χείλη σου,&lt;br /&gt;που στης επιφάνειάς τους το βελούδο&lt;br /&gt;τον πόθο μου πριν λίγη ώρα έσβηνα,&lt;br /&gt;λόγια διαφορετικά εκστόμισε.&lt;br /&gt;Κανείς θεός, άνθρωπος, ή νεκρός, του εγωισμού σου&lt;br /&gt;τη φουσκονεριά ν’ ανεχτεί δε θα μπορέσει.&lt;br /&gt;Η στιγμή, όπου το Σύμπαν ολάκερο&lt;br /&gt;στων φλογερών ματιών σου τη λαμπερή λευκή σταγόνα&lt;br /&gt;θα σβηστεί κι ανάμνηση θα μείνει, δεν αργεί.&lt;br /&gt;Και τότε θα σκεφτείς με τρόμο αυτά:&lt;br /&gt;Ποια η υπόστασή σου και ποιος ο σκοπός σου ο ιερός;&lt;br /&gt;Την αποφράδα εκείνη στιγμή μονάχος θα σταθείς,&lt;br /&gt;μα ένα μόνο να ξέρεις:&lt;br /&gt;μονήρης ύλη ανάμεσα στο τίποτα,&lt;br /&gt;εύχεται ως ύλη ποτέ να μη γεννιόταν.&lt;br /&gt;Φοβερό ελεύθερος να είσαι&lt;br /&gt;όταν μονάχος στο Τίποτα αιωρείσαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Το Τίποτα ελευθερία πιότερη από το Μέρος.&lt;br /&gt;Το Τίποτα με Όλον μοιάζει σε μάτια νεκρού,&lt;br /&gt;που απ’ το τίποτα τροφοδοτούνται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΑΝΤΙΝ&lt;br /&gt;Έλα κοντά μου, εδώ στου λειμώνα μου τη μουντή λάσπη.&lt;br /&gt;Μονάχη ανάμεσα σε νεκρούς μη μ’ αποξεχνάς,&lt;br /&gt;αφού υπαίτιος του θανάτου μου εσύ μονάχα είσαι.&lt;br /&gt;Πραγματικά ελεύθερος είναι εκείνος που&lt;br /&gt;των πράξεων τις συνέπειες επωμίζεται μονάχος,&lt;br /&gt;το βάρος τους μαθαίνοντας στους ώμους του ν’ αντέχει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Στοιχειό, στον κόσμο σου έγκλειστη εσύ&lt;br /&gt;κι εγώ στη λευτεριά μου.&lt;br /&gt;Καμιά ευθύνη απέναντί σου εγώ δε φέρω,&lt;br /&gt;μιας και των πράξεών του υπόλογος&lt;br /&gt;κανείς ελεύθερος δεν είναι.&lt;br /&gt;Ποια δύναμη ανώτερη από εμένα, τις συνέπειες των πράξεών μου, όμοια με τρίζουσες βαριές αλύσους να φορτωθώ αξιώνει;&lt;br /&gt;Καμία τέτοια δύναμη δεν παραδέχομαι&lt;br /&gt;γιατί μόνος εγώ η αρχή η ανωτέρα είμαι.&lt;br /&gt;Και ως τέτοια αρχή, το σκήπτρο μου χτυπώντας καταγής,&lt;br /&gt;προστάζω εσέ ως ήρθες να εξαφανιστείς·&lt;br /&gt;στο μαύρο χάος και του Άδη την παγερή ερημιά&lt;br /&gt;οικτρά ταπεινωμένη να επιστρέψεις!&lt;br /&gt;Το δρόμο σου στη Γη τον διάλεξες: ήρθες σ’ εμένα.&lt;br /&gt;Τώρα, λοιπόν, το ίδιο τ’ αποτέλεσμα της εκλογής σου υφίστασαι,&lt;br /&gt;μιας και σε δύναμη ανώτερη από ‘σένα,&lt;br /&gt;τυφλωμένη απ’ τη φωτοχυσία της, αλόγιστα προσέφυγες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΑΝΤΙΝ&lt;br /&gt;Ανύμφευτη στη Γη, το ίδιο ανύμφευτη στον Άδη απομένω.&lt;br /&gt;Κατάρα βαριά κι ασήκωτη&lt;br /&gt;στους ώμους σου η μοναξιά μου ας πέσει,&lt;br /&gt;στοιχειώνοντας τη ζήση σου την υπόλοιπη, μα και το θάνατό σου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Ελεύθερος την κατάρα που εκτοξεύεις να δεχτώ είμαι.&lt;br /&gt;Χάσου, όμως, τώρα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΟΡΟΣ&lt;br /&gt;Η οργή κι ο πόνος σου&lt;br /&gt;σε άσπλαχνης τραχύτητας θα πέσουν τοίχο·&lt;br /&gt;μιας και παλλόμενη καρδιά σε κύτος θώρακα&lt;br /&gt;κανείς ημών δε φέρει.&lt;br /&gt;Αλίμονο σε ζωντανό που σε νεκρούς μιλά…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο τελευταίος νεκρός, προχώρησε ένα και μόνο βήμα προς την κατεύθυνση του Ντανιέλ και στάθηκε εκεί, απέναντί του, πολύ ώρα να τον κοιτά χωρίς τίποτα να λέει. Μια αιωνιότητα έπειτα, η σιωπή λύθηκε και μια σπαραχτικά λυπητερή φωνή, τόσο γνώριμη αλλά και πονεμένη, ακούστηκε με μελαγχολική αβρότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΝΑ&lt;br /&gt;Γιε μου, γιατί το μονοπάτι το στενό και αφιλόξενο από τη δημοσιά,&lt;br /&gt;που ο Κύριος μ’ αγάπη άνοιξε για σε, προτίμησες;&lt;br /&gt;Γιατί της μάνας την καρδιά, με πέλεκυ&lt;br /&gt;βαρύ κι ακονισμένο, θανάσιμα κομμάτιασες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;       Ω, μάνα μου γλυκιά κι αγαπημένη,&lt;br /&gt;       όπως το δώμα, που σφραγιστό ολούθε είναι,&lt;br /&gt;       τα τελευταία μόρια οξυγόνου του κατοίκου του ρουφά,&lt;br /&gt;       όμοια η παρουσία σου εδώ για με θανατηφόρος είναι.&lt;br /&gt;       Θαρρώ η φράση σου αυτή,&lt;br /&gt;       σχήμα απλό του λόγου ήταν.&lt;br /&gt;       Όχι, δε θα σ’ αφήσω νου ιπτάμενε και φαντασιοκόπε,&lt;br /&gt;       την ημιθανή και βαρυφορτωμένη μου ψυχή&lt;br /&gt;       μ’ απώλεια φριχτή κι αβάσταχτη στα στερνά μου να φορτώσεις!&lt;br /&gt;       Τη μάνα μου την πίκρανα, το ξέρω.&lt;br /&gt;       Μα για την κατάσταση την τωρινή όπου παραπαίω,&lt;br /&gt;       τίποτε του λόγου της δεν ξέρει,&lt;br /&gt;       και ήρεμη στο σπίτι μας το πατρικό&lt;br /&gt;       σε ύπνο κατανυκτικό κι ευχάριστο έχει πέσει&lt;br /&gt;       εμέ ονειρευόμενη, με μια στάλα πίκρας να κρέμεται,&lt;br /&gt;       σαν το άγουρο τσαμπί του κλήματος,&lt;br /&gt;       στην άκρη της καρδιάς της…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΝΑ&lt;br /&gt;Γιατί παιδί μου, απ’ τον κόσμο όπου η λήθη βασιλεύει,&lt;br /&gt;απότομα με ξύπνησες μ’ ανησυχία αλγεινή;&lt;br /&gt;Ποιας δύναμης δαιμονικής απόφαση ανήκουστη ήτανε,&lt;br /&gt;την ίδια ημέρα που έφυγα απ’ τη Γη,&lt;br /&gt;στον ίδιο τόπο άνυδρο και πάλι να επιστρέψω;&lt;br /&gt;Βάσανα κι έγνοιες μύριες εν ζωή μου φόρτωσες,&lt;br /&gt;γι αυτό μη θες τις άσχημες ειδήσεις σου,&lt;br /&gt;στον Κάτω Κόσμο που έπεσα, να μου ταχυδρομήσεις.&lt;br /&gt;Τα γράμματά σου αυτά προορισμό δε θα ‘βρουν,&lt;br /&gt;μιας κι όλες οι ψυχές στην ίδια λάσπη έχουμε φυτευτεί,&lt;br /&gt;κάτω απ’ ανήλιαγους υπόγειους ουρανούς και&lt;br /&gt;στων κυκλώνων τη μανία έρμαιες.&lt;br /&gt;Όλες μαζί εμείς οι ασώματες ψυχές,&lt;br /&gt;σε έλη, πτωμάτων δυσωδίες αναδύοντα, αναμοχλευόμαστε,&lt;br /&gt;όπως οι σπόροι μες σε καζάνι με βραστό νερό.&lt;br /&gt;Ποιος λογικός το χέρι του θα έβαζε, λοιπόν, εκεί&lt;br /&gt;το γράμμα του ν’ αφήσει;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Όσο κι αν η καρδιά μου, τη φοβερή&lt;br /&gt;ετούτη είδηση αρνείται να δεχτεί,&lt;br /&gt;εντούτοις, ο νους μου που υπολειτουργεί,&lt;br /&gt;να σε ρωτήσω πάλι μου επιβάλλει αλγεινά:&lt;br /&gt;Μητέρα, κι εσύ από τον κόσμο τον ζοφερό&lt;br /&gt;των προηγούμενων φασμάτων, που ανηλεώς&lt;br /&gt;με καταράστηκαν σε πυρ         χειρότερο κι από εκείνο της Κολάσεως,&lt;br /&gt;τώρα μου αποκρίνεσαι;&lt;br /&gt;Πότε ακριβώς, στης αποφράδας τούτης μέρας τη διάρκεια,&lt;br /&gt;έγινε το κακό;&lt;br /&gt;Πότε στον μακρύ των θυμάτων μου κατάλογο&lt;br /&gt;κι εσένα, ιερό μου λίκνο, πρόσθεσα;&lt;br /&gt;Ο χαμός σου, ω γλυκιά μου μάνα,&lt;br /&gt;με μοναξιά δυσβάσταχτη και παγερή το κορμί μου διαποτίζει,&lt;br /&gt;τα μαλακά του μόρια, σε πλήρη πόνων ισχαιμία καταστρέφοντας!&lt;br /&gt;Ετούτη τη στιγμή, στο πλήρωμα του χρόνου,&lt;br /&gt;με τα εγκόσμια εγώ δεμένος να είμαι δε μου πρέπει·&lt;br /&gt;κι όμως, η απώλειά σου, μάνα,&lt;br /&gt;πιότερο κι από πελώρια πυρκαγιά, το «είναι» μου σκοτώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΝΑ&lt;br /&gt;Μάθε πως Θεός κανείς για σε δεν υπάρχει,&lt;br /&gt;όμοια όπως ο ιερός σκοπός σου ποτέ του δεν υπήρξε.&lt;br /&gt;Το ίδιο δεν υπάρχει πια για σένα και η μάνα!&lt;br /&gt;Η Μάνα κι ο Θεός, οι δυο ιερές τούτες λέξεις,&lt;br /&gt;από το στόμα σου το άδικο και ποταπό,&lt;br /&gt;ποτέ ξανά να μη δραπετεύσουν!&lt;br /&gt;Πάνω σε γήινο χώμα, τα ίχνη από τα πόδια σου,&lt;br /&gt;ποτέ βλαστών γεννήτορες να μη σταθούν, σε καταριέμαι!&lt;br /&gt;Μονάχα, όμοια όπως η στέρφα γυναίκα των άλλων τα παιδιά μισεί&lt;br /&gt;όταν ν’ αναπτύσσονται και να τρανώνονται τα βλέπει,&lt;br /&gt;το χώμα που πατείς να μαραζώσει από το μίσος σου,&lt;br /&gt;κι με ρυτίδες ανώμαλες η στεγνή επιφάνειά του ν’ αυλακωθεί!&lt;br /&gt;Εκείνος που άκαρδα το Θεό του σκοτώνει,&lt;br /&gt;σ’ επιφάνεια αχανή άκαρπης γης πλανιέται,&lt;br /&gt;έχοντας, παρόλα αυτά, στη μέση του δεμένο ένα σχοινί,&lt;br /&gt;ως η σανίδα σωτηρίας για τον ναυαγισμένο.&lt;br /&gt;Τραβώντας το με τα χέρια του, σε γόνιμους, ευλογημένους τόπους&lt;br /&gt;δύναται να ξανακαλπάσει με ρυθμό φρενιτιώδη,&lt;br /&gt;όπως το άτι που την ελευθερία του καιρό πολύ στερήθηκε&lt;br /&gt;και μόλις το ξεζέψουν, τριποδίζει ασταμάτητα.&lt;br /&gt;Όμως, ω Μοίρες, οικτιρμούς και δάκρυα ατέλειωτα χύστε&lt;br /&gt;για κείνον που στο φόνο του Θεού δεν αρκείται,&lt;br /&gt;μα τη φρενιασμένη του μανία με χτύπημα θανάσιμο&lt;br /&gt;στα σπλάχνα που τον γέννησαν ικανοποιεί!&lt;br /&gt;Ο δύσμοιρος δεν ξέρει πως έτσι αποκόβει,&lt;br /&gt;ακόμη κι αυτό το ελάχιστο σχοινί που με τη σωτηρία τον ενώνει.&lt;br /&gt;Αυτοκαταδικάζεται, λοιπόν, σ’ αιώνιο, αφάνταστο μαρτύριο…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Άδικα και σκληρά τα λόγια σου μητέρα.&lt;br /&gt;Αν οι φιλοδοξίες, που έθρεφες χρόνους πολλούς για μένα,&lt;br /&gt;σε δρόμο άλλο απ’ το δικό μου βαδίζουν,&lt;br /&gt;αυτό δεν είναι λόγος για να με κατηγορείς για το χαμό σου.&lt;br /&gt;Πραγματικός σου δήμιος επάνω στο βωμό&lt;br /&gt;που η ίδια έστησες απ’ αγάπη ζέουσα, με τα ίδια χέρια&lt;br /&gt;που στοργικά την παιδική μου κόμη θώπευαν,&lt;br /&gt;η ίδια η φιλοδοξία σου για σένα στάθηκε.&lt;br /&gt;Εσείς οι μητέρες, στους αιώνες τα παιδιά σας θα ταλανίζετε,&lt;br /&gt;Και, τελικά, θύματα απ’ τα δικά σας θύματα θα καταλήγετε.&lt;br /&gt;Όχι, λοιπόν, μάνα· δεν είμαι ‘γω ο δολοφόνος σου,&lt;br /&gt;παρά εσύ η ίδια! όμοια μ’ αυτόχειρα,&lt;br /&gt;που για τη στερνή του απονενοημένη πράξη,&lt;br /&gt;το ίδιο το πιστόλι του κατηγορεί.&lt;br /&gt;Μα το πιστόλι του αδικοχαμένου αυτόχειρα,&lt;br /&gt;κανείς ποτέ δε θα κατηγορήσει,&lt;br /&gt;γιατί στων πολέμων τους καιρούς, σ’ εξαίσιο φίλο&lt;br /&gt;της ζωής του αφέντη του μπορεί να μεταμορφωθεί.&lt;br /&gt;Αλλά κι ο Θεός, μανούλα μου, που ανέφερες πρωτύτερα,&lt;br /&gt;απ’ του δικού μου μαχαιριού τη λεπίδα, είτε&lt;br /&gt;απ’ του δικού μου πιστολιού τη σφαίρα, ποτέ Του δεν υπέφερε·&lt;br /&gt;γιατί το τέλος Του πολύ πριν γεννηθώ εγώ αντίκρισε!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΝΑ&lt;br /&gt;Μη βλασφημάς, αγόρι μου!&lt;br /&gt;Τη σταματημένη μου καρδιά μ’ αυτό τον τρόπο σκίζεις…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Μη βαρυγκωμάς και μην πικραίνεσαι, μάνα μου καλή.&lt;br /&gt;Ανώφελα του τάφου σου η σιγή&lt;br /&gt;από υποτύμβιους λυγμούς ταράζεται.&lt;br /&gt;Συνέχισε στον τόπο, που της ζωής πως έπεται υπέθεσες,&lt;br /&gt;μακάρια κι αγόγγυστα να πλανιέσαι.&lt;br /&gt;Για μένα ο κόσμος ο δικός σου, όπως το χιόνι&lt;br /&gt;στου Ισημερινού τον ιθαγενή, το ίδιο άγνωρος κι απίθανος είναι.&lt;br /&gt;Τα λόγια σου, μαχαίρια ίδια κοφτερά,&lt;br /&gt;στο νου και την καρδιά μου μην τοξεύεις·&lt;br /&gt;μα, μες στης μητρικής σου αγάπης τη φουσκονεριά&lt;br /&gt;και στου μύχιου πόθου σου να μ’ αγκαλιάσεις το τρικύμισμα,&lt;br /&gt;την ασφυκτική κραυγή μου προσπάθησε ν’ ακούσεις.&lt;br /&gt;Γιατί, κάτω απ’ τις κατάρες και τις ανυπόστατες φοβέρες σου,&lt;br /&gt;βαθιά στα κοίλα της καρδιάς σου, το ξέρω:&lt;br /&gt;Το δικό μου το καλό ποθείς κι αποζητάς…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΝΑ&lt;br /&gt;Έλα κοντά μου, γιε μου, την ανοιχτή πληγή μου για να κλείσεις,&lt;br /&gt;όπως μωρό σαν ήσουνα μες στην αγκάλη μου&lt;br /&gt;τον ύπνο λαχταρούσες να ρουφήξεις.&lt;br /&gt;Έλα, σε περιμένω…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Όχι, μητέρα, δε θα ‘ρθω· μάταια μη με περιμένεις.&lt;br /&gt;Για μένα, κόσμος πέρα από τούτον&lt;br /&gt;που πατώ και ανασαίνω δεν υπάρχει.&lt;br /&gt;Οι ελπίδες μου οι στερνές,&lt;br /&gt;μαζί με το Θεό και μ’ εσένα χάθηκαν.&lt;br /&gt;Μονάχα τώρα, στη μόνη αλήθεια ταγμένος παραμένω,&lt;br /&gt;πιστά κι ακλόνητα μ’ όλες μου τις δυνάμεις αγκιστρωμένος.&lt;br /&gt;Και η αλήθεια αυτή άλλο όνομα δε φέρει&lt;br /&gt;παρά αυτό της Ελευθερίας!&lt;br /&gt;Απόψε, εγώ, μάνα, Αυτή νυμφεύομαι.&lt;br /&gt;Τόσο καιρό γι αυτήν προετοιμαζόμουν δίχως να το γνωρίζω.&lt;br /&gt;Τις πράξεις μου τούτης της μέρας της στερνής,&lt;br /&gt;ως εξιλασμό, θυσία στην Κυρά αυτή προσφέρω.&lt;br /&gt;Είναι πια μεσάνυχτα περασμένα·&lt;br /&gt;κι αυτή μου η μέλλουσα γυναίκα, που όμοιά Της&lt;br /&gt;σε ομορφιά και χάρη, στον κόσμο τούτο,&lt;br /&gt;ή όποιον άλλο ποτέ δε θα υπάρξει,&lt;br /&gt;τη μέθεξη μαζί Της μου υποσχέθηκε,&lt;br /&gt;πολύ πριν την ώρα που ο πύρινος δίσκος του ουρανού&lt;br /&gt;με νέες υποσχέσεις τους ανόητους ανθρώπους&lt;br /&gt;σε δεσμά άρρηκτα φυλακίσει…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΝΑ&lt;br /&gt;Κι όμως, ακόμη μ’ αγαπάς· το ξέρω.&lt;br /&gt;Για τούτη την αγάπη, ανελεύθερος για πάντα θα ‘σαι, γιε μου.&lt;br /&gt;Τα δάκρυά μου εδώ, στον Κάτω Κόσμο,&lt;br /&gt;το χώμα που θα σε σκεπάσει ας μαλακώσουν&lt;br /&gt;και τη σάρκα σου σ’ αμέτρητα μόρια ας αναλύσουν,&lt;br /&gt;ώστε η ψυχή σου τις πολυπόθητες φτερούγες της ν’ ανοίξει&lt;br /&gt;και να πετάξει εκεί ψηλά, ως την καλή μου νύφη:&lt;br /&gt;την Ελευθερία…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Ω, μητέρα, πόσο μόνη εσύ ανάμεσα στα έλλογα τα όντα,&lt;br /&gt;που την κατάρα σε ευχή μπορείς να μετατρέψεις,&lt;br /&gt;μες στις αιώνια στοργικές σου πουπουλένιες χούφτες!&lt;br /&gt;Πόσο γνωρίζεις, μόνο εσύ, τη φόρμουλα τη μυστική,&lt;br /&gt;που το βαρύ, πικρό της καρδιάς φορτίο,&lt;br /&gt;σε, φως καταυγάζουσα εκτυφλωτικό, αγάπη μεταμορφώνει!&lt;br /&gt;Για σένα η μητρότητα είναι ελευθερία.&lt;br /&gt;Η δική μου Ελευθερία,&lt;br /&gt;αναξιότερη κι υποδεέστερη της δικής σου ίσως,&lt;br /&gt;παρόλ’ αυτά, δική μου είναι και με αγώνες&lt;br /&gt;υπεράνθρωπους εγώ την κέρδισα, γιατί όμοια&lt;br /&gt;υπεράνθρωπος και του λόγου μου κάποαι στιγμή θα γίνω.&lt;br /&gt;Εσύ έχεις, ήδη, αγκυροβολήσει.&lt;br /&gt;Η Ιθάκη η δική μου τώρα πια είν’ ορατή.&lt;br /&gt;Η εικοσιτετράωρη πορεία μου,&lt;br /&gt;με μοναδικό προορισμό τούτο το υπέροχο νησί, τελειώνει.&lt;br /&gt;Κάπου στο βάθος, τα κύματα της θάλασσας τ’ αφρίζοντα,&lt;br /&gt;με την ακτογραμμή λευκές κορδέλες να ξεδιπλώνουν βλέπω.&lt;br /&gt;Να, η Ιθάκη μου· να το Βασίλειό μου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΑΝΑ&lt;br /&gt;Αν και στη ζωή ποτέ δε σε είχα καταλάβει&lt;br /&gt;και οι φροντίδες μου για σε οι καταπιεστικές&lt;br /&gt;τοίχο θεόρατο ανάμεσά μας ύψωσαν,&lt;br /&gt;τώρα, απ’ της αγκάλης του θανάτου&lt;br /&gt;τη μακαριότητα και τη γαλήνη,&lt;br /&gt;τ’ ανθρώπινα ευκολότερα ξεκρίνω&lt;br /&gt;και σε λημέρια, που πάντα δίσταζα να μπω,&lt;br /&gt;το βλέμμα μου από αντικειμενικότερη προοπτική τοξεύω.&lt;br /&gt;Σωστός ή μη ο αγώνας σου,&lt;br /&gt;δικός σου αγώνας είναι…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Όλα τα δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης,&lt;br /&gt;στη μητρική απέραντη ψυχή σου εμπρός,&lt;br /&gt;νομοτελειακά ωχριούν!&lt;br /&gt;Ελεύθερος θα γίνω, μα πάλι ανίκανος&lt;br /&gt;Το μεγαλείο σου να φτάσω θα ‘μαι!&lt;br /&gt;Κλαίω για σένα, μάνα μου, και σ’ αποχαιρετώ…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΟΡΟΣ&lt;br /&gt;Ήρθε η ώρα κι η στιγμή, του κόσμου τούτου τις χαρές&lt;br /&gt;πίσω για πάντα να αφήσεις.&lt;br /&gt;Το δρόμο σου τον διάλεξες· προχώρα ως το τέρμα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Δεν είναι για το τέλος που αδημονώ,&lt;br /&gt;παρά για μια λαμπρή αρχή!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΟΡΟΣ&lt;br /&gt;Κι αν η αρχή αυτή χειρότερη απ’ το τέλος είναι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Τέλος κι Αρχή με τις δυο άκρες μιας βέργας ομοιάζουν·&lt;br /&gt;αν κάποιος τη λυγίσει, θα δει πόσο τα δυο αυτά σημεία&lt;br /&gt;να πλησιάσουν το ένα τ’ άλλο εύκολο είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΟΡΟΣ&lt;br /&gt;Ευφυώς απάντησες σε τούτο μας το γρίφο…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Μη θέλετε τη Σφίγγα, εσείς σκιές, να παραστήσετε,&lt;br /&gt;αφού αυτή με τους προγόνους σας μαζί έχει θαφτεί!&lt;br /&gt;Τώρα πια, στον κόσμο αυτό αινίγματα να θέσει&lt;br /&gt;κανείς δεν απέμεινε, μιας και στο γρίφο της το στερνό&lt;br /&gt;η Σφίγγα αυτή της εγκλωβίστηκε&lt;br /&gt;και χάθηκε στο πουθενά απ’ όπου ήρθε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΟΡΟΣ&lt;br /&gt;Κανείς δεν τόλμησε ποτέ σε μας ν’ αντιμιλήσει,&lt;br /&gt;γιατί, τη μοίρα την τρισκατάρατη&lt;br /&gt;πως θ’ ακολουθήσει, καλά γνωρίζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΑΝΙΕΛ&lt;br /&gt;Τη μοίρα μου μονάχος διαμόρφωσα, με κόπους και θυσίες,&lt;br /&gt;που αξίες και ιδανικά βαθιά εντός μου ριζωμένα, σφετερίστηκαν.&lt;br /&gt;Όταν κανείς θελήσει κάτι όσο εγώ το θέλησα,&lt;br /&gt;το Σύμπαν όλο υπέρ αυτού συνωμοτεί&lt;br /&gt;και την επιθυμία του με περισσή χαρά πραγματοποιεί.&lt;br /&gt;Γι αυτό, λόγος σ’ εσάς δεν πέφτει!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    &lt;br /&gt;Θαρρείς πως τα τελευταία αυτά λόγια του Ντανιέλ έδρασαν καταλυτικά, προκαλώντας μια αλυσιδωτή χημική αντίδραση στην εκρηκτική ατμόσφαιρα που τον περιέκλειε και τροφοδοτούσε τις οπτασίες του. Ξάφνου, ο χορός των φαντασμάτων έπαψε να περιφέρεται γύρω του και έγινε μια σατανική σιγή που τα πάγωσε όλα, τέτοια που ο Ντανιέλ δε μπορούσε μήτε την ίδια του την ανάσα να ακούσει. Ήταν όλα τόσο ήσυχα, τόσο παράξενα ήσυχα, όπως στο μάτι του κυκλώνα όπου επικρατεί απόλυτη νηνεμία. Οι ανθρωπόμορφες σκιές που είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω του έμεναν τώρα ακίνητες, σα να συσκέπτονταν σιωπηλά. Έμοιαζαν πιο απόμακρες από πριν, πιο φασματικές κι αέρινες από ποτέ. Μονάχα τα σατανικά τους μάτια, μέσα από τις σκοτεινές κόγχες τους, έμεναν να τον κοιτάζουν διερευνητικά, χωρίς όμως, πλέον, το παραμικρό ίχνος εχθρικότητας και επιθετικότητας. Ήταν το βλέμμα των νεκρών απέναντι στο μελλοθάνατο…&lt;br /&gt;Ο ιδρώτας στο μέτωπό του πάγωσε σε δεκάδες μικροσκοπικά, αβαρή κρυσταλλάκια. Τα αυτιά του ήταν τεντωμένα και τραβηγμένα προς τα πίσω, όμοια με αγρίμι που περιμένει τον κυνηγό από τα νώτα του. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζες πως θα εκρήγνονταν με πάταγο και θα κατέστρεφε τα οστά και τους χόνδρους του στέρνου του.&lt;br /&gt;Και, ω του θαύματος, η νεκρική σιγή έσπασε, έγινε χίλια κομμάτια από δυο γνώριμες φωνές· μια γυναικεία και μια αντρική. Πίσω από το στίχο των ρασοφόρων σκιών γινόταν κάποια αναταραχή, σαν κάποιοι να προσπαθούσαν να διαρρήξουν τον κλοιό και να βγουν μπροστά. Τελικά, από το κέντρο του χορού ξεπρόβαλλαν δυο κεφάλια. Έδειχναν ταραγμένα και γεμάτα κίνηση κι ενεργητικότητα, καθόλου φασματικά όπως τα υπόλοιπα κουκουλοφόρα κεφάλια. Το φοβερότερο απ’ όλα ήταν πως οι δυο αυτές παρουσίες έμοιαζαν να κατευθύνονται ορμητικά και απειλητικά προς το Ντανιέλ, σα να ήθελαν να τον λιντσάρουν. Τα έχασε ολωσδιόλου κι αντανακλαστικά, παρακινημένος από το αταβιστικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης που σιγοκαίει ακόμη και στις τελευταίες στιγμές του αυτόχειρα, άρχισε να τρέχει πάνω στην ταράτσα, προσπαθώντας να ξεφύγει από τους δυο κυνηγούς του. Λαχάνιασε και η κάθε του αναπνοή κατέκαιγε την ερεθισμένη τραχεία του· όμως, συνέχιζε να τρέχει… να τρέχει απελπισμένα, έχοντας στο βάθος του μυαλού του τη βεβαιότητα ότι στο τέλος θα πιαστεί από τους καταδιώκτες του. Πίσω του άκουγε παρακλητικές φωνές:&lt;br /&gt;- Σταμάτα! Σταμάτα, σε παρακαλώ!&lt;br /&gt;- Μη, θα σκοτωθείς… πρόσεξε μην πέσεις και γκρεμοτσακιστείς!&lt;br /&gt;- Στάσου, εμείς είμαστε…&lt;br /&gt;Γιατί, άραγε, του φώναζαν να σταματήσει την απόδρασή του; Ποιος θηρευτής είναι τόσο αφελής, ώστε να παρακαλά το θήραμά του να παραδοθεί άνευ όρων, λεία στις φονικές του διαθέσεις; Όποιοι κι αν ήταν αυτοί που τον κυνηγούσαν, ο Ντανιέλ φοβόταν πως οπωσδήποτε δεν ήθελαν το καλό του. Από την άλλη, όμως, θα μπορούσαν να είναι οι Απεσταλμένοι, οι Διαμεσολαβητές, που κατέφτασαν για να τον πάρουν μαζί τους στο μεγάλο, ένδοξο ταξίδι προς την Ελευθερία. Ω, πόσο γελοίος ένιωσε όταν σκέφτηκε αυτή την περίπτωση! Είχε ζήσει ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο σαν πραγματική οδύσσεια, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε καταφέρει να κάνει ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό προκειμένου να αποδείξει στον εαυτό του και στο ανώτερο ον που τον παρατηρούσε από τα ολύμπια, ατάραχα ύψη του πως τίποτα δεν ήταν ικανό να τον δεσμεύσει, τίποτα δε μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην πορεία του προς την τελική, υπαρξιακή του μέθεξη με το Άπειρο. Και τώρα; Τώρα που οι αγγελιοφόροι αυτοί κατέφτασαν για να τον πάρουν μαζί τους, αυτός έτρεμε σύγκορμος και φοβόταν σαν το μικρό παιδί που αντικρίζει τη ζωγραφιά του μπαμπούλα. Ω, πόσο γελοίος και μικροπρεπής ήταν· πόσο ανάξιος για μια τέτοια τιμή! Φαντάστηκε πως οι δυο αυτοί απεσταλμένοι άγγελοι θα έπρεπε να έχουν ο καθένας τους από ένα ζευγάρι επιβλητικά, λευκά φτερά και πτυχωτούς χιτώνες στηριγμένους πάνω τους με χρυσές πόρπες. Αν ήταν έτσι, τότε εύκολα μπορούσαν να τον φτάσουν μ’ ένα και μόνο φτερούγισμα. Κι όμως, επί τόση ώρα ο Ντανιέλ τους ξέφευγε κι εκείνοι του φώναζαν απελπισμένα να σταματήσει. Επομένως, δεν επρόκειτο για αγγέλους, μα για κάτι άλλο…&lt;br /&gt;Ό,τι κι αν ήταν, όμως, ο Ντανιέλ είχε κουραστεί να τρέχει γύρω–γύρω στην περιφέρεια της ταράτσας και ήταν ζήτημα χρόνου το αν θα σταματούσε, βασανισμένος από κοφτερές σουβλιές στο συκώτι του. Ο εγκέφαλός του έστελνε αλληλοδιάδοχα σήματα προς τα πόδια του, διατάζοντάς τα να σταματήσουν το τρέξιμο. Μάταια, όμως, εκείνα δεν έλεγαν να υπακούσουν, θαρρείς και είχαν επαναστατήσει και αυτονομηθεί από το υπόλοιπο σώμα και από τον κεντρικό έλεγχό τους. Ξάφνου, δυο χέρια πίσω του άρπαξαν με αποφασιστική δύναμη τους ώμους του και, λίγο μετά, ένα αντρικό στήθος έπεσε στην πλάτη του με τέτοια ορμή που τον έριξε καταγής. Πλέον, ο Ντανιέλ ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα φαρδύς πλατύς πάνω στο βρεγμένο, κρύο τσιμέντο της ταράτσας, έχοντας πάνω στην πλάτη του το ασήκωτο βάρος κάποιου άντρα να τον πιέζει σταθερά κι ακλόνητα, ακινητοποιώντας τον. Έκανε δυο–τρεις σπασμωδικές κι απελπισμένες κινήσεις για να ελευθερωθεί, όπως το ψάρι που σπαρταρά έξω από το νερό, μα δεν τα κατάφερε. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει. Αφού πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα δίχως να κάνει καμία επιπλέον προσπάθεια να ξεφύγει από τον άγνωστο άντρα, παρά είχε λουφάξει κάτω από το ασήκωτο βάρος που τον πίεζε, ο κυνηγός του τον άφησε ελεύθερο κι αποσύρθηκε. Ο Ντανιέλ έμεινε εκεί πεσμένος με τα μούτρα στο πάτωμα, δίχως να κάνει την παραμικρή κίνηση, σαν πεθαμένος. Οι δυο άνθρωποι, που έστεκαν ορθοί δίπλα του και τον κοιτούσαν, έδειξαν να ανησυχούν.&lt;br /&gt;- Αγάπη μου, είσαι καλά; Σε ποιους μιλούσες πριν; Σε βρήκαμε να έχεις πιάσει ολόκληρη συζήτηση, λέγοντας ακατάληπτα και ανόητα λόγια. Σε παρακαλώ, μίλησέ μου…&lt;br /&gt;Ήταν η γυναικεία φωνή που του μιλούσε, χρωματισμένη με μεγάλη αγωνία. Αυτή η φωνή έφτανε στ’ αυτιά του τόσο οικεία και γνώριμη, που θα ορκιζόταν πως ήταν η Σιμών. Δε μπορούσε… όχι, δε μπορούσε να είναι αυτή! Αυτό σήμαινε πως όλα ήταν μια ψευδαίσθηση, ένα όραμα που μόνο ο ίδιος έβλεπε, πως τίποτα δεν είχε συμβεί στην πραγματικότητα… όλα μια οικτρή αυταπάτη, μια φαρσοκωμωδία με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Φοβόταν ν’ αποκριθεί στη φωνή. Φοβόταν πως αν απαντούσε θα επέσπευδε την εφιαλτική επιβεβαίωση πως όλα όσα είχε ζήσει εκείνη την ημέρα ήταν μια χίμαιρα και τίποτε άλλο, το τελευταίο απονενοημένο διάβημα του ανθρώπου λίγο πριν βουτήξει ολόκληρος στην τρέλα. Δεν κινήθηκε, ούτε και αποκρίθηκε· περίμενε… απλά περίμενε.&lt;br /&gt;- Ντανιέλ, άσε τις βλακείες! Τι σ’ έπιασε, επιτέλους; Μήπως τρελά-θηκες; Συνειδητοποίησες πόσο κοντά στο χείλος της αβύσσου έφτασες; Μπορείς να διανοηθείς τι σημαίνει να πέσεις από ύψος πενήντα μέτρων και να τσακιστείς; Μα, τι λέω; Σίγουρα δεν κατάλαβες τίποτα, γιατί αν καταλάβαινες, δε θα έτρεχες σαν αλαφιασμένος γύρω–γύρω στην ταράτσα και, μάλιστα, τόσο κοντά στο κιγκλίδωμα.&lt;br /&gt;Ήταν μια αντρική φωνή, το ίδιο γνώριμη όσο και η προηγούμενη. «Διάβολε, δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου. Είναι ο Ζαν!» Τελικά αποφάσισε πως το φιάσκο που είχε στηθεί εναντίον του, ένας θεός ξέρει από ποιο απάνθρωπο καπρίτσιο της μοίρας, έπρεπε να λάβει επιτέλους τέλος. Σηκώθηκε απότομα και γύρισε προς τους δυο ανθρώπους, που τον κοιτούσαν με μάτια όλο περιέργεια και απορία. Η Σιμών είπε:&lt;br /&gt;- Πού ήσουν όλη αυτή την ώρα; Πού πήγες αφού έφυγες από το διαμέρισμα; Πού είναι η Ναντίν;&lt;br /&gt;Στην τελευταία ερώτησή της κοίταξε ερευνητικά στα μάτια το Ντανιέλ, σα να ήθελε με το βλέμμα της να του διαμηνύσει πως γνώριζε την αποτρόπαιη πράξη του. Έπειτα, λοξοκοίταξε το Ζαν για λίγο και ξανακάρφωσε το βλέμμα της στο Ντανιέλ, αυτή τη φορά περισσότερο συνωμοτικά. Του έδειχνε με τον τρόπο της πως, ενώ εκείνη ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί, ο Ζαν δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Ο αποδέκτης της βουβής της νύξης πήρε το μήνυμα και δε μίλησε. Τότε η Σιμών συνέχισε:&lt;br /&gt;- Αμέσως μόλις έφυγες τρέχοντας, τηλεφώνησα τρελή από αγωνία στο Ζαν. Δε μπορούσα εκείνη τη στιγμή να σκεφτώ κανέναν άλλο που θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Σήκωσε το χέρι της και έδειξε το Ζαν: Αυτός εδώ, αυτός ο καλός και πιστός φίλος, ανταποκρίθηκε αμέσως στην αγωνιώδη μου έκκληση και, εγκαταλείποντας τη Μαρί μες στ’ άγρια χαράματα, ήρθε δίχως δεύτερη σκέψη και με βρήκε. Θα μας πεις, λοιπόν, τι σου συμβαίνει;&lt;br /&gt;- Έτσι είναι, φίλε μου, πήρε το λόγο ο Ζαν. Χωρίς δεύτερη κουβέντα ντύθηκα, άφησα τη Μαρί…&lt;br /&gt;Στο όνομα αυτό έκανε μια παύση και κοίταξε διερευνητικά το φίλο του στα μάτια, σα να περίμενε να διακρίνει μες στις κόρες τους μια έστω κι αδιόρατη αντίδραση. Όταν διαπίστωσε πως το μόνο που κατάφερε να δει εκεί μέσα ήταν σπίθες τρέλας και τίποτε άλλο, καθησυχάστηκε κι άφησε ένα αναστεναγμό ανακούφισης να βγει από το λαχανιασμένο στήθος του. Συνέχισε:&lt;br /&gt;- Στο δρόμο δεν είχε καθόλου κίνηση και έτσι κατάφερα κι έφτασα μες σε ένα τέταρτο. Από την αγωνία μου έτρεχα τόσο, που σε κάποια στιγμή νόμισα πως σκότωσα κάποιον. Σίγουρα κάτι πάτησαν οι ρόδες μου, γιατί όλο το αυτοκίνητο ανασηκώθηκε, αλλά ήταν πολύ σκοτάδι και δεν κατάφερα να δω τι ακριβώς ήταν αυτό που χτύπησα…&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ έξαφνα φωτίστηκε και τα μάτια του σπινθηροβόλησαν. Η Σιμών πρόλαβε και είδε τις σπίθες αυτές και ανησύχησε. Κάτι κακό είχε συμβεί, το ένιωθε ως τα βάθη της ταραγμένης της ψυχής. Κάτι ακόμη χειρότερο κι από το θάνατο του Ματιέ. Η Ναντίν έλειπε, ήταν απούσα. Πού είχε πάει, άραγε; Τι είχε απογίνει; Το πονηρό χαμογελάκι, που σχηματίστηκε στα χείλη του άντρα της, την έριξε σε μαύρες, ανείπωτες σκέψεις. Έξαφνα, δίχως να γνωρίζει ακριβώς το γιατί, έγινε κοινωνός του μυστικού του· έγινε διπλά συνένοχός του. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και το έδαφος έφευγε από κάτω της· αισθάνθηκε πως θα λιποθυμούσε. Όμως δε λιποθύμησε. Όπλισε την ψυχή της με όσο κουράγιο θα μπορούσε να συγκεντρώσει σ’ αυτή τη ζωή και σ’ άλλες δέκα. Μετά από χρόνια, θα θυμόταν ξανά και ξανά εκείνη την ημέρα και θα έκλαιγε απαρηγόρητα κρυμμένη στην τουαλέτα, για να μην την καταλάβει ο Ντανιέλ. Τώρα, όμως, είχε πανιάσει ολόκληρη κι έμοιαζε με φάντασμα, καθώς έμενε ασάλευτη να κοιτάζει το δολοφόνο. Σαν για να μετριάσει το εσωτερικό της μαρτύριο, άκουσε τη φωνή της να λέει άχρωμα στον Ζαν, δίχως ωστόσο να ξεκολλά το βλέμμα της από το Ντανιέλ:&lt;br /&gt;- Κι αν αυτό που πάτησες ήταν άνθρωπος, Ζαν; Σου πέρασε από το μυαλό μια τέτοια περίπτωση;&lt;br /&gt;Ο Ζαν απερίσκεπτα βιάστηκε να της απαντήσει:&lt;br /&gt;- Αποκλείεται. Δεν υπήρχε ψυχή σ’ όλο το δρόμο. Σίγουρα επρόκειτο για κάποιο μεγαλόσωμο σκύλο. Μου ‘χει ξανασυμβεί το ίδιο ακριβώς ατύχημα…&lt;br /&gt;- Εντάξει, Ζαν.&lt;br /&gt;Ο Ζαν γύρισε προς το φίλο του και τα ‘χασε βλέποντας το παράταιρο χαμόγελό του. Εκείνο που τον κατέτρωγε και τον ανησυχούσε πιότερο κι απ’ την κατάσταση του Ντανιέλ, ήταν η Μαρί, η δική του Μαρί. Έπρεπε να λύσει μια για πάντα το θέμα που είχε δημιουργηθεί, προσέχοντας, ωστόσο, να μην καταλάβει τίποτα απολύτως η Σιμών. Έτσι κοίταξε το φίλο του με ύφος συνωμοτικό και τον ρώτησε σιβυλλικά:&lt;br /&gt;- Θέλω να πιστεύω πως όσα είπαμε στο τηλέφωνο απόψε το βράδυ είναι ολότελα αναληθή, έτσι δεν είναι Ντανιέλ;&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ δεν έλεγε να βγάλει την παραμικρή κουβέντα από το στόμα του. Περιορίστηκε στο να συνεχίζει να κοιτάζει το Ζαν με το ίδιο τρελό βλέμμα που σπίθιζε, ενώ το χαμόγελό του είχε πια εξαφανιστεί.&lt;br /&gt;- Θα μου απαντήσεις, Ντανιέλ; Περιμένω ν’ ακούσω μία λέξη… ξέρεις ποια είναι αυτή…&lt;br /&gt;Η Σιμών δεν άκουγε τίποτα πια. Δεν ήταν μπορετό γι αυτή να ακούσει και να καταλάβει τίποτα από εδώ και πέρα. Μονάχα άφηνε το απλανές βλέμμα της πάνω στο Ντανιέλ, ενώ το στόμα της είχε στεγνώσει και τα χείλη είχαν κολλήσει το ένα με το άλλο και είχαν μετατραπεί σε μια σαρκώδη μάζα, απ’ όπου το αίμα είχε προ πολλού φύγει. Έμοιαζε ολόκληρη με κέρινο ομοίωμα.&lt;br /&gt;Ο Ζαν έπρεπε να αρκεστεί στη διαπίστωση πως ο φίλος του ήταν εκτός εαυτού και δεν όριζε ούτε το σώμα του, ούτε τα λόγια του. Αν και κάποια ανησυχητική υποψία συνέχιζε να σιγοκαίει εντός του, αποφάσισε πως όλα όσα του είχε πει ο Ντανιέλ στο τηλέφωνο ήταν ένα κακόγουστο αστείο, μια κακόβουλη φάρσα και τίποτε άλλο πέρα από αυτό. Έπειτα γύρισε προς τη Σιμών και έμεινε εμβρόντητος από την αγαλμάτινη στάση που είχε πάρει. «Ένας τρελός είναι αρκετός. Δύο τρελοί την ίδια μέρα είναι από τα άγραφα! Όχι, πάει πολύ…» σκέφτηκε. Όμως, αντ’ αυτού είπε με ύφος όλο φιλικό ενδιαφέρον:&lt;br /&gt;- Σιμών, τι σου συμβαίνει; Δε νιώθεις καλά;&lt;br /&gt;Η Σιμών συνήλθε απότομα, όπως ο ηρωινομανής μετά από ένεση ναλοξόνης.&lt;br /&gt;- Μια χαρά είμαι, Ζαν. Γιατί ρωτάς;&lt;br /&gt;- Νόμιζα πως…&lt;br /&gt;- Είπα πως είμαι εντάξει, μην ανησυχείς, τον έκοψε εκνευρισμένη εκείνη. Στράφηκε προς το Ντανιέλ και του είπε ξερά, σα να του απήγγελνε κατηγορία ενώπιον ενόρκων: Ντανιέλ, η Σιμών είναι καλά; Πες μου. Οτιδήποτε κι αν συνέβη, θα το δεχτώ και θα σε στηρίξω. Κούνησε το κεφάλι σου αν η κοπέλα είναι καλά.&lt;br /&gt;Η γυναίκα είχε το ύφος μάρτυρα, τη στιγμή που τον φέρνουν μπροστά στα όργανα των βασανιστηρίων του. Ένιωθε συνένοχη κι έπρεπε ν’ αυτοτιμωρηθεί. Η μοίρα την είχε τάξει στο πλάι του Ντανιέλ και δε μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό, παρά να υπομένει το παρόν και να εύχεται να μην έρθει ποτέ το μέλλον. Σαν δεν είδε καμία κίνηση από την πλευρά του Ντανιέλ, ξαναρώτησε για να επιβεβαιώσει τις ζοφερές της υποψίες:&lt;br /&gt;- Κούνησε το κεφάλι σου αν η κοπέλα δε ζει.&lt;br /&gt;Όταν είδε το Ντανιέλ να κουνά το κεφάλι του, δεν αγανάκτησε, ούτε τρομοκρατήθηκε· δε μπορούσε να αισθανθεί τίποτα. Θα έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια της και θα αποφάσιζε η ίδια για το μέλλον το δικό της, όσο και του άντρα. Αυτός ήταν ανίκανος να σκεφτεί, είτε να πράξει το οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να τον πάρει και να τον πάει κάπου μακριά, ώσπου τα πράγματα να ηρεμήσουν και να πάρουν πάλι το δρόμο τους, στο βαθμό βέβαια που μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο.&lt;br /&gt;- Έλα. Πάμε να φύγουμε, πριν αρχίσει να μας ψάχνει η αστυνομία.&lt;br /&gt;- Ποια αστυνομία; Πετάχτηκε σαν ελατήριο ο Ζαν.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ τους κοιτούσε απόμακρα, θαρρείς και είχε ανέβει σε κάποιο βουνό απ’ όπου οι άνθρωποι μοιάζουν με μυρμήγκια. Έμενε πεισματικά σιωπηλός, λες και είχε βάλει κάποιο γελοίο στοίχημα με τον εαυτό του για το πόσο θα άντεχε δίχως να μιλά.&lt;br /&gt;Ο Ζαν άρχισε να εκνευρίζεται και να χάνει την ψυχραιμία του.&lt;br /&gt;- Μα, για ποια αστυνομία μιλάς, Σιμών; Μήπως τρελάθηκες κι εσύ, όπως ο Ντανιέλ; Χριστέ μου, έχω να κάνω με δυο τρελούς μες στ’ άγρια μεσάνυχτα! Γύρισε προς το Ντανιέλ: Πες επιτέλους κι εσύ κάτι! Τι εννοεί η Σιμών; Ξαναγύρισε προς τη γυναίκα: Σιμών, θα απαντήσεις σ’ αυτό που σε ρώτησα; Επιτέλους θα μου εξηγήσει κάποιος;! Ο Ζαν βγήκε εκτός εαυτού. Ως εκεί έφταναν οι αντοχές του, ούτε πόντο παραπέρα.&lt;br /&gt;- Τι καθόμαστε τόση ώρα και μιλάμε άσκοπα; Ζαν, δε βλέπεις το φίλο σου πως υποφέρει, πως δεν είναι καλά; Βιάσου· βοήθα με να τον κουβαλήσουμε. Θα τον πάμε στο σπίτι μου.&lt;br /&gt;- Μα…&lt;br /&gt;- Έλα, λοιπόν! Βοήθησέ με…&lt;br /&gt;Ο Ζαν προς το παρόν υπάκουσε. Αυτός από τη μια και η γυναίκα από την άλλη στήριξαν τον ετοιμόρροπο Ντανιέλ στους ώμους τους και ξεκίνησαν να φύγουν.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ είχε ξυπνήσει από τον ένα εφιάλτη… κι είχε πέσι μες σε άλλον, ακόμη πιο τρομακτικό. Τουλάχιστον, στη διάρκεια του πρώτου είχε το πάνω χέρι· πρόσταζε, έλεγε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι, αποφάσιζε για τις ζωές των άλλων… Τώρα, όμως, στο δεύτερο αυτό εφιάλτη, είχε κλειστεί ξανά μες στο κουκούλι του, στο ίδιο το καβούκι όπου μέσα ζούσε αγόγγυστα και αδιαμαρτύρητα επί τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια.&lt;br /&gt;Πάει, η μικρή του θεά, η πολυπόθητη Ελευθερία… είχε χαθεί για πάντα… Ο Ντανιέλ σιδηροδέσμιος και πάλι. Ο Ντανιέλ φυλακισμένος στο υγρό, αποπνικτικό αμπάρι του πλοίου της ζωής του, που ταξίδευε χωρίς να ‘χει ανάγκη από τις κατευθυντήριες οδηγίες του. Κάποιο γυναικείο γέλιο αχνακούστηκε από κάποιο απροσδιόριστο σημείο του χώρου, μόνο που τώρα ο Ντανιέλ ήξερε πως ό,τι κι αν άκουγε, ό,τι κι αν έβλεπε έξω από τα συνήθη, ήταν αναμφίβολα γέννημα του ίδιου του του μυαλού. Παρόλα αυτά, δεν ξανάκουσε και δεν ξανάδε τίποτα το περίεργο και μεταφυσικό από εκείνη τη στιγμή ως τα βαθιά του γεράματα, που τα πέρασε πλάι στην αγαπημένη του Σιμών, ήρεμα και μακάρια όπως ταιριάζει στα ηλικιωμένα ζευγάρια.&lt;br /&gt;Καθώς τον κουβαλούσαν στους ώμους τους η Σιμών κι ο Ζαν, τα πάντα στο μυαλό του άρχισαν ένα τρελό χορό: ιδέες, αναμνήσεις, εντυπώσεις, αξίες, πρόσωπα, λόγια, μέρη… όλα σε γρήγορη κίνηση. Όλα του προκαλούσαν αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Για ένα, όμως, ήταν σίγουρος, με μια σιγουριά πικρή κι αδιαμφισβήτητη:&lt;br /&gt;Θα ζούσε τουλάχιστον μια μέρα ακόμη…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="font-weight: bold;" align="center"&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;ΤΕΛΟΣ&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1062684091691044538-6928544226470120713?l=eulogyofchimera.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/feeds/6928544226470120713/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1062684091691044538&amp;postID=6928544226470120713' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/6928544226470120713'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/6928544226470120713'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/2009/05/14.html' title='Κεφάλαιο 14'/><author><name>Παναγιώτης Σιμιτσής</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15330781836782875452</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp3.blogger.com/_a0TXxass-DM/R106Y_rFA-I/AAAAAAAAADw/S-8W8EGCmvw/S220/DSC00946.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_a0TXxass-DM/Sku8h8sH7ZI/AAAAAAAAAUM/W4oCwdVVxB8/s72-c/The_Scream.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1062684091691044538.post-314273656495216378</id><published>2009-01-20T02:29:00.002+02:00</published><updated>2009-01-20T02:30:23.021+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κεφάλαιο 13'/><title type='text'>Κεφάλαιο 13</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;Μεσάνυχτα&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι παράξενο όνειρο, αλήθεια… Οι εντυπώσεις από τις ονειρικές σκηνές άρχισαν να διαλύονται σιγά – σιγά, ώσπου ο κόσμος του ονείρου διαχωρίστηκε εντελώς από τον κόσμο της πραγματικότητας και χάθηκε κάνοντας μια βουτιά στο υποσυνείδητο του Ντανιέλ. Η μνήμη του για μια στιγμή άδειασε. Ένιωσε το κεφάλι του βαρύ και συγχυσμένο. Τα ονειρικά γεγονότα, αφού μπερδεύτηκαν για λίγο με την πραγματικότητα, στο τέλος έσβησαν. Αυτοσυγκεντρώθηκε για να θυμηθεί τι είχε δει. Το μυαλό του έμοιαζε μουδιασμένο και αργοκίνητο. Διάσπαρτες και ασύντακτες οι σκηνές στην αρχή, έγιναν έπειτα πιο συγκεκριμένες και πιο ζωντανές.&lt;br /&gt;«Πήγαινε κοιμήσου και θα δεις πως αύριο θα ξημερώσει μια ωραία μέρα για σένα» θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα του. Τι να σήμαιναν, άραγε; Μήπως ήταν κάποιο μήνυμα; Μήπως το φάσμα του αγαπημένου του γονέα είχε έρθει για να του προσφέρει βοήθεια και καθοδήγηση και να τον απομακρύνει από τον κίνδυνο που διέτρεχε; Γιατί του τα είχε πει αυτά; «…θα δεις πως αύριο θα ξημερώσει μια ωραία μέρα…» αντηχούσε η προστατευτική φράση στ’ αυτιά του. Μελαγχόλησε, καθώς αισθάνθηκε τη φασματική εικόνα του πατέρα του να σιγοσβήνει μες στη μνήμη του. Θέλησε να ξανακοιμηθεί, με την ελπίδα πως θα τον έβλεπε και πάλι. Δε χόρταινε το πρόσωπό του, τη θαλπωρή που εξέπεμπε· λαχταρούσε να τον ξανανιώσει κοντά του, να στηριχτεί πάνω του και να πάρει λίγη από τη σιγουριά του για να οπλιστεί.&lt;br /&gt;Έπειτα θυμήθηκε το πρώτο μέρος του ονείρου: την κινηματογραφική αίθουσα και την τρομακτική γυναίκα–ερπετό. «…Δε θα ήσουν τώρα νεκρή» ήταν τα λόγια που της είχε πει. «Τώρα που με βρήκες, Ντανιέλ, δεν πρόκειται να με ξαναχάσεις. Θα σε κρατήσω κοντά μου για μια ολάκερη αιωνιότητα και τίποτα δε θα μας χωρίσει» του είχε απαντήσει εκείνη… που ήταν νεκρή. Αναρίγησε στη θύμηση της σκηνής. «Του τη φέραμε, Ντανιέλ. Συμφωνείς;» Τι εννοούσε λέγοντας αυτά η τερατόμορφη γυναίκα; Ποια ήταν και τι γύρευε από ‘κείνον; Όσο περισσότερο το επεξεργαζόταν στο νου του, τόσο περισσότερο βεβαιωνόταν πως το φιδίσιο τέρας που τον είχε τόσο πολύ ταράξει, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση πλάσμα φανταστικό, αποκύημα της φαντασίας του, γέννημα της δικής του αγωνίας και ανασφάλειας. Ήταν τόσο πεπεισμένος γι αυτό, όσο και για το ότι συνέχιζε να είναι ζωντανός και να αναπνέει. Οπωσδήποτε, η πανέμορφη φιδίσια γυναίκα είχε απόλυτη σχέση με τον καταιγισμό των αποκαλύψεων εκείνης της ημέρας. Ίσως να ήταν πλάσμα συγγενές της χίμαιρας του καθρέφτη, μιας και επρόκειτο επίσης για μυθικό δαιμόνιο, όμοιας καταχθόνιας φύσης.&lt;br /&gt;Όπως και να είχε το πράγμα, ο Ντανιέλ ήταν σίγουρος πως είχε μόλις ξυπνήσει από το τελευταίο όνειρο της ζωής του. Δε θα έβλεπε άλλο από εδώ και πέρα. Τον περίμενε μια ολόκληρη αιωνιότητα δίχως ύπνο και δίχως όνειρα. Λένε πως το τελευταίο όνειρο κάποιου καταδικασμένου στην εσχάτη των ποινών του φανερώνει συνήθως τη μεταθανάτια τύχη του. Αυτά, όμως, που είχε ονειρευτεί ο Ντανιέλ ήταν περισσότερο προειδοποιητικά μηνύματα, κακοί οιωνοί, παρά αποκαλυπτικοί χρησμοί. Παράξενο δεν είναι; Το τελευταίο όνειρο…&lt;br /&gt;Το αναπόφευκτο, τελεσίδικο γεγονός πλησίαζε, ήταν μια ανάσα από αυτόν. Ο ζοφερός αγγελιοφόρος έστεκε σε κάποια σκοτεινή γωνιά του δωματίου και τον κοίταζε με άλικα, σατανικά μάτια. Σε λίγο θα τον καλούσε κοντά του, θα τον πρόσταζε να τον ακολουθήσει ως την κοίτη του Αχέροντα, εκεί όπου θα τον περίμενε ο αιώνιος βαρκάρης με τις αδειανές οφθαλμικές κόγχες και τη φλογόσχημη κουκούλα, ο Χάροντας… Έπειτα σκέφτηκε: «Πολύ κοινότυπο για να είναι αληθινό». Ακόμη τον βασάνιζε η ίδια σκέψη: με ποιο τρόπο θα συντελούνταν η εξαΰλωσή του, ο πολυπόθητος εξαγνισμός. Σκέφτηκε… σκέφτηκε, έστυψε το μυαλό του σα σφουγγάρι. Ήταν κατά το ήμισυ μέσα στον πραγματικό κόσμο και κατά το υπόλοιπο μες στο Τίποτα, στο Μηδέν. Το σώμα του ταλαντευόταν ανάμεσα στους δυο κόσμους, ελκυόμενο από δυνάμεις αντίθετης φοράς, των οποίων η συνισταμένη τον οδηγούσε τη μια προς τη μια κατεύθυνση και την άλλη προς την άλλη κατεύθυνση. «Δυνάμεις αιώνιες, Δυνάμεις ζείδωρες, αποφασίστε για ένα άμοιρο κορμί και μια αιώνια ψυχή!»&lt;br /&gt;Τότε είδε την Αποκάλυψη! Είδε τις τρεις χωρικές διαστάσεις ως δύο και τον εαυτό του ως μια επίπεδη ζωγραφιά πάνω σε ένα χαρτί. Και είδε το Τίποτα ως μια τρισδιάστατη οντότητα, που με αόρατη δύναμη τον τραβούσε από το χαρτί για να του δώσει όγκο. Φυσικά… πώς και δεν το είχε σκεφτεί τόση ώρα; Ο πεφωτισμένος Ντανιέλ αντίκριζε, πλέον, τον κόσμο με άλλα μάτια. Έτρεξε αναστατωμένος προς το γραφείο του. Άρπαξε μια λευκή κόλλα χαρτί και ζωγράφισε ένα ανθρωπάκι, χαράζοντας στο χαρτί δυο γραμμές για τα πόδια, μία για τον κορμό, δύο για τα χέρια και ένα κύκλο για κεφάλι. Δίπλα από το ανθρωπάκι ζωγράφισε ένα ακόμη, προσθέτοντας αυτή τη φορά ένα τρίγωνο για φόρεμα. Πάνω στο χαρτί υπήρχαν, έτσι, ένας άντρας και μια γυναίκα στην πιο απλή, αρχαϊκή μορφή τους. «Ωραία… Λοιπόν, μικρά μου ανθρωπάκια, πείτε πως εγώ είμαι ο θεός και δημιουργός σας. Σας έφτιαξα έτσι, τον ένα απέναντι από τον άλλο για να μπορείτε να κοιτάζεστε και να είστε χαρούμενοι στον επίπεδο κόσμο σας». Ο Ντανιέλ θριάμβευε. Η ιδέα πήρε να αποκρυσταλλώνεται στο νου του. Η αποκάλυψη της οποίας είχε γίνει κοινωνός, του προξένησε ένα συνονθύλευμα νευρικών ώσεων, που διέτρεχαν το κορμί του απ’ άκρου εις άκρον και τον εξανάγκαζαν σε σπαστικές, βαθμιδωτές κινήσεις, όπως εκείνες ενός ρομπότ. Παρόλα αυτά δεν ενοχλήθηκε από τις τρεμουλιαστές κινήσεις των μελών του, γιατί του αρκούσε η ουσία. Και η ουσία ήταν μία και μοναδική. «Σας λέω πως είμαι ο θεός σας. Θέλω να με υμνείται και να με δοξάζετε σ’ όλη σας τη μίζερη ζωή. Μια μου μονοκονδυλιά έχει τη δύναμη να σας σβήσει, να κόψει τη ζωή σας στα δυο». Κοίταξε το πρώτο ανθρωπάκι που είχε ζωγραφίσει. «Εσένα θα σε φωνάζω Ντανιέλ». Έπειτα έστρεψε το βλέμμα του κάποια εκατοστά πιο πέρα και κοίταξε το άλλο ανθρωπάκι, το θηλυκό. «Εσένα θα σε φωνάζω… μια στιγμή να σκεφτώ… Σιμών! Ωραία ως τώρα. Έχουμε, επομένως, το Ντανιέλ από τη μια και τη Σιμών από την άλλη». Πέρασαν κάποιες στιγμές νεκρικής σιγής, σα να έπρεπε να παρασχεθεί χρόνος στα δυο ανθρωπάκια για να συνηθίσουν τα ονόματα που τους είχε δώσει. Ξαφνικά, ο Ντανιέλ ξέσπασε: «Αρκετά αλληλοκοιταχτήκατε! Κάθεστε ο ένας αντίκρυ στον άλλο και δε νοιάζεστε για τίποτε άλλο! Όλα όσα διαδραματίζονται γύρω από εσάς είναι παντελώς αδιάφορα και αόρατα για τα απλοϊκά, στοιχειώδη μάτια σας. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι είστε από τη φύση σας ανίκανοι να τα αντιληφθείτε. Μα δε φταίτε εσείς γι αυτό. Φταίω εγώ που σας έφτιαξα έτσι. Γιατί σας κατασκεύασα σκόπιμα δισδιάστατους, έτσι ώστε να μπορείτε να βλέπετε και να κατανοείτε μόνο τα πράγματα που υπάρχουν πάνω στην επιφάνειά σας και που είναι κι αυτά δισδιάστατα όπως κι εσείς. Όλα όσα βρίσκονται πάνω στο γραφείο, μες στο δωμάτιο, μες στο σπίτι, όλα όσα με μια λέξη είναι τρισδιάστατα, δεν μπορούν να φτάσουν στην περιορισμένη σας αντίληψη. Πέρα από μερικά φύλλα χαρτιού που μοιράζονται την ίδια επίπεδη τύχη με σας, όλα τα άλλα αντικείμενα, όπως γιαπ αράδειγμα η στυλοθήκη, είναι αντιληπτά σε σας μονάχα από την προβολή τους πάνω στην επιφάνειά σας. Γι αυτό ακριβώς το λόγο δε μπορείτε να δείτε τη στυλοθήκη στην πραγματική μορφή που έχει, παρά μονάχα να πάρετε μια ιδέα γι αυτήν, κρίνοντας από τη σκιά της πάνω σας, σκιά που είναι ευμετάβλητη ανάλογα με τη γωνία φωτισμού από τη λάμπα. Και αν συμβαίνει κάτι τέτοιο με τα πράγματα του γραφείου, πόσο μάλλον με εμένα, το δημιουργό σας. Δεν είστε ικανοί να με αντιληφθείτε, παρά μόνο στο βαθμό που σας επιτρέπω εγώ, όταν φιλεύσπλαχνα γέρνω το κορμί μου πάνω στο χαρτί σας και σας αφήνω να δείτε τις δύο διστάσεις της σκιάς μου. Αν κι εσείς είχατε με κάποιο τρόπο τρεις διαστάσεις θα ήσασταν όμοια με μένα θεοί για τις υπόλοιπες ζωγραφιές. Όμως, δυστυχώς δεν έχετε, γι αυτό και δε μπορεί να είστε ανώτεροί μου». Γέλασε σαρκαστικά, με μια υποψία κακίας, σαν να ήταν να απευθυνόταν σε πραγματικούς ανθρώπους μάλλον παρά σε σκίτσα. Δεν είναι, αλήθεια, κρίμα κι άδικο να στερείστε εμπειρίες σαν τις δικές μου, απλά και μόνο γιατί σας λείπει μία επιπλέον διάσταση; Τι θα κάνετε αν αποφασίσω να σας χωρίσω τον ένα από τον άλλο;» Γύρισε προς τη θηλυκή μορφή. «Να με συγχωρέσεις Σιμών που σου παίρνω τον αγαπητικό σου. Δε θα τον ξαναδείς πια. Θα τον τραβήξω μακριά από το επίπεδο χαρτί σου. Τα δισδιάστατα ματάκια σου δε θα αντικρίσουν ποτέ ξανά τον εραστή σου. Για σένα θα είναι σα να έχει πεθάνει, μα για κείνον θα είναι μια εμπειρία μεταφυσική: θα ζει στο εξής σε άλλο επίπεδο, πιο πάνω από το δικό σου, παράλληλο ή τεμνόμενο με αυτό στο οποίο βρίσκεσαι. Αποχαιρέτησε, λοιπόν, τον καλό σου και χύσε τα θνητά, μίζερα δάκρυά σου». Με μια αποφασιστική κίνηση, ο Ντανιέλ έσκισε το χαρτί στα δύο, χωρίζοντας τις δυο φιγούρες. Άφησε το κομμάτι όπου ήταν σχεδιασμένη η Σιμών πάνω στο γραφείο και πήρε στα χέρια του το άλλο κομμάτι του χαρτιού, πάνω στο οποίο ζούσε η φιγούρα του μικρού Ντανιέλ. Το κράτησε όρθιο, έτσι που η σκιά του χαρτιού να πέφτει πάνω στην τεθλιμμένη γυναικεία φιγούρα. «Καταλαβαίνεις τώρα, Σιμών; Δε μπορείς πια να δεις παρά μονάχα το φάσμα του Ντανιέλ…»&lt;br /&gt;»Κάτι ανάλογο συμβαίνει, το δίχως άλλο, και με το θάνατο. Ο θάνατος είναι ένα χέρι σαν το δικό μου, που σκίζει το χαρτί των ανθρώπων–σκίτσων στα δύο. Οι νεκροί τότε αποκολλώνται από το επίπεδο όπου ζούσαν πριν, και μεταφέρονται σε κάποιο άλλο, παράλληλο, ή τεμνόμενο με το προηγούμενο. Αν το νέο επίπεδο είναι παράλληλο, τότε ποτέ ο νεκρός δε θα συναντηθεί με τους ζώντες. Αν, πάλι, τα δυο επίπεδα είναι τεμνόμενα μεταξύ τους, τότε ο νεκρός, σε κάποια φάση της ατέρμονης κίνησής του πάνω στο επίπεδό του, ίσως συναντήσει το επίπεδο των ζώντων ανθρώπων, και τότε η προβολή του θα δώσει την ευκαιρία να δουν για λίγο το φάσμα του, την αέρινη οπτασία του.&lt;br /&gt;»Όλα τα ζώντα όντα έχουν τρεις διαστάσεις. Κατ’ αναλογία με το παραπάνω πρότυπο, αν αποκτούσαν και μια τέταρτη, τότε θα αντιλαμβανόταν το θεό τους σε όλο του το μεγαλείο, θα γίνονταν κι αυτά θεοί. Αλίμονο, είμαστε πλάσματα ελλειμματικά, περιορισμένα στις δυνατότητες της τρισδιάστατης ύλης και μπορούμε να κινηθούμε σε κατευθύνσεις και με ταχύτητες που αναλύονται σε τρεις μονάχα συνιστώσες. Για τούτο μένουμε εγκλωβισμένοι, ως τραγικά όντα, στον κόσμο που γνωρίζουμε, ανίκανοι να αντιληφθούμε το Σύμπαν, το Όλο και το Μηδέν, σε όλο τους το μεγαλείο. Ποια είναι, όμως, αυτή η τέταρτη διάσταση; Δεν μένουν παρά ελάχιστα λεπτά για να τη γνωρίσω και τότε θα γίνω κι εγώ προνομιούχος, όπως ο σκιτσογράφος απέναντι στα σκίτσα του».&lt;br /&gt;Το ρολόι του τοίχου είχε σημάνει μεσάνυχτα εδώ και αρκετά λεπτά. Ο Ντανιέλ περίμενε με αγωνία. Η προθεσμία είχε τελειώσει και τίποτα απολύτως δεν είχε συμβεί. Έκλεισε τα μάτια του, αφαιρώντας από το νου του κάθε περιττή σκέψη, και περίμενε το αναπόφευκτο. Ενέτεινε την προσοχή του στον ήχο του δευτερολεπτοδείκτη και βάλθηκε να μετρά τα δευτερόλεπτα. Ένα, δύο, τρία… πενήντα εννιά, εξήντα… εκατόν είκοσι, εκατόν είκοσι ένα… πεντακόσια τριάντα, πεντακόσια τριάντα ένα. Τίποτα… τίποτα απολύτως δεν συνέβη. Ίσως το ρολόι του να πήγαινε μπροστά στην ώρα, ίσως ήταν αρρύθμιστο. Ό,τι και να συνέβαινε όμως, το σίγουρο ήταν πως το ρολόι του Κόσμου θα χτυπούσε μεσάνυχτα ούτως ή άλλως και πως τότε το τέλος του Ντανιέλ θα ερχόταν αναπόφευκτα. Μήπως, όμως, δεν είχαν έτσι τα πράγματα; Ένιωσε σα να είχε γίνει το αντικείμενο κάποιας κακόγουστης φάρσας, σα να έπαιζε κάποιος με την υπομονή και τα νεύρα του.&lt;br /&gt;«Αόρατες Δυνάμεις μην παίζεται μαζί μου! Κι εσύ Χίμαιρα, κακόγουστο αμάλγαμα, σταμάτα να με περιγελάς! Οι πρόστυχες λοιδορίες σου θα γίνουν θρηνητικά μοιρολόγια όταν με αντικρίσεις ενώπιόν σου ισομεγέθη και ισοδύναμο… και τότε αλίμονο σου!» Αλλά όσο κι αν φοβέριζε, όσο κι αν απειλούσε τους πάντες και τα πάντα, όλα παρέμεναν ασάλευτα και ακίνητα μες στο σπίτι, σα να μην επρόκειτο να συμβεί τίποτα. «Ανεξιχνίαστη, μεταμφιεσμένη Μοίρα μου, ποιες επώδυνες εκπλήξεις μου επιφυλάσσεις; Γιατί να συμβαίνει αυτό, τη στιγμή, μάλιστα, που είμαι τόσο προετοιμασμένος για το τέλος, όσο ποτέ άλλοτε στην ταλαίπωρη ζωή μου». Βρυχήθηκε, γκρίνιαξε σα μικρό παιδί που του πήραν το παιχνίδια από τα χέρια.&lt;br /&gt;Κατειλημμένος από μια πρωτόφαντη γι αυτόν λύσσα, μια παραληρητική μανία που όμοιά της ποτέ άλλοτε δεν είχε βιώσει, άρχισε να τρέχει μες στο δωμάτιο και να αρπάζει ό,τι έβλεπε μπροστά του και να το εκσφενδονίζει με δύναμη στους τοίχους. Έσπαζε, κατέστρεφε, ενώ συνέχιζε παράλληλα να βρίζει και να απειλεί θεούς και δαίμονες. Το πυρ του αναθέματος δέχτηκαν η Ναντίν, ο Ματιέ, ο Ζαν και η Μαρί, η Σιμών και έπειτα ήρθε η σειρά των θείων ονομάτων, όλων των αγίων και οσίων. Τίποτα δεν ξέφυγε από τη μανία του.&lt;br /&gt;Οι γείτονες των άλλων διαμερισμάτων αγανάκτησαν. Τους είχε ξυπνήσει από τις αγριοφωνάρες του και από τον κρότο που έκαναν τα αντικείμενα που πετούσε.&lt;br /&gt;- Σκάσε!&lt;br /&gt;- Ησυχία, επιτέλους!&lt;br /&gt;- Θα φωνάξω το εκατό!&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ τότε άλλαξε το στόχο των πυρών του και άρχισε να απαντά στους διαμαρτυρόμενους γείτονες με αδιανόητη αθυροστομία. Κάποτε κουράστηκε και απέμεινε ορθός και ξέπνοος να κοιτά το κενό. Οι έντονες διαμαρτυρίες σταμάτησαν κι αυτές και η ιερή σιγή της μεταμεσονύχτιας ώρας επανήλθε. Η πολυκατοικία βυθίστηκε και πάλι στο σκοτάδι του ύπνου.&lt;br /&gt;Ακούστηκε το στρίγκλισμα του κουδουνιού της εξώπορτας. Έπειτα χτυπήματα πάνω στην πόρτα. Προφανώς ήταν κάποιος εξοργισμένος, επίμονος γείτονας που είχε κάνει τον κόπο να φτάσει ως το διαμέρισμά του μες στη νύχτα για να του τα ψάλλει κατ’ ιδίαν. Θα τον άφηνε να χτυπά χωρίς να του ανοίξει. Δεν άξιζε να σπαταλήσει τα πολύτιμα ενεργειακά αποθέματά του για να ριχτεί σε μια μάταιη αντιπαράθεση μια τέτοια ώρα. Όποιος κι αν ήταν, κάποτε θα βαριόταν και θα έφευγε όπως είχε έρθει. Πέρασαν, όμως, αρκετά λεπτά και ο διαπεραστικός ήχος του κουδουνιού άρχισε να γίνεται ανυπόφορος. Αποφάσισε, λοιπόν, πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να πάει να ανοίξει την πόρτα και να καταφέρει μια γερή γροθιά στη μούρη εκείνου του αναιδέστατου υπανθρώπου που τάραζε την εκλιπούσα γαλήνη του. Συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αποφασισμένος για τη γροθιά που θα έδινε. Έσφιξε τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού σε γροθιά και με το αριστερό χέρι γύρισε το πόμολο. Πριν καλά – καλά προλάβει να σηκώσει το χέρι του για να χτυπήσει τον ενοχλητικό επισκέπτη, δυο γυναίκες όρμησαν ταχύτατα μες στο σπίτι σπρώχνοντας με απότομα την πόρτα, που τον βρήκε κατακούτελα και κόντεψε να τον γκρεμίσει αναίσθητο στο πάτωμα. Ο Ντανιέλ κατακόκκινος από το θυμό γύρισε να δει τους δύο ακάλεστους επισκέπτες. Και τότε έμεινε εμβρόντητος μπρος στην αναπάντεχη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα…&lt;br /&gt;Απέναντί του έστεκαν η Σιμών και η Ναντίν. Η Σιμών έδειχνε εκτός εαυτού, έτοιμη να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. Έτρεμε σύγκορμη, και η τρεμούλα της μεταδίδονταν, υπό το έναυσμα κάποιου αόρατου βηματοδότη, ως το κεφάλι της. Κρατούσε σφιχτά από το μπράτσο τη φοιτήτρια σα να την παρουσίαζε ενώπιόν του. Ήταν απλά ντυμένη, με ένα εφαρμοστό ξεβαμμένο τζιν και μια μάλλινη, μαύρη μπλούζα.&lt;br /&gt;Η Ναντίν, από την άλλη, έμοιαζε να έχει στολιστεί με ό,τι καλύτερο διέθετε στην γκαρνταρόμπα της, θαρρείς και είχε σκοπό να πάει σε δεξίωση. Φορούσε ένα όμορφο κατακόκκινο φόρεμα, που κατέληγε ψηλά στο μέσο των μηρών της, ενώ το μπούστο του ήταν τόσο χαμηλό που άφηνε σε κοινή θέα μεγάλο μέρος των τροφαντών μαστών της. Ήταν μια πραγματική καλλονή, έτσι όπως ο Ντανιέλ την είχε φανταστεί τη στιγμή που τη γνώρισε, την ίδια εκείνη ημέρα. Δεν είχε πέσει έξω σε κανένα σημείο. Οι καμπύλες, τα στήθη, η μέση, τα πόδια της ήταν ακριβώς όπως υπέθετε καθώς αργόσερνε το φιλήδονο βλέμμα του επάνω τους κάποιες ώρες πριν. Το μακιγιάζ του προσώπου της ήταν κάπως υπερβολικά εμφαντικό, όμοια με αυτό μιας πόρνης. Η Ναντίν, αντίθετα με τη Σιμών, έδειχνε να έχει καταληφθεί από μια απόκοσμη ηρεμία και μακαριότητα, σχεδόν μια χαύνωση. Τον κοιτούσε με βλέμμα αινιγματικά ηδονικό και προκλητικό, σαν να τον καλούσε κοντά της στο μεθύσι του αισθησιασμού. Ένα πονηρό χαμογελάκι είχε σκάσει στις γωνιές των σάρκινων, άλικων χειλιών της.&lt;br /&gt;- Δε θα μας πεις να καθίσουμε; Ρώτησε όλο σαρκασμό και ειρωνεία η Σιμών.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ κοιτούσε μία εκείνη, μία τη Ναντίν. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. «Τι κακόγουστο αστείο είναι κι αυτό πάλι;» σκεφτόταν άπραγος απέναντι στο ζευγάρι των γυναικών.&lt;br /&gt;- Σιμών, τι γυρεύεις εδώ πέρα; Εκστόμισε τα λόγια με όσο πιο αυστηρό ύφος μπορούσε, αλλά απέτυχε να κρύψει πίσω απ’ αυτά την κατάπληξή του. Τι συμβαίνει εδώ; Ποια είναι αυτή η κοπέλα που σέρνεις μαζί σου; Δεν καταλαβαίνω…&lt;br /&gt;- Ώστε, λοιπόν, δεν ξέρεις ποια είναι αυτή η κοπέλα. Είσαι σίγουρος γι αυτό; Για κοίταξέ την καλύτερα…&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ κοίταξε τη Ναντίν με προσποιητή απάθεια σα να την έβλεπε πρώτη του φορά. Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε περίτεχνα μια έκφραση έκδηλης απορίας. Πάντα τα πήγαινε καλά με τις μπλόφες. Άραγε, θα τα κατάφερνε κι αυτή τη φορά;&lt;br /&gt;- Ε, λοιπόν, όχι. Δεν τη γνωρίζω. Δεν την έχω δει ποτέ μου… Σιμών τι σ’ έπιασε και φέρεσαι έτσι; Είσαι στα καλά σου, ή να φωνάξω το ασθενοφόρο να σε μεταφέρει στο κοντινότερο ψυχιατρείο;&lt;br /&gt;Η Σιμών εξερράγη. Δε μπορούσε να κατακρατήσει εντός της όλο αυτό το μένος που την έπνιγε.&lt;br /&gt;- Ελεεινέ! Σάτυρε! Γιατί μου το έκανες αυτό; Γιατί ρίχτηκες σ’ αυτή την κοπελίτσα;&lt;br /&gt;Η Σιμών ήταν φανερά εκτός εαυτού. Έσφιξε ασυναίσθητα το μπράτσο της Ναντίν με μεγαλύτερη δύναμη, τόσο που τα νύχια της άφησαν ημισεληνοειδή αποτυπώματα επάνω στο δέρμα της κοπέλας. Η Ναντίν αντέδρασε και προσπάθησε να της ξεφύγει, δίχως να τα καταφέρει. Όταν είδε πως η αντίστασή της είχε υπερνικηθεί, έμεινε ακίνητη, αποδεχόμενη την τιμωρία της. Ο Ντανιέλ κοιτούσε τις δυο γυναίκες απέναντί του και δεν ήξερε αν έπρεπε να συνεχίσει να δείχνει θυμωμένος μαζί τους, ή να ξεσπάσει σε ακράτητα γέλια. Παρέμεινε, ωστόσο, σιωπηλός και υπολογιστικός.&lt;br /&gt;- Για κακή σου τύχη, αυτή η άμοιρη τηλεφώνησε στο ιατρείο λίγο μετά από… ξέρεις από τι. Εσύ εκείνη τη στιγμή ήσουν στο νοσοκομείο για τις διατυπώσεις του… ξέρεις ποιου.&lt;br /&gt;- «ξέρεις από τι… ξέρεις ποιου…» Τι είναι αυτά που λες Σιμών; Έλα στα συγκαλά σου σε παρακαλώ. Με τρομάζεις. Ο Ντανιέλ συνέχιζε να μπλοφάρει κι αυτό φούντωσε ακόμη περισσότερο την αγανάκτηση της γυναίκας. Τα λόγια της έβγαιναν τώρα ασθματικά, όπως και η αναπνοή της. Συνέχισε από το σημείο στο οποίο την είχε διακόψει ο Ντανιέλ.&lt;br /&gt;- Μου τα εξομολογήθηκε όλα. Άκουσες; Όλα…&lt;br /&gt;- Ποια όλα, δηλαδή;&lt;br /&gt;- Όλα, με το νι και με το σίγμα. Μου είπε πως τη φλέρταρες στο κυλικείο της Σχολής, πως την πήρες στο αυτοκίνητό σου και πως θέλησες να τη βιάσεις…&lt;br /&gt;Άλλο πάλι και τούτο. Άκουσε καλά; Η Σιμών είπε τη λέξη «βιασμός»; «Αναιδέστατο νυμφίδιο. Ακούς εκεί… Πώς μπορούσα ποτέ να σε βιάσω τη στιγμή που ανταποκρινόσουν με τέτοιο πάθος στα φιλιά μου; Καταραμένη!» Ο Ντανιέλ κοίταξε με μίσος τη Ναντίν. Εκείνη τα έχασε με τη δύναμη του βλέμματός του και χαμήλωσε τα μάτια, ενώ το χαμόγελο εμφανίστηκε και πάλι στα χείλη της. Αυτή τη φορά ο Ντανιέλ δε μπορούσε να πει αν αυτό το χαμόγελο οφειλόταν σε αμηχανία, ή σε εκδικητικότητα. Τη μισούσε. Ευχήθηκε να την είχε πραγματικά βιάσει.&lt;br /&gt;- Κοίταξέ με, Ντανιέλ και άκουσε καλά αυτά που έχω να σου πω, συνέχισε η Σιμών με ακατάβλητη ορμή. Όταν μου είπε όλα αυτά τα ανομολόγητα και πρωτάκουστα, την έπεισα να συναντηθούμε για να μιλήσουμε από κοντά. Γύρισε προς τη Ναντίν: Μου είπες πως μπορούσες στις δέκα το βράδυ, έτσι δεν είναι; Η φοιτήτρια κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, δίχως να βγάλει τσιμουδιά. Ξανάριξε το αγριεμένο κι επικριτικό βλέμμα της στον Ντανιέλ: Κλείσαμε, λοιπόν, ραντεβού στις δέκα έξω από ένα καφέ. Εκεί μου επανέλαβε σταθερά τα ίδια που μου είχε πει και στο τηλέφωνο. Μιλούσαμε επί δύο ολόκληρες ώρες. Κόντεψα να τρελαθώ. Την πήρα και ήρθαμε στο σπίτι σου. Τώρα θα μας πεις τη δικιά σου εκδοχή. Λέγε, λοιπόν… λέγε! Πώς μπόρεσες και μίανες ένα τέτοιο λουλούδι;&lt;br /&gt;Στο άκουσμα της λέξης «λουλούδι» ο Ντανιέλ δεν κρατήθηκε και ξέσπασε σε ηχηρά γέλια. Γέλασε, γέλασε.. γέλασε με την ψυχή του. Και όταν το γέλιο στέρεψε ξανακοίταξε τις δυο γυναίκες, που τον κοιτούσαν τώρα με μεγάλη απορία. Η Σιμών αναστέναξε με τα ρουθούνια της, σαν μαινόμενος ταύρος. Η Ναντίν σκούπιζε αμήχανα με τη σόλα της γόβας της κάτι αόρατο στο πάτωμα. Η εικόνα αυτή των δυο γυναικών του φάνηκε κωμική και του προκάλεσε ένα στερνό κύμα γέλιου. Μετά σιώπησε. Η φουρτούνα εντός του είχε, πλέον, κοπάσει.&lt;br /&gt;- Ε, λοιπόν, και τι έγινε; Ρώτησε με θράσος.&lt;br /&gt;- Ρωτάς τι έγινε;! Τσίριξε υστερικά η Σιμών και όρμησε καταπάνω του με ασυγκράτητη μανία, έχοντας προτεταμένα τα σφιχτά κυρτωμένα δάκτυλά της για να του βγάλει τα μάτια. Ο Ντανιέλ την πρόλαβε και την ακινητοποίησε, αρπάζοντάς την με δύναμη από τους καρπούς. Η Σιμών έδειξε πως πόνεσε από το δυνατό σφίξιμο και έκανε να απελευθερωθεί από τις αρπάγες του άντρα. Ο Ντανιέλ την κοίταξε με παράταιρη ηρεμία. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα ξέσφιξε τις παλάμες του, και η Σιμών απελευθερώθηκε. Έτρεξε ευθύς πίσω στην πρωτινή της θέση, δίπλα στη φοιτήτρια, που κοιτούσε τον Ντανιέλ με ύφος χαμένο και μπερδεμένο.&lt;br /&gt;Ο άντρας κοίταξε τη Ναντίν κατάματα και με προσποιητή περιέργεια και κίβδηλο ενδιαφέρον τη ρώτησε:&lt;br /&gt;- Πώς ονομάζεσαι κοπέλα μου; Σε γνωρίζω;&lt;br /&gt;- Ώστε διαφθείρεις τις κοπέλες του κόσμου και δεν κάνεις τον κόπο ούτε το μικρό τους όνομα να θυμηθείς! Ούρλιαξε έξαλλη η Σιμών από την ασφαλή απόσταση στην οποία βρισκόταν.&lt;br /&gt;- Μα, αγάπη μου –πρόφερε την προσφώνηση με εμφαντική ειρωνεία– αν θυμόμουν τα ονόματα όλων αυτών των δύστυχων –όπως εσύ λες– κοριτσιών, η μνήμη μου θα είχε εξαντληθεί και δε θα χωρούσε πράγματα που είναι πιο σημαντικά στη ζωή. Σαν τέτοια θεωρώ τους ασθενείς μου, εσένα…&lt;br /&gt;Σ’ απάντηση των σαρκαστικών του λόγων, η Σιμών αρκέστηκε να μισοκλείσει μισερά τα μάτια της και να σουφρώσει τα όμορφα, άβαφα χείλη της. Αναπάντεχα, ο Ντανιέλ αισθάνθηκε ερωτική διέγερση γι αυτή. Ένιωσε φλογερή την επιθυμία να αρπάξει αυτή τη μαινόμενη γυναίκα και να τη ρίξει στον πάτωμα όπου θα την έκανε δική του γι ακόμη μια φορά. Με ανάμικτα συναισθήματα θαυμασμού και απορίας συνειδητοποίησε πως το όργανο ανάμεσα στα πόδια του, εκείνος ο μικρός τύραννος της ζωής του, άρχισε να ανασαλεύει και να φουσκώνει με σφύζον αίμα. Εδώ και τόσες ώρες είχε ξεχάσει την ύπαρξή του, δεν του είχε δώσει καμία σημασία. Πίστευε πως οι άκαιρες στύσεις είχαν λάβει τέλος και πως ήταν ένας ανίκανος, όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι κάποιος προορισμένος για ανώτερες πνευματικές σφαίρες. Να, όμως, που το πέος του ζούσε ακόμη· δεν είχε ξεψυχήσει.&lt;br /&gt;- Ναντίν με λένε, είπε ντροπαλά και μετά από μεγάλη χρονική απόσταση η φοιτήτρια, έτσι που η απάντησή της έμοιαζε παντελώς άκαιρη και ανούσια. Αλήθεια, δε θυμόσαστε το όνομά μου;&lt;br /&gt;Είπε την τελευταία φράση της αποκαρδιωμένη και απογοητευμένη. Αισθάνθηκε εντελώς ξένη μες στο ξένο εκείνο σπίτι και λαχταρούσε μ’ όλη την ψυχή της να τελειώσει η τραγελαφική σκηνή ανάμεσα στο Ντανιέλ και τη Σιμών, για να φύγει τρέχοντας από εκεί. Το ζευγάρι την κοίταξε παραξενεμένο. «Μου φαίνεται πως ό,τι έπαθες το άξιζες βρωμοθήλυκο» σκέφτηκε η Σιμών καθώς την κοιτούσε με επίμονα διερευνητικό βλέμμα. «Ώστε, λοιπόν, στενοχωρήθηκες με την ιδέα πως δεν είσαι τίποτα για μένα, ασήμαντο πορνίδιο…» σκέφτηκε ο Ντανιέλ. Κανείς από τους δυο τους, όμως, δεν εξωτερίκευσε τις σκέψεις αυτές.&lt;br /&gt;- Ναντίν, γιατί απευθύνθηκες στη γραμματέα μου, αντί να έρθεις κατευθείαν σε ‘μένα, που είμαι εξάλλου και ο υπαίτιος της σεξουαλικής βεβήλωσής σου;&lt;br /&gt;Η Σιμών, πήγε κάτι να ξεστομίσει, μα την έκοψε η τρεμάμενη και αβέβαιη φωνή της Ναντίν:&lt;br /&gt;- Δεν βρήκα το τηλέφωνο ούτε την οδό του σπιτιού σας σε κανέναν κατάλογο. Μάλλον τα έχετε κάνει απόρρητα. Το μόνο που μπόρεσα να βρω ήταν το τηλέφωνο του ιατρείου σας.&lt;br /&gt;- Και για ποιο λόγο δε ζήτησες τα στοιχεία μου από την καλή μας τη Σιμών; Γύρισε και κοίταξε με δηκτικό χαμόγελο τη γραμματέα. Η Ναντίν είχε αφήσει για τα καλά τη σιωπηλή στάση που διατηρούσε τόση ώρα. Χωρίς δισταγμούς αυτή τη φορά, απάντησε θαρρετά και με σταθερό τόνο:&lt;br /&gt;- Να… όταν η γραμματέας σας απάντησε στο τηλεφώνημά μου δε φαινόταν να είναι σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Με παραξένεψε που έκλαιγε… ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα, δεν το περίμενα. Όταν ζήτησα να μου δώσει εσάς στο τηλέφωνο και της είπα πως είμαι φοιτήτριά σας, εκείνη άρχισε να με ρωτά αν μου είχατε κάνει κάτι κακό. Τα έχασα. Χωρίς να ξέρω γιατί, πίστεψα πως η δεσποινίς Σιμών τα ήξερε όλα για μένα. Έτσι κι εγώ έκανα το λάθος και τις τα επιβεβαίωσα.&lt;br /&gt;Όση ώρα η Ναντίν μιλούσε, η Σιμών την κοίταζε με μια ιδέα εχθρότητας στο πρόσωπό της. «Δεν είμαστε καλά…» απόρησε. «Πριν λίγη ώρα φαινόταν τόσο ταραγμένη και προσβεβλημένη, που με έκανε να τη συμπονέσω για τον δήθεν βιασμό της. Και τώρα, μιλά σαν να μετάνιωσε που μου εκμυστηρεύτηκε το μαρτύριό της, σαν να μην έπρεπε να με εμπιστευτεί, σαν να είμαι μια απλή γραμματέας και τίποτε άλλο. Θα με τρελάνει αυτή η κοπέλα…» Ο Ντανιέλ από την πλευρά του, είχε διακρίνει το εχθρικό βλέμμα της Σιμών και διασκέδαζε με τη σκηνή που εκτυλισσόταν ενώπιόν του σε όλο το κωμικοτραγικό της μεγαλείο. Η Ναντίν συνέχισε:&lt;br /&gt;- Συγχωρέστε με, ήταν λάθος μου. Δεν έπρεπε να σας εκθέσω έτσι στη γραμματέα σας. Ήθελα απλώς να σας δω για να σας πω… για να σας πω πως το περιστατικό που συνέβη μεταξύ μας σήμερα το μεσημέρι, σημαίνει για μένα κάτι περισσότερο από κάποιο τυχαίο και ασήμαντο γεγονός. Μου είστε πολύ συμπαθής και…&lt;br /&gt;- Ώστε έτσι, άθλιο πουτανάκι! Βρυχήθηκε έντονα διαμαρτυρόμενη η Σιμών.&lt;br /&gt;Την έπνιγε η αγανάκτηση για την αδικία που συντελούνταν εις βάρος της. Άρπαξε την κοπέλα από την τιράντα της κατακόκκινης φούστας με το αποκαλυπτικό ντεκολτέ και άρχισε να την τραβά και να την ταρακουνά, ώσπού τελικά έσκισε το λεπτό εκείνο σχοινάκι. Τότε το κομμένο τμήμα της τιράντας, μαζί με τη σύστοιχη γωνία του ντεκολτέ υποχώρησαν και διπλώθηκαν προς τα εμπρός, ξεσκεπάζοντας σκανδαλιστικά τον ένα μαστό της Ναντίν. Ο Ντανιέλ, που ως εκείνη τη στιγμή έκανε χάζι με το γελοίο θέαμα της συμπλοκής των δύο γυναικών και έδειχνε να το χαίρεται με όλη την απάθεια της ψυχής του, τα έχασε μπρος στη θέα του γυμνού στήθους. Ήταν ολοστρόγγυλο, πελώριο, στητό, με μια τέλεια ροδαλή ρόγα λίγο κάτω από το κέντρο του. Έτσι όπως έχασκε μέσα από το ρούχο, ήταν σα να τον καλούσε να το αρπάξει με το χέρι του και να το χαϊδέψει τρυφερά. Το πέος του μες στο παντελόνι πάλευε ενάντια στη στενότητα του κλουβιού του. Η Σιμών, που τον ήξερε καλά, κοίταξε αυτόματα προς το συγκεκριμένο σημείο του κορμιού του και είδε, προς μεγάλη της αγανάκτηση και απογοήτευση, ένα νεοσχηματισμένο εξόγκωμα που σκιρτούσε αδιόρατα. Κόρωσε, φούντωσε από οργή. Στο ίδιο σημείο έπεσε και το βλέμμα της Ναντίν που αμέσως κοκκίνισε από ντροπή και σκέπασε με το χέρι της το γυμνωμένο στήθος της. Παρόλα αυτά δε μπόρεσε να μη νιώσει μια κρυφή ικανοποίηση.&lt;br /&gt;- Νομίζεις πως θα μείνεις ατιμώρητος για όλα όσα έκανες σήμερα; Στρίγκλισε έξαλλη η Σιμών. Και δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ρίχτηκες σ’ αυτήν εδώ την άθλια… έκανες και κάτι άλλο. Κάτι απείρως χειρότερο.&lt;br /&gt;- Σαν τι, δηλαδή;&lt;br /&gt;- Σκότωσες έναν άνθρωπο!!&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ θυμήθηκε έξαφνα το Ματιέ. Τον είχε σκανδαλιστικά λησμονήσει τις τελευταίες ώρες. Είχε σκοτώσει άθελά του έναν ασθενή και «φίλο» του και δεν έκανε τον κόπο ούτε να του αφιερώσει μερικών λεπτών σκέψη. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση συνειδητοποίησε πως καμία τύψη δεν τον είχε καταλάβει, καμία Ερινύα δεν είχε καταφτάσει προς βασανισμό του. Όλες οι Άρπυες του αρχαίου κόσμου μαζί δεν ήταν ικανές να τον απειλήσουν με αιώνια τιμωρία. Ήταν τόσο δυνατός που κανείς άνθρωπος, ακόμη και η ίδια η Σιμών του, δε μπορούσε να αναμοχλεύσει μες στην παγερή ψυχή του συναισθήματα αποτροπιασμού και μετάνοιας για την ηθική αυτουργία στο θάνατο ενός βδελυρού, γλοιώδους υπανθρώπου, όπως ήταν ο Ματιέ –ας συγχωρεθεί ο μακαρίτης, καλή του ώρα εκεί που είναι. Στο άκουσμα της κατηγορίας του φόνου, η Ναντίν τα έχασε προς στιγμήν. Κοίταξε στα μάτια τη Σιμών για να βεβαιωθεί πως σοβαρολογούσε. Έπειτα, κοίταξε το Ντανιέλ για να διακρίνει στο βλέμμα του την ενοχή του δολοφόνου, μα δεν την είδε. Έπρεπε το δίχως άλλο να φύγει από εκεί μέσα, και μάλιστα, όσο το δυνατό γρηγορότερα. Φοβήθηκε για τη σωματική της ακεραιότητα. Οπωσδήποτε το ζευγάρι αυτό δεν ήταν φυσιολογικό. Οι λάμψεις των ματιών τους της προκαλούσαν εδώ και ώρα ανησυχία, αλλά κάτι τέτοιο… ένας πραγματικό φόνο, ποτέ δεν της είχε περάσει από το νου.&lt;br /&gt;- Τα είπα όλα. Ναι, τα ξέρασα όλα στην αστυνομία.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ δεν ανησυχούσε. Ήξερε πως ήταν στο απυρόβλητο, λόγω του επικείμενου, προκαθορισμένου θανάτου του. Τι μπορούσε να του κάνει η αστυνομία και όλοι οι εισαγγελείς μαζί; Κούφια λόγια… κούφιες απειλές. Δεν μπορείς να συλλάβεις κάποιον που είναι ετοιμοθάνατος και ψυχορραγεί…&lt;br /&gt;Από την άλλη, ήταν η σειρά της Σιμών να μπλοφάρει. Έλεγε ψέματα· σε κανέναν δεν είχε αποκαλύψει το κοινό μυστικό τους, ούτε καν στον φίλο τους το Ζαν, που είχε βαλθεί να της εκμαιεύσει πιεστικά μια εξομολόγηση. Αυτό την έκανε να αισθάνεται συνένοχη και το συναίσθημα αυτό τη βασάνιζε τόσο που έπρεπε να το βγάλει από μέσα της. Είχε αναγκαστεί να γίνει συνωμότης, συνεργός στο έγκλημα. Για τίποτα, όμως, στον κόσμο δε θα κατέδιδε τον Ντανιέλ. Ίσως γιατί σιγόκαιγαν ακόμη κάποιες ελπίδες εντός της, ελπίδες πως όλα όσα έγιναν, όλη εκείνη η παράξενη και αδικαιολόγητη μεταστροφή του χαρακτήρα του αγαπημένου της, κάποτε θα ξεχνιούνταν και όλα θα γινόταν φυσιολογικά όπως πριν. Περίμενε από τον άντρα της ένα σημάδι αλλαγής, μια απειροελάχιστη ένδειξη επιστροφής στον παλιό, καλό εαυτό του, αυτόν που τόσο πολύ είχε αγαπήσει, αυτόν που είχε κυριολεκτικά λατρέψει δίχως όρους και απαιτήσεις.&lt;br /&gt;- Τι ακριβώς είπες, δηλαδή, ρώτησε με προσποιητή αγωνία ο Ντανιέλ. Κατά βάθος δεν του καιγόταν καρφί.&lt;br /&gt;- Όλα. Όπως ακριβώς έγιναν.&lt;br /&gt;Η Ναντίν στεκόταν ορθή πλάι στη γυναίκα και άκουγε με έκδηλο ενδιαφέρον και περιέργεια. Ήθελε κι αυτή να μάθει τι ακριβώς είχε κάνει ο καθηγητής της. Με ποιο τρόπο έφτασε στη δολοφονία.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ άφησε να περάσουν κάποια δευτερόλεπτα, κατά τη διάρκεια των οποίων προσποιήθηκε όσες εκφράσεις μπόρεσε να θυμηθεί που να θυμίζουν απελπισία και φόβο. Το παιχνίδι αυτό είχε γούστο. Τουλάχιστον έτσι περνούσε γρηγορότερα η ώρα και υπήρχε κάποιο ενδιαφέρον στη διάρκεια της αναμονής της εξαγνιστικής εξαΰλωσής του.&lt;br /&gt;- Γιατί, Σιμών; Γιατί, αγάπη μου! Γιατί θέλεις να με καταστρέψεις; Αφού το ξέρεις καλά πως μαζί με τη δική μου καταστροφή θα έρθει και η καταστροφή της σχέσης μας, της ευτυχισμένης μας ζωής, και τελικά θα έρθει και η δική σου καταστροφή. Τόσο ανόητη είσαι λοιπόν; Κι όλα αυτά για ένα παλιοκόριτσο σαν κι αυτό εδώ; Μόνη σου κατάλαβες το ήθος της. Μπορείς, επομένως, να φανταστείς ποιος παρέσυρε ποιον…&lt;br /&gt;Η Ναντίν δεν ήξερε αν έπρεπε να προσβληθεί, ή να παραμείνει αμέτοχη και άλαλη. Προτίμησε σοφά το δεύτερο. Η Σιμών έδειξε να χάνει την αυτοπεποίθησή της για λίγο, αλλά τελικά κατάφερε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της.&lt;br /&gt;- Η καταστροφή σου αξίζει απόλυτα· είναι το αποτέλεσμα των άδικων πράξεών σου. Το ίδιο μου αξίζει κι εμένα, που εμπιστεύτηκα την ευτυχία μου σε σένα, σε ένα σάτυρο και μανιακό. Δε μένει παρά να σε φτύσω κατάμουτρα, μιας και δεν αξίζει ούτε καν να σου μιλώ. Είσαι ένα βδέλυγμα, μια βδέλλα που ρουφάς το αίμα των ανθρώπων, ένας έκφυλος που ζεις μόνο και μόνο για να ικανοποιείς τα σκοτεινά πάθη σου. Θυμάσαι που μου μιλούσες κάποτε για το Μαρκήσιο ντε Σαντ; Θυμάσαι το έργο του «Ζαστίν»; Ε, λοιπόν, η Ζαστίν δεν είναι παρά ένα αμβληχρό υποκατάστατο της δικής μου της ζωής!&lt;br /&gt;Μίλησε σκληρά και άκαρδα· το ήξερε. Έλα, όμως, που δε μπορούσε να σκεφτεί άλλο τρόπο για να τον συνεφέρει.&lt;br /&gt;- Τα παραλές, Σιμών. Ωστόσο, σε διαβεβαιώνω πως θα το μετανιώσεις και, μάλιστα, οικτρά…&lt;br /&gt;- Μπα, μήπως διακρίνω μια αυτοπεποίθηση, τη στιγμή που δε θα έπρεπε να υπάρχει;&lt;br /&gt;- Δεν είναι αυτοπεποίθηση, ούτε κομπασμός. Έτσι ήσουν πάντα: παρεξηγούσες κάθε πράξη και κάθε λόγο μου. Γιατί να μην το κάνεις και τώρα… σ’ αυτές τις όλο αγωνία στιγμές για μένα; Τη λέξη «αγωνία» την τόνισε ιδιαίτερα. Με έκπληξη, άκουσε τα δίχως οίκτο και έλεος λόγια της αγαπημένης του προς απάντησή του:&lt;br /&gt;- Ούτε τα λυπημένο ύφος σου, ούτε τα εμφαντικά λόγια σου έχουν τη δύναμη να με κάνουν να αλλάξω γνώμη. Έχω ξεπεράσει εδώ και αρκετά χρόνια το ρομαντικό στάδιο, το οποίο διέρχεται η φίλη σου η Ναντίν, και έχω μάθει πια να βλέπω τις καταστάσεις ρεαλιστικά και να λέω τα πράγματα με το όνομά τους, δίχως να χρησιμοποιώ ευφημισμούς και βερμπαλισμούς. Είσαι, πλέον, ανίκανος να προκαλέσεις τη συμπόνια μου. Εγώ δε μπορώ να σε συγχωρήσω, ή να σε λυπηθώ. Μονάχα ο Θεός μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Είμαι απλά μια συνηθισμένη γυναίκα, που αγάπησε ένα συνηθισμένο γιατρό και τόλμησε να ονειρευτεί πως θα τον παντρευτεί και θα ευτυχίσει μαζί του, ζώντας μια συνηθισμένη ζωή, όπως όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι εσύ με απομύζησες, ρύπανες την ψυχή μου με τις προστυχιές σου και τα εφηβικά σου ανώριμα φερσίματα. Δεν αντέχω άλλο μια τέτοια κατάσταση. Προτιμώ να σε δω να σαπίζεις στην φυλακή, αφού δε θέλεις να είσαι στο πλευρό μου, μοναδικός αγαπημένος μου.&lt;br /&gt;Τα είπε όλα αυτά μονοκοπανιάς, με μια παρατεταμένη πνοή που έβγαινε καυτερή από τα κατάβαθα του «είναι» της. Αποτέλειωσε την τελευταία φράση της ξέπνοη και ολοφυρόμενη, κατειλημμένη από ένα ασταμάτητο τρέμουλο και ποτισμένη στον ιδρώτα του αγωνιώδους πυρετού. Η καταιγίδα που είχε σπείρει, τώρα πια κόπασε. Έντονη συμπόνια έσκισε μεμιάς την καρδιά του άντρα. Αλίμονο, αυτός, που με κόπο είχε καταφέρει να απαλλαχτεί από συναισθήματα σαν κι αυτά, τώρα υποτροπίαζε; Ξεστράτιζε από την πορεία προς την Ελευθερία, μια πορεία που τόσο ακριβά είχε πληρώσει ως εκείνη τη στιγμή; Την αγαπούσε ακόμη, κι αυτό ήταν κάτι που τον καταδίκαζε σε παραμονή σ’ αυτόν τον μίζερο και άχαρο κόσμο. Η Σιμών κάλυψε με τις παλάμες της το πρόσωπό της και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα και λυγμικά. Η Ναντίν, δίπλα της, έμοιαζε με άβουλο ον που δε μπορεί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και αφήνεται να παρασυρθεί από την ορμητική ροή των καταστάσεων.&lt;br /&gt;- Αν ήξερες… είπε εκείνος κι αμέσως έκοψε τη φράση του. Ίσως δεν ήταν ακόμη τόσο αργά για να της δώσει να καταλάβει τι περνούσε, ποιο μεγάλο σκοπό περίμενε από στιγμή σε στιγμή. Η Σιμών, μες στους λυγμούς της, δεν άκουσε τη φράση του κι έτσι την επανέλαβε:&lt;br /&gt;- Αν ήξερες, μονάχα…&lt;br /&gt;- Αν ήξερα τι, τέλος πάντων; Τι άλλο έχεις να μου πεις; Τι έχεις να πεις και σ’ αυτή εδώ τη μικρή τρελή που κρέμεται από τα χείλη σου; Το ξέρω πως πιότερο απευθύνεσαι σ’ αυτήν, παρά σε μένα. Γνωρίζω καλά πού αποσκοπείς.&lt;br /&gt;- Αυτή η κοπέλα δε σημαίνει τίποτα για μένα, δήλωσε με απάθεια εκείνος. Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στη Ναντίν για να δει την αντίδρασή της στα λόγια του, συνέχισε απευθυνόμενος αποκλειστικά στη Σιμών, σαν να ήταν οι δυο τους μόνοι μες στο σπίτι: Άκουσέ με, Σιμών. Αν με κατηγορείς για τις πολλές επιπόλαιες σχέσεις που κατά καιρούς είχα, δεν έχεις άδικο. Αν πάλι με κατηγορείς για την έντονη και ασυγκράτητη σεξουαλικότητά μου, δεν έχεις, επίσης, κανένα απολύτως άδικο. Αν, όμως, με κατηγορείς πως δε σε αγαπώ και δε νοιάζομαι για σένα, τότε γίνεσαι ο πιο άδικος και σκληρός δικαστής που μπορεί να υπάρξει.&lt;br /&gt;- Μπα… περιορίστηκε να πει η Σιμών.&lt;br /&gt;- Μη με ειρωνεύεσαι, αγάπη μου…&lt;br /&gt;Σταμάτησε να μιλά για λίγο και παρατήρησε τη Σιμών απέναντί του. Εκείνη έδειχνε να τα έχει χαμένα ολότελα από αυτή την αναπάντεχη μεταστροφή του. Αντίθετα, περίμενε πως θα θύμωνε με τα σκληρά, άκαρδα λόγια της, πως θα την έβριζε. Όλα τα περίμενε· μια τέτοια, όμως, αντίδραση της προκάλεσε απόλυτη σύγχυση. Ο Ντανιέλ συνέχισε στον ίδιο απολογητικό τόνο:&lt;br /&gt;- Ναι, αγάπη μου… αν ήξερες ποια αποκαλυπτική αλήθεια συνειδητοποίησα σήμερα, ποιο τέλος με περιμένει, δε θα μου μιλούσες μ’ αυτό τον τρόπο.&lt;br /&gt;- Τι θες να πεις; Εξηγήσου… Η γυναίκα ήταν ένα ψυχικό ράκος.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ είχε αποφασίσει να της ανοίξει την ψυχή του, να της πει τα πάντα. Την τελευταία, όμως, στιγμή δίστασε, δείλιασε. Ο πονηρός δαίμονας που κατασκήνωνε μες στην ψυχή του, αντέδρασε αστραπιαία, εξεγέρθηκε. «Τι πας να κάνεις ανόητε; Θα τα καταστρέψεις όλα! Είσαι ένας άθλιος, κοινός ανθρωπάκος και σου αξίζει η ίδια άδοξη μοίρα που αξίζει σ’ έναν τέτοιο ανθρωπάκο. Σε συμβουλεύω να μην πεις τίποτα. Λίγες ακόμη στιγμές μεσολαβούν μέχρι τη μέθεξή σου με την πολυπόθητη Ελευθερία. Μην κάνεις, επομένως, κάτι που θα το μετανιώσεις οικτρά». Αυτά είπε το δαιμόνιο. Ο Ντανιέλ ένιωσε φόβο, όχι εξαιτίας της εσωτερικής αυτής φωνής, αλλά εξαιτίας της αδυναμίας που τον έκανε να νιώθει αγάπη και συμπόνια, που τον έβαζε σε πειρασμό να απολογηθεί στη Σιμών και να της αποκαλύψει τον ιερό σκοπό του. Το δαιμόνιο τον συνέφερε. Ας ήταν αυτός ο τελευταίος πειρασμός…&lt;br /&gt;Έπρεπε να βρει κάτι άλλο να πει. Έξαφνα, φωτίστηκε.&lt;br /&gt;- Ακόμη δεν κατάλαβες, ανόητη γυναίκα; Είχα αποφασίσει να σε παντρευτώ, να σε κάνω γυναίκα μου και να ζήσουμε μαζί μια ευτυχισμένη, γαλήνια συζυγική ζωή. Κι εσύ τα κατέστρεψες όλα…&lt;br /&gt;Η Σιμών ταράχτηκε. Ρίγησε σύγκορμη. Η νευρικότητά της εξαπλώθηκε ως τα πόδια της και από εκεί επέστρεψε προς το κεφάλι της. Τα χείλη της έτρεμαν, τα μάτια της βούρκωσαν και το βλέμμα της θόλωσε. Τα δάκρυα την πλημμύρισαν και άρχισαν να ξεχειλίζουν από το χείλος του κάτω βλεφάρου και να κυλούν πάνω στα ωχρά μάγουλά της. Τα στήθη της φούσκωσαν από τον αέρα μιας βαθιάς, παρατεταμένης εισπνοής. Οι χτύποι της καρδιάς της έγιναν τόσο έντονη που θάρρησε πως έφταναν ως τα αυτιά του Ντανιέλ.&lt;br /&gt;- Είδες που τα κατέστρεψες όλα; Τι έχεις να πεις τώρα γι αυτό; Συνέχιζε σαδιστικά κι αλύπητα ο Ντανιέλ. Την κεραυνοβολούσε με τύψεις και ενοχές που δε μπορούσε άλλο να αντέξει.&lt;br /&gt;Η Ναντίν παρακολουθούσε σα χαμένη τα τεκταινόμενα, ενώ έσφιγγε το χέρι της πάνω στο γυμνό της στήθος, όχι πια τόσο για να το κρύψει από την κοινή θέα, όσο γιατί ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται καθώς συνειδητοποιούσε την αγωνία της Σιμών.&lt;br /&gt;Η Σιμών άρπαξε στις μικρές της χούφτες τούφες από τα μαλλιά της και άρχισε να τις τραβά με μανία, σα να ήθελε να τις ξεριζώσει, σε μια προσπάθεια αυτοτιμωρίας.&lt;br /&gt;- Αγάπη μου συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ! Ω, τι έκανα η δύστυχη! Πες μου πώς μπορώ να επανορθώσω για το λάθος μου… συγχώρεσέ με!&lt;br /&gt;Έτρεξε προς τον Ντανιέλ και έπεσε στην αγκαλιά του. Τον έσφιξε με τα ίδια χέρια που λίγα λεπτά πριν θα του έβγαζαν τα μάτια. Ω, πόσο τον αγαπούσε! Ο Ντανιέλ έμεινε ακίνητος κι ορθός, έχοντας γαντζωμένη επάνω του τη Σιμών. Έκλαιγε με λυγμούς πάνω στο στήθος του και τα δάκρυά της έβρεξαν με σταλαγματιές το πουκάμισό του. «Καταραμένε διάβολε! Γιατί να ξεπεταχτείς εμπρός μου σήμερα; Αυτή την ημέρα των γενεθλίων μου; Γιατί δε με άφησες να χαρώ με την γλυκιά μου γυναίκα την κοινή αυτή γιορτή; Γιατί… γιατί τρισκατάρατο ον;» Έσκυψε και της φίλησε τα μαλλιά. Παραλίγο να κλάψει κι ο ίδιος. Κι όμως, δεν την άξιζε μια τόσο μεγάλη αγάπη, γιατί δεν ήταν καν άνθρωπος. Ήταν ένα τέρας όμοιο με την αποτροπιαστική χίμαιρα που του είχε φανερωθεί πάνω στην επιφάνεια του καθρέφτη. Τι κι αν έμοιαζε με άνθρωπο εξωτερικά; Στα σπλάγχνα του έκρυβε μια καταχθόνια φύση, ένα σιχαμερό δαίμονα. Η Σιμών έπρεπε να αγαπήσει έναν αληθινό άνθρωπο, έναν άντρα φυσιολογικό. Σίγουρα θα έβρισκε κάποιον αντάξιο της καρδιάς της. Εκείνος είχε άλλη αποστολή και θα την εκπλήρωνε ακόμη κι αν η Σιμών αυτοκτονούσε μπροστά στα μάτια του.&lt;br /&gt;- Ντανιέλ, αγάπη μου, τι σου έκανα η τρελή! Δεν το φαντάστηκα ούτε για μια στιγμή… Συγχώρα με! Άσε με να σε βοηθήσω. Ας φύγουμε μαζί μακριά από αυτό το καταραμένο μέρος και ας μην ξαναγυρίσουμε ποτέ πια πίσω. Θα γίνω δούλα σου, σκλάβα σου για την υπόλοιπη ζωή μου. Δέξου με, ακόμη κι αν σε πρόδωσα με τα ασυλλόγιστα λόγια μου. Σου το ορκίζομαι πως δε θα σε ξαναπροδώσω ποτέ πια όσο ζω!&lt;br /&gt;Τον γράπωνε με τα νύχια της στην προσπάθειά της να μην τον χάσει, όπως κάποιος που πέφτει από ένα βράχο και γαντζώνεται με τα νύχια του πάνω στην πέτρα για να σταματήσει το κατρακύλισμα. Δεν έπρεπε να τον χάσει. Τόσα χρόνια ήταν αγαπημένο ζευγάρι. Ήταν τόσα πολλά αυτά που είχαν ζήσει μαζί, τα ταξίδια, οι βόλτες, οι ατέλειωτες συζητήσεις, τα γέλια, οι λύπες, ο έρωτας… όλα αυτά ήταν πάρα πολλά για να πάνε χαμένα σε μια άτυχη μέρα. Θα τον κρατούσε κοντά της, ακόμη κι αν έπρεπε να κάνει τις πιο μεγάλες θυσίες. Έξαφνα, μέσα στην τρέλα και τον αφηνιασμό της, δέχτηκε κάτι που δεν επρόκειτο ποτέ να δεχτεί εν ηρεμία. Ο γυναικείος της εγωισμός είχε εξασθενίσει σε τέτοιο βαθμό, που επισκιάστηκε πλήρως από την αγωνία του αποχωρισμού. Άφησε την αγκαλιά του και έκανε ένα βήμα πίσω. Τον κοίταξε με ένα τρελό βλέμμα. Έτρεξε προς τη Ναντίν, που είχε μείνει στην ίδια θέση σαν άγαλμα, την άρπαξε από το μπράτσο και την έσυρε με πρωτόφαντη δύναμη και βία κοντά στον Ντανιέλ. Εκείνη έκανε μια ελάχιστη προσπάθεια να αντισταθεί, αλλά ενέδωσε. Η Σιμών έπεσε στα γόνατα, αγκαλιάζοντας με το ένα της χέρι το πόδι του άντρα, ενώ με το άλλο κρατούσε σταθερά την άπραγη Ναντίν. Ο ένας μαστός της κοπέλας έμεινε πάλι ξέσκεπος.&lt;br /&gt;- Δέξου με, αφέντη μου. Δέξου και τούτο εδώ το γύναιο. Δέξου και τις δυο μας. Θα κάνουμε ό,τι επιθυμήσεις· θα σε υπηρετούμε και οι δυο σα σκλάβες. Πάρε μας… σε εκλιπαρώ… σε ικετεύω, πάρε μας!&lt;br /&gt;Η Ναντίν δεν ήξερε ούτε τι να πει, ούτε πώς να αντιδράσει. Αφέθηκε μονάχα να παρασυρθεί από την ορμητικότητα της παράξενης εκείνης γυναίκας. Ήταν μια κακή ηθοποιός πάνω στο θεατρικό σανίδι της ζωής. Σαν φυσική συνέπεια της ανεπάρκειάς της, σκέφτηκε πως έπρεπε να ενεργήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ώστε να μην παραμείνει ασήμαντη κομπάρσος στο εκτυλισσόμενο δράμα. Σε ποιο αποκορύφωμα οδηγούσε, άραγε, η φρενιτιώδης πορεία που είχε πάρει η σκοτεινή αυτή κατάσταση; Ποιος ο δικός της ρόλος στην όλη πλοκή του δράματος; Έμοιαζαν όλα πολύ σύνθετα και δυσκολονόητα για το νεαρό της μυαλό, το τόσο άπειρο από καταστάσεις σαν κι αυτές. Ως τη μέρα εκείνη ήξερε τους άντρες μέσα από το πρίσμα της συμπεριφοράς των συνομηλίκων της, καθώς και μέσα από το πρίσμα του επιφανειακού και στυλιζαρισμένου μοτίβου των πρωταγωνιστών του κινηματογράφου. Δεν είχε ποτέ ως τώρα στη ζωή της συναντήσει ένα πραγματικό άντρα, έναν άντρα όπως ο Ντανιέλ. Της είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποία χειριζόταν τη Σιμών, το αυστηρό και συνάμα σαδιστικό ύφος του απέναντι στις γυναίκες, η σταθερότητα των αποφάσεών του. Υπήρχε και κάτι άλλο επάνω του που τη γοήτευε. Δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν αυτό, αλλά ήταν σίγουρη για την ύπαρξή του και την επιρροή του επάνω της.&lt;br /&gt;Από την άλλη, το ίδιο ολωσδιόλου παράξενη και πρωτόγνωρη ήταν για τη Ναντίν η συμπεριφορά της Σιμών. Ασυνήθιστη γυναίκα, το δίχως άλλο. Έμοιαζε με βαθιά θάλασσα, που τις διαθέσεις της δεν μπορεί κανείς να προβλέψει. Εκεί που λες πως η επιφάνειά της είναι ακύμαντη και γαλήνια σαν το λάδι, ξάφνου, από το μακρινό ορίζοντα καταφτάνει μια φοβερή φουρτούνα, που τα κύματά της ανασηκώνουν το βαθυγάλανο σάλι της επιδερμίδας της και ο φλοίσβος τους φτάνει τρομερός ως τα αυτιά των ναυτικών και τους τρομοκρατεί. Έτσι ευμετάβλητη και ανεξιχνίαστη ήταν και η Σιμών. Τη μία στιγμή εξαπέλυε μύδρους και ριπές θυμού κι οργής, ενώ την αμέσως επόμενη στιγμή έμοιαζε με μικρό κοριτσάκι που κλαίει εξαιτίας της τιμωρίας που της επιβλήθηκε. Τη μια στιγμή φάνταζε γυναίκα χειραφετημένη, με ακλόνητη αυτοπεποίθηση και σαγηνευτικό μπρίο, ενώ σε κλάσματα του δευτερολέπτου μετατρεπόταν σε ζητιάνο, σε επαίτη για την αποδοχή και την αγάπη του άντρα που αγαπούσε. Για ένα πράγμα, όμως, ήταν βέβαιη η Ναντίν: η Σιμών αγαπούσε δίχως όρια τον Ντανιέλ και τον ήθελε για πάντα κοντά της, όπως η Κίρκη τον Οδυσσέα. Αν μπορούσε να τον μαγέψει θα το έκανε, ακόμη κι αν καταδικαζόταν γι αυτό στις αιώνιες φωτιές της Κόλασης.&lt;br /&gt;Κι αυτή η ίδια, η Ναντίν… τι ακριβώς ήταν αυτή και ποιος ο ρόλος της; Ο εγωιστικός της χαρακτήρας δεν της επέτρεπε με κανένα τρόπο να παραδεχτεί την ασημαντότητά της, την κατωτερότητά της σε σχέση με το τραγικό εκείνο ζευγάρι. Νέοι ορίζοντες και καινούργιες δυνατότητες απλώθηκαν μπρος στα μάτια της. Δεν μπορούσε εκείνη να είναι μια κοινή φοιτητριούλα, με τις κοινότυπες φιλοδοξίες της, ανάμεσα στους κοινότυπους και βαρετούς συμφοιτητές της. Αναλογίστηκε το φίλο της, το Λεό. Πόσο άδικη ήταν μαζί του όταν τον καταδίκαζε και τον κατηγορούσε για τις συγγραφικές του ανησυχίες, θεωρώντας πως το παν στη ζωή του θα έπρεπε να είναι η επιστημονική καριέρα! Μια εικόνα εγκαταστάθηκε στο νου της και της προκάλεσε αναγούλα: η εικόνα μιας μεσόκοπης, ρυτιδωμένης γιατρού, πίσω από το στείρο κι αποστειρωμένο γραφείο της, μέσα σε κάποια κλινική πλημμυρισμένη στην αποφορά του οινοπνεύματος και του αντισηπτικού. Όχι, δεν της άξιζε ένα τέτοιο μέλλον, ένας τόσο οικτρός συμβιβασμός. Μετά από μια αποκαλυπτική εμπειρία σαν αυτή που ζούσε εκείνη τη στιγμή, ένιωθε πως δε θα μπορούσε ποτέ πια να ανεχτεί μια συνηθισμένη ζωή. Αυτός ο άντρας μπροστά της ήταν, αναμφίβολα, ο υψηλός προορισμός της, το πεπρωμένος της. Ένιωσε να φουσκώνει από ηδονή και έπαρση. Ήθελε να παραμερίσει τη Σιμών, για να σταθεί η ίδια δίπλα στον μοιραίο αυτό άντρα. Το μέλλον φάνταζε τόσο πεζό και τετριμμένο δίχως εκείνον στο πλάι της. Ένιωσε έτοιμη να κάνει ό,τι κι αν εκείνος της ζητούσε… αρκεί να της ζητούσε κάτι… οτιδήποτε. Θα του δινόταν με άφατη ευχαρίστηση, ενώ από τώρα ένιωθε το κύμα του επερχόμενου οργασμού να εφυγραίνει τον κόλπο της. Χίλιες και μία εικόνες παθιασμένης συνουσίας μαζί του πότιζαν το άνθος του αισθησιασμού της, άνθος που για πρώτη φορά στη ζωή της ξεφύτρωσε μεθυστικά μυρωδάτο μες από το άγουρο έδαφος της θηλυκότητάς της. Ω, ας την έκανε ό,τι ήθελε· ας τη μεταχειριζόταν κατά βούληση. Το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να αισθανθεί πλέρια την ολκή του γεννητικού του μορίου μέσα της, να μετατραπεί σε εκμαγείο μες στο οποίο η κολασμένη λάβα του αντρικού πόθου θα έπαιρνε μορφή. Καθώς το πάθος την πυράκτωνε και την έκανε ευλύγιστη, όπως το σίδερο που είναι έτοιμο να δεχτεί το σφυροκόπημα πάνω στο αμόνι, μια και μόνη επιθυμία την κυρίευσε και την έκανε να ασφυκτιά από το βάρος της: ήθελε να νιώσει την ηδονή μέσα από τα σώμα του Ντανιέλ. Ήθελε να καταλάβει για λίγο το κορμί και τις αισθήσεις του άντρα, σαν παράσιτο, και να νιώσει τον ερεθισμό μέσα από το πέος του, να δει μέσα από τα μάτια του, να ηδονιστεί μέσα από την αφή του. Ήθελε, μ’ άλλα λόγια, να είναι ο ίδιος ο Ντανιέλ, να ζήσει και να αισθανθεί μέσα απ’ αυτόν. Ποθούσε να κάνει έρωτα μαζί του και συνάμα μαζί με όλες τις γυναίκες που αυτός είχε γνωρίσει στη ζωή του, από την πρώτη ως την τελευταία, τη Σιμών. Αδημονούσε να νιώσει αυτό που αισθάνεται ένας άντρας όταν κατακτά μια γυναίκα, την ίδια στιγμή που η ίδια θα γινόταν μια ακόμη κατάκτησή του. Ήταν ένα αντικείμενο προς εκμετάλλευση από τον Ντανιέλ και θα έβρισκε την απόλυτη σεξουαλική ικανοποίηση μόνο αν αυτός της φερόταν όπως σε ένα άψυχο αντικείμενο. Του έδινε το ελεύθερο να τη βρίσει, να τη σκοτώσει, να τη βιάσει, γιατί κάθε φορά θα της χάριζε την ίδια ευχαρίστηση…&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ έμεινε ακίνητος να παρατηρεί ψυχρά και αηδιασμένα τις δυο γυναίκες. Τώρα πια το όργανό του είχε καταλαγιάσει και έμενε ακίνητο και μουδιασμένο. Δεν ένιωθε κανένα πόθο. Ήταν ελεύθερος. Έκλεισε τα μάτια του κι ένιωσε ναυτία να αναμοχλεύει τα γαστρικά του υγρά. Κρύος ιδρώτας έλουζε το μέτωπό του και του ερχόταν να λιποθυμήσει. Με έκδηλη κι απροκάλυπτη αηδία έσπρωξε μακριά το σύμπλεγμα των δυο γυναικών και κατάφερε να ελευθερωθεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα, γιατί ασφυκτιούσε. Κοίταξε με βλέμμα πλήρες κενότητας τη Σιμών. Η ματιά του την τρόμαξε.&lt;br /&gt;- Σε αγαπώ, Ντανιέλ. Σε λατρεύω με κάθε μικρό μόριο της ψυχής μου. Είμαι όλη δική σου… αρκεί να με κάνεις γυναίκα σου. Μην αλλάζεις γνώμη, σε παρακαλώ. Για μένα δεν έχει αλλάξει τίποτα. Θυμήσου όλα όσα ζήσαμε μαζί, όλες τις χαρές και όλες τις λύπες της κοινής ζωής μας. Είναι πάρα πολλά όλα αυτά για να τα πετάξεις έτσι άκαρδα κι απερίσκεπτα. Δεν είναι αργά, όπως πιστεύεις. Θα δεις… όλα θα πάνε καλά. Θα ζήσουμε για πάντα ευτυχισμένοι οι δυο μας. Εν ανάγκη θα φύγουμε απ’ αυτή την πόλη… ακόμη κι απ’ αυτή τη χώρα, αν χρειαστεί. Δε θα έχουμε παρελθόν, μονάχα παρόν και μέλλον… καταλαβαίνεις πόσο πολύ σ’ αγαπώ;&lt;br /&gt;Τον αγαπούσε πολύ, είναι αλήθεια. Μα τον αγαπούσε με μια αγάπη παθολογική, ανώμαλη, εκτρωματική. Μια αγάπη που τον γέμισε με αηδία όσο ποτέ άλλοτε ως τότε. Κι αν η Σιμών είχε δίκιο; Αν, όντως, έμελλε να ζήσουν οι δυο τους ευτυχισμένοι από εδώ και πέρα; Δεν είχε καμία σημασία τώρα πια για τον Ντανιέλ. Έτσι κι αλλιώς είχε μια αποστολή να φέρει εις πέρας. Τα χρονικά περιθώρια είχαν στενέψει ασφυκτικά. Όλα ήταν υπόθεση μερικών λεπτών.&lt;br /&gt;- Ντανιέλ, αγάπη μου, είσαι η μοναδική προοπτική της ζωής μου. Το μοναδικό μέλλον στο οποίο πιστεύω με όλη μου την ψυχή. Η ζωή μου είναι μια κλωστή και η απόφασή σου μια φλόγα κάτω απ’ αυτή, που την καίει αλύπητα. Δέξου με για γυναίκα σου κι εγώ θα δεχτώ κάθε σου ιδιορρυθμία, κάθε σεξουαλική σου επιθυμία. Μπορούμε να έχουμε μαζί μας ακόμη και όποια άλλη γυναίκα ποθείς. Φτάνει μονάχα να είσαι ο άντρας μου, να ξέρω ότι ανήκω σε σένα και ότι μου ανήκεις. Ας πάρουμε κι αυτό το κορίτσι μαζί μας. Δέχομαι να μας έχεις και τις δύο. Σε έχω απόλυτη ανάγκη. Θα σου σταθώ σε κάθε δυσκολία, αρκεί να είμαι μέρος της ζωής σου αναπόσπαστο, αναφαίρετο…&lt;br /&gt;Η Σιμών παραλογιζόταν. Δεν ήξερε κι εκείνη τι την είχε πιάσει και έπεφτε τόσο χαμηλά, τσαλαπατώντας αλύπητα την αξιοπρέπειά της. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. Ένιωθε φτηνή και τιποτένια. Όμως, η παρόρμηση της στιγμής εκείνης δεν της επέτρεπε να αντιδράσει διαφορετικά. Ως ένα βαθμό ηδονιζόταν με τον ξεπεσμό της.&lt;br /&gt;Έξαφνα, ο Ντανιέλ άρπαξε τη σαστισμένη Ναντίν και βγήκαν οι δυο τους έξω από το διαμέρισμα. Στους διαδρόμους των ορόφων της πολυκατοικίας οι πόρτες των διαμερισμάτων μισάνοιξαν και από στενά, φωτεινά χάσματα ξεπρόβαλαν πρόσωπα όλο περιέργεια. Κάποιος χασμουριόταν, κάποιος άλλος ήταν εκνευρισμένος από τη φασαρία, ενώ δυο γειτόνισσες έπιασαν ψηλή κουβέντα σχολιάζοντας φανταστικά σενάρια. Η Ναντίν είχε αφεθεί να παρασύρεται από την ακατάβλητη δύναμη με την οποία την κρατούσε ο Ντανιέλ μες στο παραλήρημά του.&lt;br /&gt;Η Σιμών έμεινε μονάχη στο αδειανό διαμέρισμα. Ήταν αναμαλλιασμένη και τα μάγουλά της μουτζουρωμένα από το μολύβι των βλεφάρων που είχε παρασυρθεί από τα δάκρυα. Κοίταξε τριγύρω στα χαμένα. Είδε στο πάτωμα τα διάσπαρτα κομμάτια από σπασμένα βάζα, κρυστάλλινα και πορσελάνινα μπιμπελό και γυάλινα ποτήρια. Αντίκριζε μια ολική καταστροφή. Το σπίτι έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο. Ένας τοίχος του σαλονιού ήταν λεκιασμένος με ουίσκι κι ένα κάδρο κρεμόταν στο ένα από τα δυο καρφιά. Τι είχε γίνει εκεί μέσα; Όλη αυτή την καταστροφή την είχε προκαλέσει ο Ντανιέλ; Την κατέλαβε ένας φόβος που όμοιό του δεν είχε ξανανιώσει ως τότε. Έτρεξε προς το τηλέφωνο, που ήταν κι αυτό πεσμένο στο πάτωμα. Σήκωσε το ακουστικό και πληκτρολόγησε το νούμερο του Ζαν. Πέρασε κάμποση ώρα ώσπου να σηκώσουν το ακουστικό από την άλλη άκρη της γραμμής.&lt;br /&gt;- Ναι; Ακούστηκε μια παραξενεμένη φωνή. Τον είχε ξυπνήσει.&lt;br /&gt;- Ζαν, ντύσου γρήγορα κι έλα στο σπίτι του Ντανιέλ!&lt;br /&gt;- Ποιος είναι; Ακούστηκε και πάλι η νυσταγμένη φωνή. Ποιος είναι;… Σιμών εσύ είσαι;&lt;br /&gt;- Ναι, Ζαν, η Σιμών είμαι. Σε παρακαλώ να έρθεις όσο γρηγορότερα μπορείς στο σπίτι του Ντανιέλ.&lt;br /&gt;- Μα, τι τρέχει; Συνέβη κάτι; Δεν καταλαβαίνω… Στο βάθος ακούστηκε και μια άλλη νυσταγμένη φωνή. Ήταν η Μαρί που είχε κι αυτή ξυπνήσει και ρωτούσε τον άντρα της ποιος ήταν στο τηλέφωνο τέτοια ώρα.&lt;br /&gt;- Δεν έχω χρόνο να σου εξηγήσω αυτή τη στιγμή. Θα τα μάθεις όλα όταν φτάσεις. Μόνο έλα όσο πιο σύντομα μπορείς. Ο φίλος σου κινδυνεύει!&lt;br /&gt;Έκλεισε το τηλέφωνο με ένα λυγμό. Έπειτα, έτρεξε έξω από το διαμέρισμα στο κατόπι του Ντανιέλ και της Ναντίν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν εξουθενωμένος από την πολύωρη δοκιμασία του «εξαγνισμού» και την επώδυνη εξάντληση των ψυχικών του αποθεμάτων. Τι είχε συμβεί; Τι μπορούσε να έχει ανακόψει την πορεία προς το τέλος του; Ποια κατάληξη θα είχε, άραγε, η προσωπική του οδύσσεια; Κάποιος θεός, ή δαίμονας, ή όποιος άλλος είχε αποφασίσει προ πολλού για τη μοίρα του, έστεκε απέναντί του και τον περιγελούσε· ήταν σίγουρος γι αυτό. Ένιωθε σαν πιόνι πάνω σε σκακιέρα, που ο αφέντης του το έχει καταδικάσει σε άσκοπες κινήσεις, μιας και δε θέλει να παραδεχτεί πως έχει χάσει το παιχνίδι. Έτρεχε σαν αφηνιασμένο άλογο μες στους δρόμους, τραβώντας μαζί του τη Ναντίν, σαν να ήταν κονσερβοκούτι. Ποια θα ήταν η επιβράβευσή του και πότε θα ερχόταν; Πού ο τερματισμός; Υπήρχε, άραγε, η Ελευθερία που αποζητούσε; Κι αν υπήρχε, πότε θα αποκαλυπτόταν σ’ αυτόν; Κι αν δεν ερχόταν ποτέ;… Όσο το καλοσκεφτόταν, τον βόλευε η σκέψη πως έμοιαζε με πιόνι, γιατί σαν τέτοιο δεν ήταν δυνατό να έχει την ευθύνη των πράξεών του· η ευθύνη έπεφτε ολόκληρη σ’ εκείνον που τον κινούσε και τον όριζε. «Ευθύνη… ευθύνη». Μήπως, τελικά, σ’ αυτή και μόνο τη λέξη κρυβόταν η σωτηρία του Ντανιέλ; Ελεύθερος είναι εκείνος που ενεργεί χωρίς ευθύνη, γιατί δε θα έρθει αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του, γιατί κανείς δεν θα τον κατηγορήσει, ούτε θα τον επαινέσει, γιατί δεν είναι τίποτε άλλο παρά μονάχα το εκτελεστικό όργανο κάποιας ανώτερης ευφυΐας που σκέπτεται για λογαριασμό του. Κανείς δε διανοήθηκε ποτέ να κατηγορήσει το χέρι που διέπραξε ένα φόνο. Το χέρι δεν έχει νου, δεν αποφασίζει, δε λυπάται, δε συγχωρεί, δε χαίρεται, δεν αισθάνεται: είναι, απλά, το εκτελεστικό όργανο. Ο νους είναι ο δολοφόνος, ο μόνος υπαίτιος του εγκλήματος. Από την άλλη, ο νους από μόνος του δε μπορεί να σκοτώσει ούτε ένα μυρμήγκι. Χωρίς εκτελεστικά όργανα, ο εγκέφαλος υπάρχει μονάχα για τον εαυτό του και δεν μπορεί να επιδράσει στο περιβάλλον του· είναι ανήμπορος. Κι όμως, το χέρι του δολοφόνου ποτέ κανείς δεν το κατηγόρησε. Ένα τέτοιο χέρι ήταν κι ο Ντανιέλ και γι αυτό δε μπορούσε να έχει καμία ευθύνη για τις πράξεις του. Ήταν ελεύθερος, με μια ελευθερία που πήγαζε από τη έλλειψη ευθύνης. Ναι, τελικά ήταν κάτι τόσο απλό, που απορούσε πώς δεν το είχε σκεφτεί από πριν. Δεν ήταν υποχρεωμένος να φτάσει με τις δικές του δυνάμεις στο προδικασμένο του τέλος. Θα άφηνε τον από μηχανής θεό να οδηγήσει τα πόδια του και να κινήσει τα χέρια του, δίχως ο ίδιος να αποφασίσει για τίποτα. Αυτό που θα μπορούσε να ονομάσει κάθε λογικός άνθρωπος τυχαία γεγονότα, ο Ντανιέλ το έλεγε άνωθεν καθοδήγηση, κι έτσι βρήκε ένα απλανές σημείο για να πατήσει, απαλλαγμένος από περαιτέρω αμφιβολίες και απορίες. Την είχε απόλυτη ανάγκη μια τέτοια διαπίστωση για να μπορέσει να διατηρήσει την ψυχραιμία του, να κατασιγάσει την εσωτερική του αναστάτωση.&lt;br /&gt;Αφού ο άντρας και η κοπέλα διένυσαν αρκετά μέτρα, περνώντας από μεγάλους δρόμους κι από στενά σοκάκια, κάποτε σταμάτησαν καταϊδρωμένοι και ξέπνοοι. Οι καρδιές και των δύο χτυπούσαν δυνατά σαν ταμπούρλα και τα μέλη τους έτρεμαν. Γύρισε ασθμαίνοντας προς τη Ναντίν και την κοίταξε με βλέμμα εκστατικό και σπινθηροβόλο. Εκείνη τρόμαξε από την ένταση αυτού του βλέμματος που έμοιαζε να τη διαπερνά και να κοιτά σε κάποιο σημείο πίσω της. «Μικρή μου Ναντίν, έχεις κι εσύ σημαντικό ρόλο στο όλο δράμα. Θα γίνεις ο αμνός προς θυσία στο λατρευτικό βωμό της Ελευθερίας. Θα επισφραγίσεις τη νίκη μου επί της μιζέριας και της αθλιότητας του κόσμου τούτου. Η μοίρα θέλησε να είσαι εσύ το εισιτήριο για το στερνό ταξίδι μου…» Στη διάρκεια των λίγων εκείνων δευτερολέπτων που την κοιτούσε, πήρε και τις τελικές του αποφάσεις: θα τη σκότωνε και μετά θ’ αυτοκτονούσε πηδώντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας του. Συνειρμικά, στο μυαλό του μπήκε η εικόνα του κύκλου της Κόλασης, όπου είναι φυτεμένοι με τη μορφή δέντρων άνθρωποι που διέπραξαν το αμάρτημα της αυτοκτονίας. Οι κακόηχες θρηνωδίες και οι μάταιοι ολοφυρμοί τους πλημμύρισαν το φανταστικό σκηνικό που είχε στηθεί στο μυαλό του Ντανιέλ. Έμοιαζαν τόσο γελοία αυτά τα δέντρα… Η Ναντίν τον είδε να χαμογελά απόκοσμα αινιγματικά. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι ακριβώς σκεφτόταν ο άντρας εκείνη τη στιγμή, όμως θεώρησε πως το χαμόγελο ήταν παράταιρο με τη δραματική κατάσταση στην οποία παρέπαιαν οι δυο τους. Ο Ντανιέλ ένιωθε κύριος της κατάστασης και επικυρίαρχος πάνω στο άμοιρο πλάσμα που τραβολογούσε μαζί του. Ήταν για τη Ναντίν ένας μικρός θεός, προορισμένος για να καταστρέφει μιας και δε μπορεί να δημιουργήσει. «Προτελευταίο βήμα μου πριν το τέλος: η Ναντίν» σκέφτηκε παραλογιζόμενος.&lt;br /&gt;Το σαγηνευτικό κορίτσι, τραγικό άθυρμα στις προθέσεις του Ντανιέλ, κοίταζε τον καθηγητή της κατακόκκινη από την έξαψη και τον πόθο. Δεν υπολόγιζε ούτε το κρύο της φθινοπωρινής νύχτας, ούτε την τρέλα που στραφτοκοπούσε στα γυάλινα μάτια του άντρα. Παρασυρμένη από κάποια μυστήρια και ανεξιχνίαστη αιτία, ένιωθε βαθιά εντός της ότι εκείνος ήταν ο μέντοράς της, το πεπρωμένο της, ότι ήταν εκείνος που θα έδινε νόημα στη ζωή της. Δεν υπήρχε συνέχεια δίχως εκείνον. Την είχε στιγματίσει ανεπανόρθωτα. Στροβιλιζόταν σε ένα βαλς συναισθημάτων πρωτόφαντων και άγνωρων για τη νεαρή της ψυχή. Όσο κι αν προσπαθούσε να συγκεκριμενοποιήσει την αιτία που την έκανε να ακολουθεί τον καθηγητή της στην απονενοημένη διαδρομή τους, δε μπορούσε να διακρίνει τι ήταν αυτό που την είχε αρπάξει με τις λαβίδες του και την καθιστούσε έρμαιο των διαθέσεων του Ντανιέλ. Ωστόσο, μια φωνή μέσα της την προέτρεπε να φύγει όσο το δυνατό γρηγορότερα από κοντά του, να σπάσει τις αλυσίδες που την έδεναν μες στο λημέρι του άγριου εκείνου θηρίου, που έδειχνε τα δόντια του και βρυχιόταν πριν την καταβροχθίσει. Μια φωνή προσπαθούσε να την πείσει πως κάτι πολύ κακό, κάτι αναπάντεχα μοιραίο την περίμενε. Αχνάκουγε τη φωνή αυτή, όμως καθώς τα λεπτά περνούσαν, ο ψυχισμός της έγινε μαλθακός και δυσκίνητος. Η σωτήρια φωνή ολοένα αδυνάτιζε, αργόσβηνε, ώσπου έγινε ψίθυρος· κι ο ψίθυρος έγινε σιγή· και η σιγή έμελλε να γίνει μοιραία για τη ζωή της.&lt;br /&gt;Κάποτε έφτασαν σε μια έρημη, μισοφωτισμένη πλατεία, όπου στάθηκαν πίσω από δυο ψηλούς θάμνους που τους έκρυβαν από τους τυχαίους περαστικούς και τους ηδονοβλεψίες. Το μόνο που ήθελε εκείνη ήταν να της κάνει έρωτα. Αδημονούσε με όλο της το «είναι» να αισθανθεί το υγρό, ζεστό κενό ανάμεσα από τα πόδια της να γεμίζει από το σκληρό, καυτερό όργανο του άντρα. Ευχόταν να ήταν ρουφήχτρα για να τον ρουφούσε και να τον εξαφάνιζε μέσα στον κόλπο της. Έτσι καθώς ήταν γεμάτη με φιλήδονη χαύνωση και κορωμένες αισθήσεις, δέχτηκε το βίαιο φιλί του Ντανιέλ. Ένιωσε το χέρι του πάνω στο γυμνό της μαστό και τα μεγάλα του δάχτυλα να τσιμπούν την τεταμένη ρόγα, μαστιγώνοντάς τη με κύματα πνιγηρού ερεθισμού. Ο Ντανιέλ άρπαξε με δύναμη και αποφασιστικότητα τον μακρύ λαιμό της και άρχισε να τον σφίγγει ολοένα περισσότερο. Σκέφτηκε να την πνίξει, αλλά το μετάνιωσε. «Όχι… καλύτερα όχι μ’ αυτό τον τρόπο. Παραείναι βίαιος και κοινότυπος». Χαλάρωσε τη λαβή του. Η Ναντίν θεώρησε πως η κίνησή του αυτή ήταν μέρος των αισθησιακών χαδιών του και απογοητεύτηκε όταν αισθάνθηκε να χαλαρώνει το σφίξιμό του. Ο λαιμός της κοκκίνισε και έτσουζε από τις νυχιές που της είχε κάνει. Όμως, αυτό της άρεσε· την ερέθιζε στο έπακρο, θαρρείς πως η ψυχή της αποζητούσε την κακοποίηση του κορμιού της, παρασυρμένη από κάποιο ανεκδιήγητο μαζοχιστικό ντελίριο. Ο Ντανιέλ συνέχιζε ακάθεκτος να τη φιλά και να της δαγκώνει που και που τα χείλη. Έπειτα το στόμα του, κολλημένο καθώς ήταν πάνω στη σάρκα της, κατηφόρισε στο πηγούνι της, στο λαιμό, στους ώμους, στο στέρνο και κατέληξε στον υπέροχο, κατάλευκο μαστό της, που ξεπρόβαλε γυμνός εξαιτίας της σκισμένης τιράντας. Έβαλε τη γλώσσα του στη ροδαλή της ρόγα και την πιπίλησε. Έπειτα, απομόνωσε με το στόμα του όσο μεγαλύτερο τμήμα του μαστού χωρούσε και βάλθηκε να τον ρουφά, σα να ήθελε να τον καταπιεί.&lt;br /&gt;Η κορωμένη του ηδονή και η άγρια λαγνεία έφτασαν σε τέτοιο αποκορύφωμα, που το πέος του δεν άντεξε τον ασταμάτητο καταιγισμό ερεθισμάτων και εκσφενδόνισε στο εσωτερικό του παντελονιού του τον λευκό, κολλώδη χυμό της άνθισής του. Έμεινε τότε κολλημένος, με όσα περισσότερα σημεία του σώματός του μπορούσε, πάνω στα αντίστοιχα σημεία του σώματος της Ναντίν. Δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί τίποτα εκείνη τη στιγμή, παρά μονάχα έμενε ακίνητος και απολάμβανε τα τελευταία κύματα της ανακουφιστικής εκσπερμάτισης του.&lt;br /&gt;Η Ναντίν δεν κατάλαβε αρχικά το λόγο που ο Ντανιέλ σταμάτησε έτσι απότομα να τη φιλά και να τη χαϊδεύει. Με ηλίθια απορημένο ύφος έμεινε να κοιτά το ανθρώπινο εκείνο ράκος που κρεμόταν με όλο του το βάρος από εκείνη κι αναταράζοντας από τους τελικούς σπασμούς. Όταν, όμως, κατάλαβε τι είχε γίνει, κοκκίνισε από ντροπή ανάμικτη με απογοήτευση. Ο Ντανιέλ ένιωσε κι αυτός ντροπή, όχι όμως για τους ίδιους λόγους με τη Ναντίν, αλλά γιατί είχε παρασυρθεί από το ερωτικό του πάθος απερίσκεπτα και δίχως να σεβαστεί το ρόλο που έπρεπε να επιτελέσει. Ακόμη και μέσα στα ελάχιστα εκείνα λεπτά πριν την μεταφυσική του ολοκλήρωση, πριν το θάνατό του, συνέχιζε να ποδοπατεί το πνεύμα και την ανωτερότητά του. Ενώ μια ολάκερη, ολόλαμπρη αιωνιότητα τον περίμενε λίγα βήματα μπροστά του, εκείνος πισωπατούσε, υπακούοντας στα αταβιστικά, ευτελή ένστικτά του. «Ιδού ο Ντανιέλ! Ιδού ο θεΐσκος, μικρή τελειότητα, ο άρχων που αποφασίζει για τη ζωή τη δική του και των άλλων! Ιδού πόσο γρήγορα κατρακυλά σε βάραθρο απύθμενο… πόσο αβοήθητα κατακρημνίζεται από το γκρεμό… Πόσο λεπτή είναι, αλήθεια, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην τελειότητα και τη… γελοιότητα! Θαρρεί κανείς πως αυτές οι έννοιες είναι τόσο σύμφυτες, που από τη στιγμή που οικειοποιηθεί κανείς την πρώτη, παρασύρεται στη δεύτερη». Τέτοια σκεφτόταν ο Ντανιέλ μετά την εκσπερμάτιση κι ευθύς μελαγχόλησε.&lt;br /&gt;Οι θεοί τους κοίταζαν με μάτια τ’ άστρα τ’ ουρανού και γελούσαν με τους κωμικούς ρόλους που είχαν διανείμει στους δυο ανθρώπους, που έμοιαζαν με μυρμήγκια κάτωθέ τους. Είχαν πραγματικά ξεκαρδιστεί και κάποιοι μεταξύ αυτών είχαν δακρύσει από το ξέσπασμα. Έπειτα, είδαν τον άντρα να σηκώνει το βλέμμα και να κοιτάζει προς το μέρος τους με πραγματικό μίσος και μεμιάς το γέλιο έσβησε από τα τέλεια πρόσωπά τους. Όσο μικροσκοπικοί κι ασήμαντοι είναι οι άνθρωποι από το ύψος των θεών, άλλο τόσο μικροσκοπικοί κι ασήμαντοι είναι οι θεοί από το βάθος των ανθρώπων…&lt;br /&gt;«Εμπρός, λοιπόν, για το βήμα της προόδου! Εμπρός για το προτελευταίο σκαλοπάτι πριν το τέλος!» πρόσταξε μέσα του ο Ντανιέλ.&lt;br /&gt;- Τι κατάλαβες, λοιπόν, κορίτσι μου; Τι κατάλαβες που έψαξες να με βρεις για να με συναντήσεις;&lt;br /&gt;Η Ναντίν απέφευγε να τον κοιτάξει. Ένα χοντρό, αλμηρό δάκρυ αυλάκωσε τα μάγουλά της. Τα χέρια της αιωρούνταν πλάι στις πλευρές της αδύναμα και μουδιασμένα. Ήθελε να τα σηκώσει ως το πρόσωπό της και να καλύψει με τις παλάμες τα μάτια, μα δεν τα αισθανόταν, δεν τα όριζε. Ο Ντανιέλ την κοίταζε με μελαγχολική συμπόνια. «Είσαι, πλέον, νεκρή. Είσαι πιο νεκρή κι από πεθαμένο, πιο αδιάφορη για μένα κι από το θρόισμα των φύλλων για κάποιον θεόκουφο…» Η μελαγχολική του διάθεση στολίστηκε έξαφνα από την πένθιμη μελωδία του «Θανάτου της Άσε» το Grieg, που έφτανε ως τα αυτιά του από το πουθενά και διηθούσε την ψυχή του. Έκλεισε τα μάτια του και οι φανταστικές νότες πλημμύρισαν σύσσωμο το «είναι» του με μια στυφή γεύση, όμοια με τη γεύση που απομένει στον ουρανίσκο κάποιου όταν πιει την πρώτη γουλιά ξηρού κόκκινου κρασιού. Η εσωτερική του φουρτούνα, όμοια όπως το κλειδί που ανοίγει ένα δωμάτιο πλημμυρισμένο από νερό, άνοιξε το στόμιο του ασκού της θλίψης. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως έκρυβε τόση θλίψη εντός του, τόση πολλή δυστυχία.&lt;br /&gt;Ο άντρας και η κοπέλα έγειραν ο ένας πάνω στον ώμο του άλλου και απελευθέρωσαν με ανακούφιση όλη τη ντροπή τους για κάμποση ώρα.&lt;br /&gt;Έναν αιώνα έπειτα, ο Ντανιέλ προσέφερε το σακάκι του στη Ναντίν, την σκέπασε με αυτό καλά, ώστε να σιγουρευτεί πως δεν κρυώνει, την αγκάλιασε και άρχισαν οι δυο τους να περπατούν, βγαίνοντας από το πάρκο, όπου είχαν αφήσει κάτι από τον εαυτό τους. Στιγμές, στιγμές κοιτάζονταν στα μάτια και χαμογελούσαν γεμάτοι ευγένεια και καλοσύνη. Ένιωθαν τόσο όμορφα, τόσο φιλιωμένοι και αγαπημένοι με μιαν αόριστη, ανώτερη αγάπη –αγάπη που δεν απαιτεί τίποτα και δεν δίνει τίποτα, μα που ωστόσο υπάρχει μόνο για να χαίρεται την ύπαρξή της.&lt;br /&gt;Περπατούσαν αμίλητοι. Ωστόσο, κάποια στιγμή η Ναντίν ρώτησε γεμάτη συγκίνηση:&lt;br /&gt;- Θα σε ξαναδώ;&lt;br /&gt;- Γιατί θέλεις κάτι τέτοιο, μικρή μου;&lt;br /&gt;- Να... γιατί… γιατί σε αγαπώ... σε αγαπώ πολύ!&lt;br /&gt;- Σώπασε. Δεν μπορείς να λες κάτι τέτοιο. Όχι, δε μ’ αγαπάς. Δεν αξίζω να με αγαπάς, δεν αξίζω ούτε καν να με μισείς. Είμαι μια χαμένη υπόθεση. Εσύ έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου –είχε προς στιγμήν ξεχάσει πως σκόπευε να τη σκοτώσει.&lt;br /&gt;- Μην το λες αυτό. Δεν είσαι χαμένη υπόθεση. Δεν είσαι σαν κανένα από όλους όσους έχω γνωρίσει. Είσαι τόσο ξεχωριστός και νομίζω πως ζώντας μαζί σου κλέβω κι εγώ λίγη από τη λάμψη σου και τη διαφορετικότητά σου. Χωρίς εσένα είμαι ένα τίποτα, κάτι λιγότερο από τίποτα...&lt;br /&gt;Του μιλούσε σαν μεγάλη γυναίκα που ξέρει τι θέλει από τη ζωή και μπορεί να συμπαρασταθεί σε κάθε ανάγκη ενός άντρα. Ο Ντανιέλ τότε συνειδητοποίησε πως η Ναντίν ήταν, ίσως, η πιο κατάλληλη απ’ όλους για να την κάνει κοινωνό της αποκάλυψης που είχε ζήσει εκείνη την ημέρα. Σε λίγο θα ήταν νεκρή. Ποιος καταλληλότερος φύλακας ενός μυστικού από κάποιον που από στιγμή σε στιγμή πεθαίνει;&lt;br /&gt;- Μη μιλάς άλλο. Το μέλλον είναι τόσο άγνωστο για όλους μας. Μην προεξοφλείς και μην προδικάζεις τίποτα απολύτως. Δύο μυστήρια κατατρώγουν και διαβρώνουν την τραγική ψυχή του ανθρώπου σε τούτο τον κόσμο. Δύο πράγματα δεν θα μάθει ποτέ ο άνθρωπος όσο ζει: το τι ήταν πριν γεννηθεί και το τι θα απογίνει αφότου πεθάνει.&lt;br /&gt;- Θάνατος... τι σκληρή λέξη. Ας μη μιλάμε για τόσο σκοτεινά πράγματα, απάντησε η Ναντίν. Και συνέχισε: Μαζί σου δε φοβάμαι μήτε το θάνατο. Πίστεψέ με. Μόλις σήμερα το πρωί σε γνώρισα, αλλά οι λίγες αυτές ώρες από εκείνη τη στιγμή, στάθηκαν για μένα αιώνας ολόκληρος. Είσαι ένας χείμαρρος από έντονα συναισθήματα και εμπειρίες που θέλω κι εγώ να αποκτήσω. Μη μ’ αφήσεις ποτέ…&lt;br /&gt;- Μη φοβάσαι, αγάπη μου. Δε θα σ’ αφήσω ποτέ.&lt;br /&gt;- Θέλω η ζωή μου να συνυφανθεί με τη δική σου από εδώ και πέρα. Τα λόγια της πρόδιδαν τον κεραυνοβόλο έρωτα που ένιωθε για τον καθηγητή της. Τίποτα απ’ όσα του έλεγε δεν είχε την παραμικρή ιδέα προσποίησης. Όλα ήταν αληθινά, ακραιφνή και αγνά.&lt;br /&gt;- Αφού αυτό θέλεις, αυτό και θα γίνει. Αρκεί να μου έχεις εμπιστοσύνη.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ ένιωθε σα να εκφωνεί τον επικήδειο της νεαρής κοπέλας. Είχε μπερδευτεί εντός του, γιατί ανακάλυπτε πως έκρυβε κι αυτός μια σπιθίτσα αγάπης για εκείνη.&lt;br /&gt;- Δε μου αρκεί. Πρέπει να μου το υποσχεθείς… να μου το ορκιστείς σε ό,τι έχεις πιο ιερό.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ αναρωτήθηκε ποιο ήταν το πιο ιερό πράγμα γι αυτόν. Είχε, άραγε, απομείνει κάτι ιερό μες στα τρίσβαθα ερέβη της ψυχής του; Σκέφτηκε… Έξαφνα, σαν την πριγκίπισσα του παραμυθιού που ξυπνά από χρόνιο λήθαργο μ’ ένα φιλί, συνειδητοποίησε πως διατηρούσε, πράγματι, ακόμη κάτι ιερό μέσα του: την Ελευθερία!&lt;br /&gt;- Στο ορκίζομαι… στην Ελευθερία μου, της απάντησε ικανοποιημένος.&lt;br /&gt;Η Ναντίν έδειξε για λίγο σαστισμένη, μιας και δεν κατάλαβε το νόημα της φράσης του. Για ποια ελευθερία μιλούσε; Τι μπορεί να ήταν αυτή η ελευθερία που εκτόπιζε μέσα του όλες τις δοκιμασμένες στους αιώνες και διαχρονικά παραδεκτές αξίες, ώστε να τη θεωρεί ως την πιο ιερή του αξία; Άνοιξε τα χείλη της, θέλοντας να του εκφράσει την απορία της, μα ο Ντανιέλ απέθεσε το δείκτη του στα μισάνοιχτα χείλη της, αποτρέποντάς την.&lt;br /&gt;- Σουτ, μη με ρωτάς τίποτα. Σου ορκίστηκα σε ό,τι πιο ιερό έχω. Δέξου το χωρίς αμφισβήτηση. Απόψε, γλυκιά μου, ενώνουμε τις μοίρες μας. Στο υπόσχομαι και δένω τον εαυτό μου μ’ αυτό τον όρκο, τον πιο ιερό και ερεβώδη όρκο που μπορώ να κάνω. Ησύχασε…&lt;br /&gt;Η Ναντίν τον κοίταξε γλυκά. Κανένα σημάδι στο όμορφο, νεανικό της πρόσωπο δεν είχε απομείνει για να θυμίζει την πρωτινή της απορία. Πλέον, όλα της τα χαρακτηριστικά διαδήλωναν εμφαντικά και εναρμονισμένα μια κρυφή ευτυχία. Του χαμογέλασε.&lt;br /&gt;- Αγάπη μου... είπε και έγειρε στον ώμο του.&lt;br /&gt;Ο άντρας δεν ξαναμίλησε. Περπατούσε πλάι της σκυθρωπός και μελαγχολικός. Κοιτούσε το βρεγμένο δρόμο μπροστά τους. Ο νους του εκκενώθηκε από κάθε σκέψη· ήταν αδειανός σαν κέλυφος αυγού που το έσπασαν και χύθηκε από μέσα του νεκρή η καινούργια ζωή...&lt;br /&gt;Ο αυτοκινητόδρομος μπροστά τους ήταν έρημος. Στάθηκαν στο πεζοδρόμιο. Μπορούσαν να τον διασχίσουν άφοβα. Το κορίτσι έκανε να προχωρήσει μα ο Ντανιέλ, κρατώντας την σταθερά και ακλόνητα από τους ώμους, δεν την άφησε. Έστρεψε το πρόσωπό της προς τη μεριά του άντρα. Δεν καταλάβαινε, ωστόσο του χαμογέλασε καλοσυνάτα. Εκείνος της ανταπέδωσε ένα σιβυλλικά θλιμμένο χαμόγελο. Έμειναν οι δυο τους εκεί, στην άκρη του άδειου δρόμου, ακίνητοι, αναποφάσιστοι, αμήχανοι.&lt;br /&gt;Μες στην ψυχή του ο Ντανιέλ έδινε μια μεγάλη κι άνιση μάχη για να αποδιώξει τις αμφιβολίες γι αυτό που θα έκανε. Δεν έπρεπε να κυριευτεί από δισταγμούς και ηθικές αναστολές. Αυτό που είχε προαποφασίσει όφειλε να το κάνει, όπως ο ήλιος οφείλει να ξεπροβάλλει κάθε χαραυγή από την ανατολή. Μονάχα μια διάχυτη νευρικότητα απέμεινε να πλανιέται γύρω τους κι ανάμεσά τους, καθώς ο δρόμος συνέχιζε, προς πείσμα της παιχνιδιάρας μοίρας, να είναι άδειος από αυτοκίνητα.&lt;br /&gt;Κι όμως, να το τέλος... πλησίαζε, δεν ήταν μακριά, μόλις διαφαινόταν από τη μακρινή στροφή του δρόμου που η άκρη της ήταν χαμένη μες στη νύχτα. Το τέλος ερχόταν εν είδει αυτοκινήτου που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο.&lt;br /&gt;Στα αυτιά του Ντανιέλ έφτασε αυτή τη φορά μια μελωδία διαφορετική από εκείνη του «Θανάτου της Άσε», γιατί η μελαγχολία είχε πια σβήσει και τη θέση της πήρε η αγωνία. Το μυαλό του πλημμύρισε η μουσική από την «Αίθουσα του Βασιλιά των Ορέων». Ο εμβατηριακός ρυθμός alla marcia e molto marcato τον κατακυρίευσε. Ένιωσε τις αρτηρίες στους κροτάφους του να σφύζουν με το ρυθμό της μουσικής, σα να ήταν σε δαιμονισμένο συντονισμό. Το αυτοκίνητο τους πλησίαζε όλο και περισσότερο, αλλά για τον Ντανιέλ ο χρόνος είχε επιμηκυνθεί και έμοιαζε με αιωνιότητα. Τα λάστιχά του έσμιγαν ερωτικά με την άσφαλτο και τη φιλούσαν, ενώ το φως από τους φανούς του αστραποβολούσε σαν τους κεραυνούς στην Αποκάλυψη.&lt;br /&gt;Το κορμί του Ντανιέλ σκίρτησε, και η αδιόρατη τάση προς κίνηση μεταδόθηκε αναλλοίωτη από τα πόδια στο κορμί του, από το κορμί στα χέρια του, από τα χέρια του στους ώμους της Ναντίν και από εκεί στο σώμα της. Την ύστατη, ελάχιστη στιγμή το μυαλό της είδε τη μοιραία αλήθεια. Τη στιγμή αυτή, που το κρεσέντο της συγχορδίας επαναλήφθηκε για έβδομη και στερνή φορά, δυο χέρια την έσπρωξαν προς το δρόμο και έπειτα, όλα άστραψαν και Ντανιέλ και ρόδες έγιναν μες στα αιματοκυλισμένα μάτια της ένα και το αυτό· ένα σατανικό μοντάζ της μοίρας, η τελευταία εικόνα που αντίκρισε η Ναντίν στη μικρή ζωή της…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1062684091691044538-314273656495216378?l=eulogyofchimera.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/feeds/314273656495216378/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1062684091691044538&amp;postID=314273656495216378' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/314273656495216378'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/314273656495216378'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/2009/01/13.html' title='Κεφάλαιο 13'/><author><name>Παναγιώτης Σιμιτσής</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15330781836782875452</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp3.blogger.com/_a0TXxass-DM/R106Y_rFA-I/AAAAAAAAADw/S-8W8EGCmvw/S220/DSC00946.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1062684091691044538.post-1298293601690743195</id><published>2009-01-20T02:25:00.001+02:00</published><updated>2009-01-20T02:26:28.593+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κεφάλαιο 12'/><title type='text'>Κεφάλαιο 12</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;11:00 μ.μ.&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοίταξε το ρολόι: η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. «Μία ώρα ακόμη», σκέφτηκε, «και όλη ετούτη η ζωή και οι εμπειρίες θα είναι παρελθόν. Θα γίνω αεράκι, μια γλυκιά αύρα που απλώνει διάπλατα τα φτερά της πάνω από τον κόσμο. Μια ώρα ακόμη και όλα μου τα βάσανα θα γίνουν μακρινό παρελθόν, αρχαία γεγονότα που κανείς δε θα θυμάται. Μια ώρα ακόμη… μια ώρα ακόμη». Η σκέψη της αναμονής κλωθογύριζε αδιάλειπτα στο νου του και δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Υπήρχε, όμως, και μια άλλη έγνοια που τον τυραννούσε ταυτόχρονα. «Με ποιο τρόπο, άραγε, θα γίνουν όλα αυτά; Ούτε ρώτησα, ούτε και κανείς μου εξήγησε. Το μόνο που γνωρίζω αυτή τη στιγμή είναι πως θα φύγω από αυτό τον κόσμο και θα περάσω σε κάποια ανώτερη διάσταση. Πώς θα επιτευχθεί, όμως, κάτι τέτοιο;» Η φαντασία του οργίαζε, καθώς είχε βαλθεί να πλέκει με το νου του όλα τα πιθανά σενάρια που μπορούσε να διανοηθεί. Η χρόνια ενασχόλησή του με την επιστημονική φαντασία του προσέφερε πάμπολλες ιδέες και πιθανές λύσεις, τις οποίες τώρα επεξεργαζόταν, χωρίς ωστόσο να τον ικανοποιεί κάποια απ’ αυτές μεμονωμένα. Φανταζόταν, λόγου χάρη, πως το μέσο της εξαΰλωσής του μπορούσε να είναι κάποια άγνωστης φύσης ακτίνα, ή κάποιο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, ή, πάλι, κάποια χωροχρονική σκουληκότρυπα που θα εμφανιζόταν ad hoc σε κάποιο σημείο του διαμερίσματός του και θα έχασκε αεικίνητα περιστρεφόμενη, καλώντας τον να μπει από το κωδωνοειδές άνοιγμά της. Όταν στέρεψαν πια όλες οι δυνατές επιστημονικές λύσεις, κατέφυγε στο χώρο της μυθολογίας. Θα ερχόταν κάποιο ολύμπιο σύννεφο στο μπαλκόνι του για να τον ανεβάσει δίκην ανελκυστήρα στους ουρανούς, ή θα έκανε την επανεμφάνισή της η τερατώδης, αποκρουστική χίμαιρα για να ανέβει στη ράχη της και να την καβαλικέψει προς την προκαθορισμένη του πορεία; Φαντάστηκε κι άλλες πιθανές εκδοχές, αλλά στο τέλος αποφάσισε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να περιμένει υπομονετικά την προαποφασισμένη γι αυτόν λύση. Δε χρειαζόταν να αδημονεί και να ταλαιπωρεί τον ήδη υπερφορτωμένο του εγκέφαλο με μάταιες σκέψεις και αγωνίες, γιατί το τέλος θα ήταν ένδοξο και ευεργετικό και ήθελε να είναι απελευθερωμένος από τα εγκόσμια και από περιττές έγνοιες εκείνη τη μοναδική κι ανεπανάληπτη στιγμή, για να μπορέσει να αισθανθεί πλέρια και μ’ όλες τις αισθήσεις του την άφατη ευτυχία της μέθεξής του με το Μηδέν.&lt;br /&gt;Μία μονάχα εκδοχή δεν πέρασε από το νου του ούτε για μια απειροελάχιστη στιγμή: η αυτοκτονία. Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τον Ντανιέλ. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε συμπαθήσει τους αυτόχειρες, ποτέ δεν είχε καταφέρει να κατανοήσει τον παράλογο διανοητικό μηχανισμό που οδηγεί σε μια τέτοια αποτρόπαιη πράξη. Δεν ήταν, βέβαια, επηρεασμένος από τις μεσαιωνικές δοξασίες που ήθελαν τους αυτόχειρες να βασανίζονται αέναα σε κάποιο από τους κύκλους της Κόλασης όντας μεταμορφωμένοι σε δέντρα. Μπορεί να του προκαλούσε ένα ορισμένο δέος η αναπαράσταση της σχετικής σκηνής από τον Doré, ωστόσο, θεωρούσε όλες αυτές τις δοξασίες ξεπερασμένες και ανυπόστατες και δεν επέτρεπε στον εαυτό του να τις πιστέψει. Ούτε συμμεριζόταν τους δογματικούς θρησκευτικούς αφορισμούς περί αμαρτίας, γιατί δεν ήταν θρήσκος. Όχι, δεν ήταν όλο αυτό το συνονθύλευμα των καταδικαστικών «πιστεύω» που τον έκανε να μην αποδέχεται τη λύση της αυτοκτονίας. Ήταν κάτι άλλο, κάτι βαθύτερο κι ενδόμυχο που δεν τον άφηνε να διανοηθεί μια τέτοια λύση. Πίστευε πως η ανθρώπινη διάνοια είναι από τη φύση της τόσο ανεπτυγμένη και πολυμήχανη που μπορεί να δώσει μυριάδες λύσεις στα καθημερινά προβλήματα και στις υπαρξιακές αγωνίες, καθιστώντας τον αυτοχει-ριασμό αδιέξοδο και ανούσιο. Γι αυτό ποτέ δεν φαντάστηκε πως θα αυτοκτονούσε για να πετύχει τον ανώτερο σκοπό του, την ακραιφνή και άμωμη Ελευθερία, την υπαρξιακή νιρβάνα…&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ ένιωθε, πλέον, μακάριος… μακάβρια μακάριος. Όλες οι ανίερες πράξεις που είχε κάνει την ημέρα των γενεθλίων του, την ημέρα που ήταν ακριβώς τριάντα οχτώ χρονών, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια προετοιμασία, η εξαγνιστική διαδικασία για να δεχτεί τη μοίρα του· όμοια όπως αυτοί που γύρευαν ένα χρησμό από την Πυθία έπρεπε να περάσουν από διαδοχικά στάδια σωματικού και ψυχικού καθαρμού για να είναι άξιοι να ακούσουν τα λόγια του Απόλλωνα μέσα από το ιερό της στόμα.&lt;br /&gt;Είχε ήδη έτοιμες τις βαλίτσες του, κι αυτές δεν περιείχαν τίποτε άλλο από την ίδια την ψυχή του. Δε μπορούσαν, εξάλλου, να έχουν κάποιο άλλο περιεχόμενο. Θα έφευγε μόνος και γυμνός και κανένα αντικείμενο από όλα όσα είχε συλλέξει στη διάρκεια της ζωής του δεν του ήταν μπορετό να πάρει μαζί του στο άγνωστο ταξίδι. Το σύννεφο θα ερχόταν να πάρει μόνο αυτόν. Όλα τα υπόλοιπα θα διαπερνούσαν την αέρινη μάζα του νέφους και θα έπεφταν με πάταγο καταγής. Μονάχα η γυμνή ψυχή του Ντανιέλ, καθώς ήταν κι αυτή αέρινη και φασματική, μπορούσε να σταθεί επάνω στην επιφάνεια του μεταφορικού αυτού μέσου. Ούτε το πανάκριβο σπορ αυτοκίνητο, ούτε το καλαίσθητο γραφείο–αντίκα, ούτε τα βιβλία που με τόση λαχτάρα είχε συλλέξει, ούτε οι δυο του συλλογές με τα ποιήματα και τα διηγήματα, ούτε τίποτα απολύτως από όλα αυτά δεν θα ακολουθούσε στο κατόπι του. Όλα θα έμεναν πάνω στη Γη, ορφανοί μάρτυρες της διαδρομής ενός ανήσυχου πνεύματος. «Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν οι άνθρωποι διατηρούσαν διαρκώς στο νου τους την επίγνωση πως είναι θνητοί και πως κάποτε θα πεθάνουν και θα εξαϋλωθούν και πως μονάχα τα επιτεύγματα της ψυχής και του πνεύματος θα διατηρούν αιώνια στις αποσκευές τους! Ποιος τότε θα επιδίωκε τον πλουτισμό και τη συσσώρευση υλικών αγαθών; Οι άνθρωποι είναι κοντόφθαλμοι, θύματα μιας και μοναδικής μοιραίας ψευδαίσθησης: πως ο θάνατος είναι μια τραγική κατάσταση που αφορά άλλους και πως ποτέ δε θα χιμήξει με το αιματοβαμμένο του δρεπάνι καταπάνω τους. Την κοσμοϊστορική εκείνη στιγμή που ο κάθε άνθρωπος θα γνωρίζει πόσα χρόνια ζωής του απομένουν, πόσο είναι το μήκος της κλωστής του στον αργαλειό της Μοίρας, τότε το κάθε τι θα αλλάξει. Νοοτροπίες και συνταγές επιτυχίας που ως σήμερα υποβάλλουν τον τρόπο σκέψης, δε θα έχουν την παραμικρή αξία σ’ εκείνη τη μελλοντική εποχή, παρά θα κλειδαμπαρωθούν στα σκοτεινά υπόγεια της ιστορίας και θα φαντάζουν γελοίες και κενόδοξες». Από την άποψη αυτή ο Ντανιέλ ήταν ο επίλεκτος, ο τυχερότερος ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί γνώριζε ακριβώς πότε θα άφηνε τα εγκόσμια. Ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να του κάνει ποτέ το Υπέρτατο Ον που διαφεντεύει το σύμπαν. Έμελλε να γίνει ο πρώτος άνθρωπος από καταβολής κόσμου, που γνώριζε την ακριβή ώρα του θανάτου του. Θα περνούσαν πολλές δεκαετίες, ή ακόμη και πολλοί αιώνες, ώσπου να γίνει πλήρως κατανοητός ο μηχανισμός του βιολογικού θανάτου και οι ομάδες των γονιδίων που τον καθορίζουν. Θα γεννιόνταν και θα πέθαιναν πολλές γενιές ανθρώπων μέχρι να φτάσει η εποχή εκείνη που όλα θα υπόκεινται πλέον στην ντετερμινιστική επιστημονική πρόγνωση.&lt;br /&gt;Μα για ποιο λόγο καθόταν και χαράμιζε τα πολύτιμα αποθέματα των σκέψεών του σε ιδέες και σενάρια μελλοντολογικά; Ειδικά μια τέτοια ώρα, τις τελευταίες αυτές στιγμές της ζωής του; Τι τον ένοιαζε η ανθρωπότητα και η τύχη της τη στιγμή που διένυε τα τελευταία εκατοστά της κλωστής της μοίρας του;&lt;br /&gt;Κοίταξε πάλι το ρολόι: η ώρα ήταν έντεκα και τέταρτο. Είχαν περάσει μόνο δεκαπέντε λεπτά γεμάτα απελπισμένη προσμονή, ενώ απέμεναν σαράντα πέντε ολόκληρα λεπτά της ώρας για να φτάσει το τέλος. Αλίμονο, τα λεπτά δεν περνούσαν! Πόσο άδικα φέρεται ο χρόνος στους ανθρώπους! Όταν ζητάς με όλη σου την ψυχή να περάσει, τότε αυτός αργοσέρνεται σαν τη χελώνα και όταν εύχεσαι να διαρκέσει μια στιγμή ευτυχίας αιώνια, τότε τρέχει πεισματωμένος αδυσώπητα, ασταμάτητα· θαρρείς πως σε περιγελά, πως παίζει μαζί σου. Έλεγε, άραγε, την αλήθεια η χίμαιρα; Η λύση θα δινόταν ακριβώς τα μεσάνυχτα; Ο συμβολισμός του φάνηκε πολύ μελοδραματικός και κοινότοπος. Κι αν οι δείκτες του ρολογιού σήμαιναν δώδεκα και παρόλα αυτά δε γινόταν τίποτα; Άρχισαν να τον κατατρώγουν οι αμφιβολίες και τότε συνειδητοποίησε μια κι έξω πως δεν του ήταν μπορετό να περιμένει με απάθεια την έλευση του τέλους, αν και πολύ θα το ήθελε. Μίσησε τον εαυτό του για το γεγονός πως δε μπορούσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, πως ήταν ακόμη ένας ανολοκλήρωτος άνθρωπος με αδυναμίες και αγωνίες που δεν είχαν τελειωμό. Ευχόταν να ξανάβλεπε το σατανικό εκείνο τέρας στον καθρέφτη και να βεβαιωνόταν μια για πάντα για τον ακριβή τρόπο που θα μεθίστατο και θα αναλυόταν στους ουρανούς. Καταράστηκε χίλιες φορές το δαιμόνιο για το αινιγματικό του άγγελμα, και άλλες χίλιες φορές αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζουν οι αμφιβολίες. Κι όμως, το ήξερε πως το μόνο που κατάφερνε με σκέψεις σαν κι αυτές ήταν να βασανίζει το νου του. Δε χρειαζόταν να γίνουν όλα τόσο πολύπλοκα και ψυχοφθόρα. Δεν έπρεπε να σκέφτεται… το ήξερε. Έλα, όμως, που δε μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό. Οι σκέψεις είχαν αυτονομηθεί και βάλθηκαν να τρέχουν φρενιασμένες πάνω στις ατέρμονες ράγες τους. Ας ήταν η λογική να πέθαινε μεμιάς, παρά να τον παραφορτώνει με αναπάντητα ερωτήματα. Πώς μπορούσε να εξηγήσει με τη λογική πράγματα και καταστάσεις παράλογα, αόριστα και υποθετικά; Ο ασκός των συναισθημάτων άνοιξε και από μέσα του ξεχύθηκαν μυριάδες από δαύτα και τον κατέκλυσαν σύγκορμο. Άδικη ματαιοπονία…&lt;br /&gt;Καταμεσής στο θρόνο της συνείδησής του πήγε και κάθισε η εικόνα της μητέρας του, της γυναίκας με τα χίλια χάδια και τις χίλιες αγκαλιές, με τα μελιστάλαχτα λόγια και τις τρυφερές φροντίδες. Μια εικόνα που δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα αν ήταν εκείνη της πραγματικής του μητέρας, ή της ίδιας της Παναγίας. Έκλαψε αιφνίδια δίχως να το συνειδητοποιήσει. Όμοια και η γυναικεία μορφή εντός του δάκρυσε. «Όχι, Δέσποινά μου, μην κλαις και μην πικραίνεσαι για μένα. Δεν χρειάζεται να με λυπάσαι, ούτε να με συγχωρήσεις. Άφησέ με μονάχο κι απόσυρε τη σκέπη σου από πάνω μου. Τύχη καλύτερη από αυτή δε μου αξίζει, γιατί εγώ ο ίδιος την προδιέγραψα με τις πράξεις μου». Και οι δυο τους έκλαιγαν, ο καθένας στη δική του γωνιά. Η μητέρα του χαμένη μες σε μιαν αδιόρατη αχλύ κι εκείνος αντίκρυ της, τόσο κοντά της και συνάμα τόσο μακριά. «Παναγιά μου, είναι αδύνατο για μένα τώρα να πισωγυρίσω. Τώρα πια ξέρω πως, σ’ όλη τη διάρκεια της μίζερης κι ανάξιας ζωής μου, Εσύ μου φανέρωνες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ριζικό μου, ενώ εγώ, αντίθετα, δε σε υπολόγισα και δεν κατάφερα να ξεκρίνω τις μικρές αποκαλύψεις Σου μέσα από το σωρό των φιλοδοξιών μου. Ήταν ρινίσματα που λαμποκοπούσαν κι απάστραπταν, μα ωστόσο μόνο ρινίσματα. Πώς θα μπορούσα να τα δω; Σταμάτησε, Σε παρακαλώ το κλάμα σου. Μη με βασανίζεις άλλο, παρά μονάχα άφησέ με να τραβήξω μονάχος το υπόλοιπο της στράτας μου. Πονάω… πονάω, μάνα!» Όση ώρα ωρυόταν και ούρλιαζε με ζωώδεις σκληριές, το σώμα του βολόδερνε και χτυπούσε εδώ κι εκεί μες στο σπίτι σαν καρυδότσουφλο. Μες στη φρενίτιδα και το ντελίριό του έσπαζε πράγματα, μπιμπελό, φωτιστικά και οτιδήποτε βρισκόταν στο δρόμο του, δίχως να καταλαβαίνει το παραμικρό, αφού ο πόνος ήταν πλέον μια αίσθηση που δεν τον άγγιζε.&lt;br /&gt;Κάποια στιγμή σωριάστηκε στο πάτωμα, πέφτοντας με όλο του το βάρος πάνω στο τηλεκοντρόλ του στερεοφωνικού που βρισκόταν πεταμένο εκεί. Από μια παράξενη ιδιοτροπία της μοίρας πάτησε κατά τύχη το πλήκτρο “on” και το ξεχασμένο μες στη συσκευή CD άρχισε να περιστρέφεται. Η μουσική απλώθηκε στην ατμόσφαιρα και προστέθηκε στους λυγμούς του. Ήταν «ο θάνατος της Άσε» του Edward Grieg. Το πένθιμο κλίμα που επικρατούσε εντάθηκε από τη σουρντίνα των εγχόρδων. Τα βιολιά και η βιόλα του πρώτου μέρους φύτεψαν το δηλητηριώδη καρπό του θανάτου στην γόνιμη για ένα τέτοιο σπόρο ψυχή του Ντανιέλ, ενός Ντανιέλ που κειτόταν στο πάτωμα ημι-αναίσθητος κι εξαντλημένος. Έπειτα, ήρθε ένα δεύτερο αλγεινό χτύπημα· αυτή τη φορά από ένα κρεσέντο υψηλόφωνων εγχόρδων. Ο Ντανιέλ αισθάνθηκε να αποχωρίζεται το σώμα του και να πετά πάνω από αυτό σ’ έναν μελαγχολικό, ακύμαντο μετεωρισμό. Όλο το δράμα της ψυχής του συνοψιζόταν στην κατιούσα χρωματική μελωδία του δεύτερου μέρους. Άκουγε το πρελούδιο της τρίτης πράξης του εμπνευσμένου έργου «Πέερ Γκιντ». Όλα τριγύρω απέκτησαν μια μελαγχολική γλυκύτητα και θαλπωρή. Όλα έμοιαζαν τέλεια… τελειωτικά… τετελεσμένα.&lt;br /&gt;Στο μυαλό του ήρθαν οι στίχοι από ένα ποίημα του αγαπημένου του ποιητή:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί φθορά μου της ευγένειας η Ακολασία&lt;br /&gt;Με στείρα της στιγμάτισέ με σαν και σένα υφή,&lt;br /&gt;Μα ενώ μες στο πέτρωμα του στήθους σου κατοικεί&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καρδιά που δεν σπαράζεται από κρίματος μανία,&lt;br /&gt;Με κυνηγά το σάβανο, φυγάς τραντάζω ωχρός,&lt;br /&gt;Εμπρός στον θάνατό μου όταν πλαγιάζω μοναχός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«... φυγάς τραντάζω ωχρός, εμπρός στον θάνατό μου όταν πλαγιάζω μοναχός»· θαρρεί κανείς πως ο Malarmé έγραφε την «Αγωνία» του σκεπτόμενος και εμπνευσμένος από εκείνον τον ελάχιστο Ντανιέλ, το τραγικό άθυρμα στις σατανικές προθέσεις του εαυτού του. «Γιατί φθορά μου της ευγένειας η Ακολασία»… μια ευγενική Ακολασία που θα μπορούσε να είναι η Ελευθερία, το άπειρο και το μηδέν...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ζητώ στην κλίνη σου τον χωρίς όνειρα ύπνο&lt;br /&gt;                   . . . . . .&lt;br /&gt;Εσύ που αντλείς το τίποτα πιότερο απ’ τους νεκρούς&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ναι, παρέα με το κτήνος του, το εσωτερικό του κτήνος, θα κοιμόταν ένα ύπνο δίχως όνειρα και αφιονισμένος από το μιαρό και καταχθόνιο δαιμόνιο της ψυχής του, θα μπορούσε να επαίρεται πως αντλεί το Τίποτα με φυσικότητα αβίαστη, πιότερο απ’ ότι οι νεκροί. Οι νεκροί ρουφούν το Τίποτα για να υφίστανται. Ο Ντανιέλ πορευόταν οικειοθελώς προς το Τίποτα για να το κατακτήσει. «Εσύ που αντλείς το τίποτα πιότερο απ’ τους νεκρούς»… ηρωικέ Ντανιέλ, είσαι μοναδικός ανάμεσα στους ανθρώπους. Και η μοναδικότητά σου είναι τα διαπιστευτήριά σου για τον υψηλό θρόνο που σε περιμένει εκεί κάτω στη Νεκρόπολη, βασιλιάς μονάχος ανάμεσα σε αμέτρητες οντότητες απορρέουσες και εισρέουσες στο Τίποτα, δηλαδή σε σένα…&lt;br /&gt;...Γιατί εσύ αντλείς το τίποτα πιότερο και απ’ τους νεκρούς!&lt;br /&gt;Βυθίστηκε στο λήθαργο…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ–θεατής παρακολουθούσε τον εαυτό του, το Ντανιέλ–ηθοποιό  στο πανί προβολής της κινηματογραφικής ταινίας. Ο δεύτερος στεκόταν en face μπροστά στο φακό και έμοιαζε να κοιτά το θεατή, σα να τον έβλεπε πραγματικά. Τα μάτια του ήταν γυάλινα κι απόκοσμα και αστραποβολούσαν με μαγικές πούλιες. Το βλέμμα εκείνο ήταν το κλειδί στην όλη ιστορία, θαρρείς πως η ουσία του σεναρίου έπεφτε μ’ όλο της το βάρος πάνω στα παγερά μάτια του ηθοποιού. Πίσω από την πλάτη του Ντανιέλ–θεατή ακουγόταν ο συνεχόμενος, μονότονος ήχος της ταινίας που περιστρεφόταν γύρω από την μπομπίνα, όμοια με μηχανικό σύρσιμο πάνω σε τραχιά μεταλλική επιφάνεια. Ένας τρίτος, ο Ντανιέλ–σκηνοθέτης, που καθόταν κι αυτός μες στην αίθουσα προβολής, αρκετά καθίσματα μακρύτερα από το Ντανιέλ–θεατή, σκέφτηκε επιδοκιμαστικά: «Ναι, αγόρι μου, αυτή τη σκηνή θα την κρατήσουμε μετά το τελικό μοντάζ».&lt;br /&gt;Έπειτα, η κάμερα μετατοπίστηκε περιστροφικά κατά εκατόν ογδόντα μοίρες με άξονα το κεφάλι του ηθοποιού, έτσι που τελικά να δίνει την ψευδαίσθηση στο θεατή ότι το πλάνο ήταν αυτό ακριβώς που έβλεπαν τα μάτια του ηθοποιού. Τώρα, το πρώτο πλάνο καταλάμβανε μια πανέμορφη γυναίκα, ψηλή, λυγερόκορμη, με γεωμετρικά αρμονικές καμπύλες. Ήταν ολόγυμνη με ακάλυπτο το τριχωτό τρίγωνο του εφηβαίου της και ορατή στο θεατή ως τη ρίζα των γοφών, ενώ τα πόδια της ήταν εκτός πλάνου. Τα μάτια της εξέπεμπαν ακόρεστο αισθησιασμό και τα σαρκώδη χείλη της ήταν προκλητικά μισάνοιχτα. Τα μακριά μαλλιά της έριχναν χυτά το βοστρυχωτό τους όγκο πάνω στους στενούς ολοστρόγγυλους ώμους και συνέχιζαν το κατηφόρισμα ως πίσω στην πλάτη της. Ούτε αυτή μιλούσε, παρά είχε περιοριστεί να κοιτά το Ντανιέλ–ηθοποιό, σα να τον καλούσε κοντά της, μες στην πολλά υποσχόμενη αγκάλη της. Η βαριά από την επιθυμία ανάσα του ηθοποιού ακουγόταν από τα κρυμμένα ηχεία της κινηματογραφικής αίθουσας και ανακατευόταν με τις επίσης βαριές και καυτερές αναπνοές του θεατή και του σκηνοθέτη, καθώς και με το μονότονο απόηχο του στροβιλίσματος της ταινίας γύρω από την μπομπίνα. Η έλλειψη ομιλίας και η ακινησία του πλάνου για κάμποσα λεπτά ενέτειναν το μεταφυσικό συναίσθημα που ήταν διάχυτο μες στον κινηματογράφο.&lt;br /&gt;Μετά από αρκετή ώρα, η κάμερα έκανε μια σύνθετη κίνηση, που είχε ως συνιστώσες μία περιστροφή με άξονα το σώμα του Ντανιέλ–ηθοποιού, μία ευθεία κίνηση προς την κατεύθυνση της γυναίκας και μία κίνηση απομάκρυνσης από το ζευγάρι των ηθοποιών. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα πλάνο με τους δυο ηθοποιούς αντικριστά σε προφίλ, να κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τα τμήματα των σωμάτων τους από τα γεννητικά όργανα και κάτω ήταν σκόπιμα εκτός πλάνου. Ήταν και οι δυο τους ολόγυμνοι, όπως ο Αδάμ και η Εύα. Η σκηνή είχε για φόντο ένα πέτρινο πλάτωμα, πέρα από το οποίο έχασκε μια άπατη άβυσσος, μια χαράδρα που έκοβε την ανάσα. Ένας δυνατός άνεμος φυσούσε ολούθε γύρω από το ζευγάρι και ανατάραζε τα μακριά μαλλιά της γυναίκας σα να ήθελε να τα συμπαρασύρει προς την κατεύθυνσή του και να τα ξεριζώσει από το κρανίο της.&lt;br /&gt;Μες στην αίθουσα προβολής ο Ντανιέλ–σκηνοθέτης έβλεπε με έκδηλη ικανοποίηση τους καρπούς των κόπων του να βλαστάνουν, ενώ ταυτόχρονα κάπνιζε πούρο κι ο μυρωδικός καπνός διαχεόταν στην ατμόσφαιρα και εισχωρούσε στα ρουθούνια του Ντανιέλ–θεατή, που καθόταν στην αντίπερα άκρη της ίδιας σειράς καθισμάτων. «Ως τώρα όλα είναι καλά. Ο φωτισμός είναι άψογος, η γωνία λήψης δε θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχη, ο τεχνητός αέρας κάνει τη δουλειά για την οποία τον προόριζα…» σκεφτόταν ο σκηνοθέτης. Περίμενε με αγωνία τη συνέχεια, σα να μην ήταν εκείνος που είχε γυρίσει την ταινία, σα να μη γνώριζε τη θα συνέβαινε μετά. Ήθελε να δει τις αντιδράσεις του ενός και μοναδικού θεατή που βρισκόταν στην αίθουσα και έμοιαζε να παρακολουθεί απόλυτα  απορροφημένος, με αμείωτο ενδιαφέρον. Χαμογέλασε ευχαριστημένος.&lt;br /&gt;Κάποιες στιγμές αργότερα, ο πρωταγωνιστής ενέδωσε στο άηχο ερωτικό κάλεσμα της γυναίκας και την πλησίασε αργά και με σταθερό βήμα, κόντρα στον αέρα που λυσσομανούσε εναντίον του, θαρρείς και ήθελε να τον αποτρέψει… να τον προστατέψει από τον αδιόρατο κίνδυνο που ελλόχευε εδώ και ώρα. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της για να τον αγκαλιάσει. Η κάμερα άφησε την λήψη σε προφίλ του αγκαλιασμένου ζευγαριού και άρχισε να περιστρέφεται με σταθερή γωνιακή ταχύτητα γύρω από το σύμπλεγμα άντρα – γυναίκας, προσέχοντας πάντα να μη γίνουν ορατά τα κάτω ήμισυ των κορμιών τους. Η διάρκεια της περιστροφικής κίνησης ήταν ίσως λιγάκι πιο παρατεταμένη απ’ όσο θα έπρεπε και αυτό το σημείωσε ο σκηνοθέτης σε ένα μικρό μπλοκ.&lt;br /&gt;- Με βρήκες, επιτέλους, αγάπη μου, ακούστηκε μια γλυκιά γυναικεία φωνή, σπάζοντας έτσι τη σιωπή που για τόσα πολλά λεπτά βασίλευε στην αίθουσα προβολής. Η όμορφη γυναίκα φίλησε το Ντανιέλ παθιασμένα, σαν να ήθελε με το στόμα της να του ρουφήξει την ψυχή.&lt;br /&gt;- Ναι, σε βρήκα και δε θα σ’ αφήσω ποτέ πια, αποκρίθηκε ο Ντανιέλ, όταν απόσωσαν το παρατεταμένο φιλί.&lt;br /&gt;Η κάμερα, που όλη αυτή την ώρα δε σταμάτησε να περιστρέφεται γύρω από το ζευγάρι, έξαφνα ακινητοποιήθηκε. Μεσολάβησε μια στιγμιαία μαύρη παύση κι έπειτα το πανί γέμισε από το πρόσωπο της γυναίκας. Η γοητεία κι ο αισθησιασμός αυτού του προσώπου ήταν τόσο έντονα που ο Ντανιέλ–θεατής δε μπόρεσε να μην αισθανθεί ένα σκίρτημα στο βουβώνα του. Χάιδεψε απαλά το ανασηκωμένο πέος του και κάρφωσε το βλέμμα στην ηθοποιό. Ήταν ένα μαγευτικό κοντινό πλάνο, πλημμυρισμένο με μια μαγευτική αχλή, τέτοια που φώτιζε ιμπρεσσιονιστικά και ασαφοποιούσε το όμορφο πρόσωπο, απαλλάσσοντάς το από τις δερματικές ατέλειες, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις παλιές αμερικάνικες ταινίες του Hollywood. Η πρωταγωνίστρια έμοιαζε έτσι με τη Rita Heyworth στην ταινία “Gilda”, ή με την Ingrid Bergman στην ταινία “Casablanca”. Ω, πόσο στοργική, γλυκιά και τρυφερή έμοιαζε η κοπέλα αυτή! Ο Ντανιέλ–θεατής μαγεύτηκε μεμιάς από τη μορφή της.&lt;br /&gt;- Δε θα φύγω ποτέ ξανά μακριά σου. Στο υπόσχομαι αγάπη μου, του είπε και ξέσπασε σε αναφιλητά.&lt;br /&gt;Στο πλάνο εμφανίστηκε το χέρι του ηθοποιού που χάιδευε το μάγουλο της κοπέλας και σκούπιζε τα κρυστάλλινα δάκρυα που λαμπίριζαν σα διαμαντάκια από το τεχνητό φως που έπεφτε πάνω στο αψεγάδιαστο πρόσωπό της.&lt;br /&gt;- Έλα, μην κλαις. Σ’ αγαπώ και δεν έπρεπε να σε μαλώσω. Αν συγκρατούσα τα νεύρα μου τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα είχε γίνει. Δε θα έφευγες από το σπίτι μας με το αυτοκίνητο… Δε θα πάθαινες το μοιραίο ατύχημα και… δε θα ήσουν τώρα νεκρή…&lt;br /&gt;Στο άκουσμα της τελευταίας λέξης, η γυναίκα αγρίεψε και όλα μαζί τα χαρακτηριστικά του προσώπου της συσπάστηκαν και παραμορφώθηκαν. Όλη η πρωτινή γλυκύτητα και η τρυφερότητα εξαφανίστηκαν αυτοστιγμεί. Το χέρι του άντρα άφησε με τρεμουλιαστή αμηχανία το μάγουλό της και απομακρύνθηκε. &lt;br /&gt;Βλέποντας τη σκηνή, ο Ντανιέλ–σκηνοθέτης ρίγησε από ικανοποίηση για το αποτέλεσμα. Κρυφοκοίταξε το Ντανιέλ–θεατή, θέλοντας να εντοπίσει στο πρόσωπό του τις συναισθηματικές αντιδράσεις εξαιτίας της απροσδόκητης εξέλιξης της ταινίας. Όταν είδε αυτό που περίμενε, χάρηκε. Ο θεατής έδειχνε αναστατωμένος. Είχε τιναχτεί πάνω στο κάθισμά του, δίχως να ξεκολλά το βλέμμα του από την ταινία. «Και πού να δεις τι θα επακολουθήσει κακόμοιρε θεατή…» Γύρισε ξανά προς το πανί προβολής συνεχίζοντας την κριτική του παρακολούθηση.&lt;br /&gt;- Τώρα που με βρήκες, Ντανιέλ, δεν πρόκειται να με ξαναχάσεις. Θα σε κρατήσω κοντά μου για μια ολάκερη αιωνιότητα και τίποτα δε θα μας χωρίσει.&lt;br /&gt;Ο ηθοποιός ταράχτηκε από τα λόγια της. Δεν ήθελε να τον κρατήσει κοντά της. Κάτι τέτοιο δε συμφωνούσε με τους φυσικούς νόμους. Εκείνη ήταν μια νεκρή, ενώ αυτός ζωντανός. «Για δες θάμα κι αντίθαμα, να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους» ήχησε στο νου του Ντανιέλ–θεατή ο στίχος ενός γνώριμου παραδοσιακού ποιήματος. Ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη από τον πρώτο αυχενικό σπόνδυλο ως τον κόκκυγα. Αυτά που θα έβλεπε στη συνέχεια θα τον έκαναν να πεταχτεί από τη θέση του έντρομος. Διαισθανόταν ότι κάτι κακό θα συνέβαινε, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη υπόθεση. Φοβήθηκε τη γυναίκα εκείνη, παρόλη την ομορφιά και την τελειότητά της. Τότε είδε…&lt;br /&gt;Η γυναίκα άνοιξε το στόμα της και από το σκοτεινό χάσμα του ξεπρόβαλλαν δυο μεγάλοι και κοφτεροί κυνόδοντες, ενώ η υπόλοιπη οδοντοστοιχία της έμοιαζε με τα δοντάκια του πριονιού. Η κάμερα αρχίνησε και πάλι να περιστρέφεται με ταχύτητα γύρω από το ζευγάρι, έτσι που ο θεατής μπορούσε να διακρίνει το εμβρόντητο ύφος του πρωταγωνιστή και τη ζωώδη αγριότητα της γυναίκας. Ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, στο πανί προβολής κυριάρχησε ένα ακίνητο gross plan. Ήταν η πρώτη φορά στη διάρκεια της ταινίας που ο φακός της κάμερας αποκάλυπτε από κάποια απόσταση ολόκληρα τα κορμιά των δυο ανθρώπων. Ήταν η πρώτη φορά που ο θεατής αντίκρισε το φιδίσιο κάτω ήμισυ του σώματος της γυναίκας. Η λεπιδώδης, γλιστερή ουρά της τυλίχτηκε γύρω από τον πρωταγωνιστή και τον έσφιξε τόσο δυνατά που τον σκότωσε επί τόπου. &lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ–θεατής αισθάνθηκε ένα ελαφρό άγγιγμα στο δεξί του ώμο. Ένιωθε την ανάσα κάποιας σκοτεινής παρουσίας στον αυχένα του. Γύρισε έντρομος για να δει στο πίσω κάθισμα. Ήταν η ίδια η γυναίκα–φίδι και του χαμογελούσε με ένα καταχθόνιο χαμόγελο. Από το μισάνοιχτο στόμα της ξεπετάχτηκε μια μακριά διχαλωτή γλώσσα που του άγγιξε το μάγουλο.&lt;br /&gt;- Του τη φέραμε, Ντανιέλ. Συμφωνείς;&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ–σκηνοθέτης, τυλιγμένος στο σκοτάδι, γελούσε ηχηρά από την άλλη άκρη της κινηματογραφικής αίθουσας…&lt;br /&gt;Ένα αόρατο χέρι άρπαξε το θεατή και τον γλίτωσε από το μοιραίο κίνδυνο. Ο Ντανιέλ ένιωσε να τον τραβάνε, να τον σέρνουνε στο πάτωμα, χωρίς να ξέρει πού τον πήγαιναν. Σφιχτοσφάλισε τα μάτια για να μη βλέπει από ποια ζοφερά και ανατριχιαστικά μέρη περνούσε το σώμα του. Κάποτε το χέρι τον πέταξε σε μια γωνιά και τον παράτησε. Αφού ο Ντανιέλ ένιωσε τη σταθερότητα του εδάφους κάτω από το κορμί του, άνοιξε τα μάτια που ως τότε είχε κλειστά.&lt;br /&gt;Βρισκόταν στο πατρικό του σπίτι. Κοίταξε ένα γύρω τα έπιπλα, τα διακοσμητικά αντικείμενα, τα κάδρα στους τοίχους και τα βρήκε όλα ίδια και απαράλλαχτα όπως όταν ήταν παιδί και πήγαινε στο σχολειό. Ήταν νύχτα και επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί, ένιωθε παρόλα αυτά τη βεβαιότητα πως οι γονείς του κοιμούνταν στο υπνοδωμάτιό τους. Τότε ακούστηκε ένα τρομερό ροχαλητό, ίδιος επιθανάτιος ρόγχος και μετά…&lt;br /&gt;- Βοήθεια! Χριστέ μου… βοήθεια! Ντανιέλ! Τα ουρλιαχτά ήταν της μητέρας του κι ερχόταν κατευθείαν από το υπνοδωμάτιο.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ πετάχτηκε σα σφεντόνα από το πάτωμα, όπου ήταν ριγμένος και έτρεξε προς το υπνοδωμάτιο των γονιών του.&lt;br /&gt;- Βοήθεια! Τα ουρλιαχτά γινόταν ολοένα και πιο έντονα, ολοένα και πιο διαπεραστικά, απελπισμένα.&lt;br /&gt;Κοντοστάθηκε στην πόρτα. Είδε τη μάνα του να έχει αρπάξει από τους ώμους τον πατέρα και να ταρακουνά το ακίνητο κορμί του. Ο Ντανιέλ περίμενε τον πατέρα του να ξυπνήσει, όλο περίμενε κι έστεκε άπραγος πάνω σε πόδια τρεμάμενα. «Να που τώρα θα ξυπνήσει… θα ξυπνήσει». Κι όμως, ο πατέρας του δεν ξυπνούσε. Τα πρησμένα βλέφαρά του έμεναν κλειστά και το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο. Ένιωσε ένα κάψιμο στο κρανίο, κάψιμο που έφτασε ως το σαγόνι και τις οδοντοστοιχίες του.&lt;br /&gt;- Ντανιέλ, βοήθεια! Η μητέρα του είχε σταματήσει να ταρακουνά βίαια το σώμα του άντρα της. Τρέξε! Χριστέ μου, τρέξε!!&lt;br /&gt;Τα πόδια του τον έφεραν ως το κρεβάτι των γονιών του. Τα χέρια του, που δεν τα όριζε, άρπαξαν από τους ώμους τον πατέρα του και τον ανασήκωσαν. Τον ταρακούνησε. Έπειτα του έριξε δυο χαστούκια για να τον συνεφέρει. Πρώτη φορά χαστούκιζε το πρόσωπο του πατέρα του κι αυτό τον έκανε να ριγήσει. Σαν δεν είδε αποτέλεσμα τον ξάπλωσε πάλι ανάσκελα. Η μάνα του είχε πεταχτεί από το κρεβάτι και έτρεχε από τη μια γωνιά του δωματίου ως την άλλη αλαφιασμένη, χτυπώντας ασταμάτητα τις παλάμες της και φωνάζοντας με την ίδια, ακατάβλητη δύναμη.&lt;br /&gt;- Παναγιά μου βόηθα… Βοήθεια! Ζορζ ξύπνα… Ζόρζ!&lt;br /&gt;Όπως και πριν, δίχως να ορίζει τις κινήσεις που έκανε, ο Ντανιέλ είδε τα χέρια του να τεντώνονται ενάντια στο στήθος του πατέρα του και τις δυο του παλάμες πλεγμένες πάνω στο κατώτερο σημείο του στέρνου. Άρχισε τις μαλάξεις. Ένα, δυο, τρία… πέντε. Έκλεισε με το δείκτη και τον αντίχειρα  του αριστερού του χεριού τη μύτη του Ζορζ και με το δεξί του χέρι τράβηξε προς τα κάτω το σαγόνι. Εφάρμοσε τα χείλη του στα χείλη του πατέρα του και φύσηξε δυνατά. Έπειτα ξανάρχισε τις μαλάξεις με τον ίδιο μηχανικό τρόπο. Σ’ όλη τη διάρκεια που έκανε αυτά, το κεφάλι του έκαιγε διάχυτα σα να είχε πάρει φωτιά. Αισθάνθηκε πως θα λιποθυμούσε, αλλά κινητοποίησε όσα αποθέματα δύναμης και ψυχραιμίας είχε μέσα του και κατάφερε να συνεχίσει τις απέλπιδες προσπάθειες. Ακόμη και ο ίδιος δε μπορούσε να φανταστεί πού είχε βρει τόση δύναμη.&lt;br /&gt;Η μάνα του έτρεξε έξω από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε τρελή κι αλαφιασμένη προς την εξώπορτα του σπιτιού. Την άνοιξε κι άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Έπειτα το υπνοδωμάτιο γέμισε με άγνωστο κόσμο που μουρμούριζαν μεταξύ τους. Κάποιες γυναίκες ντυμένες στα μαύρα έκλαιγαν. Η μητέρα του είχε πάθει υστερία. Κάποιος από το πλήθος τηλεφώνησε για να έρθει ασθενοφόρο. Ο Ντανιέλ όλη αυτή την ώρα είχε βγει από το σώμα του κι έβλεπε τα χέρια του να κινούνται πάνω κάτω με δύναμη πάνω στο στήθος του ακίνητου πατέρα του. Δεν αντιλαμβανόταν κανέναν απ’ όσους ήταν μες στο δωμάτιο. Είχε βυθιστεί στην αχλή της μάχης με το θάνατο. Ήταν παντελώς μόνος του. Μόνος με τον πατέρα του. Μετά από μια αιωνιότητα οι τραυματιοφορείς κατέφθασαν και έσπρωξαν μακριά το Ντανιέλ, ενώ άρχισαν να κάνουν αυτοί πια την καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. «Θα ξυπνήσει… απλώς κοιμάται… πάντα κοιμάται βαθιά ο πατέρας μου…» σκεφτόταν ο Ντανιέλ και προσπαθούσε να κρατήσει τη σκέψη αυτή με όση δύναμη είχε για να μην του φύγει, να μην πετάξει μακριά και έρθει κάποια άλλη σκέψη ζοφερή και τελεσίδικη. Παραμέρισε τον κόσμο που παρακολουθούσε αμέτοχος το τραγικό συμβάν και έτρεξε προς τη μητέρα του που έκλαιγε. Την έπιασε από τους ώμους και την αγκάλιασε σφιχτά.&lt;br /&gt;Έπειτα οι τραυματιοφορείς έφυγαν και μαζί τους πήραν το κορμί του πατέρα του. Έφυγε και η μητέρα του, έφυγε κι ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί. Ο Ντανιέλ απέμεινε μονάχος στο δωμάτιο να κοιτάζει το αδειανό κρεβάτι. «Θα ξυπνήσει… δεν είναι τίποτα. Πάντα ροχάλιζε δυνατά και δυσκολευόσουν πολύ να τον ξυπνήσεις από το βαθύ του ύπνο. Ναι, θα ξυπνήσει…» Η βαριά από το θανατικό ατμόσφαιρα του δωματίου τον έπνιγε.&lt;br /&gt;Βγήκε στο μπαλκόνι. Εκεί στεκόταν ο πατέρας του και κάπνιζε ένα τσιγάρο. Κοίταξε το γιο του όλο στοργή κι αγάπη. Μια λάμψη περηφάνιας έβγαινε από τα μάτια του.&lt;br /&gt;- Ακόμη δεν κοιμήθηκες γιέ μου; Είναι αργά.&lt;br /&gt;- Δε μπορώ να κοιμηθώ πατέρα. Νιώθω μια ανησυχία…&lt;br /&gt;- Πήγαινε κοιμήσου, για να ξεκουραστείς λιγάκι. Τελευταία κουράζεσαι πολύ με το ιατρείο σου. Έχεις κι αυτές τις διαλέξεις στη Σχολή που είναι επιπρόσθετη κούραση κι ευθύνη. Έλα, πήγαινε… Θα καπνίσω αυτό το τελευταίο τσιγάρο και θα κοιμηθώ κι εγώ.&lt;br /&gt;- Πατέρα, κάτι μου έτυχε σήμερα.&lt;br /&gt;- Τι σου έτυχε Ντανιέλ;&lt;br /&gt;- Να… δεν ξέρω πώς να στο πω... νομίζω πως θα πεθάνω.&lt;br /&gt;Ο πατέρας του τον κοίταξε έντονα σα να τον μάλωνε. Η σπίθα της περηφάνιας για το γιο του δεν έλεγε να σβήσει από τα μάτια του.&lt;br /&gt;- Τι είναι αυτά που λες; Δε θέλω ν’ ακούω βλακείες. Πήγαινε και κοιμήσου και θα δεις πως αύριο θα ξημερώσει μια ωραία μέρα για σένα. Σύμφωνοι;&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ κάρφωσε το βλέμμα του κατάκεντρα στις κόρες των ματιών του πατέρα. Ένιωθε μια χαώδη ανασφάλεια, όπως όταν κανείς δεν βρίσκει ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο γης για να πατήσει σταθερά. Τότε από τη μεριά του πατέρα του φύσηξε μια γλυκιά, μυρωδάτη και θερμή αύρα και του χάιδεψε το πρόσωπο. Αμέσως, το συναίσθημα της ανασφάλειας εξανεμίστηκε και μια μεταφυσική θαλπωρή τον τύλιξε σύγκορμο.&lt;br /&gt;- Σύμφωνοι, πατέρα. Καληνύχτα.&lt;br /&gt;Ο πατέρας του χαμογέλασε γλυκά και τρυφερά.&lt;br /&gt;- Καληνύχτα Ντανιέλ.&lt;br /&gt;Έπειτα, ο Ντανιέλ κοίταξε τα κτίρια απέναντι από το μπαλκόνι. Κοίταξε το ολόγιομο φεγγάρι και τις φωτοσκιάσεις που προκαλούσε το φέγγος του πάνω στους δρόμους και τα σπίτια. Γύρισε να δει τον πατέρα του για τελευταία φορά. Στο μπαλκόνι δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξύπνησε απότομα με ένα τίναγμα.&lt;br /&gt;- Πατέρα… είπε και η λέξη στριφογύρισε για λίγο στο δωμάτιο κι έπειτα χάθηκε. Τον κυρίευσε μια μελαγχολία.&lt;br /&gt;Βρισκόταν καθισμένος στο πάτωμα και στηριγμένος με την πλάτη του στα πόδια του καναπέ. Στ’ αυτιά του έφτασε η μελωδία από το «Θάνατο της Άσε» του Grieg. Προφανώς το CD είχε γυρίσει κάμποσες φορές στην αρχή και τώρα έπαιζε το ίδιο κομμάτι που είχε ακούσει πριν τον πάρει ο ύπνος. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου: ήταν ακριβώς μεσάνυχτα. Είχε κοιμηθεί για μισή μόνο ώρα.&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1062684091691044538-1298293601690743195?l=eulogyofchimera.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/feeds/1298293601690743195/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1062684091691044538&amp;postID=1298293601690743195' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/1298293601690743195'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/1298293601690743195'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/2009/01/12.html' title='Κεφάλαιο 12'/><author><name>Παναγιώτης Σιμιτσής</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15330781836782875452</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp3.blogger.com/_a0TXxass-DM/R106Y_rFA-I/AAAAAAAAADw/S-8W8EGCmvw/S220/DSC00946.JPG'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1062684091691044538.post-3342297313901034935</id><published>2008-12-17T23:22:00.002+02:00</published><updated>2008-12-17T23:32:55.416+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κεφάλαιο 11'/><title type='text'>Κεφάλαιο 11</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;9:00 μ.μ.&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γενικός καλλωπισμός, ή μπροστά στον καθρέπτη». Κάπως έτσι θα τιτλοδοτούσε εκείνη την προσωπική του στιγμή ο Ντανιέλ. Ένας μικρός θεός ολόγυμνος μπροστά στην ασημένια, στιλπνή επιφάνεια του καθρέφτη. Θα έπρεπε, ίσως, να γραφτεί από κάποιον ιδιοφυή νου μια σονάτα αφιερωμένη σ΄ αυτόν και τα πολλά κατορθώματά του εκείνης της καθοριστικής ημέρας. Ένα πραγματικό έπος για όλα τα φράγματα που είχε σπάσει, για όλους τους κανόνες που είχε παραβεί. Και τι δεν είχε κατορθώσει… Τσαλαπάτησε τις εκπαιδευτικές διαδικασίες της Ιατρικής Σχολής, παραπλάνησε μια φοιτήτριά του, απόδιωξε από κοντά του τη μόνη γυναίκα που τον αγάπησε τυφλά και, πάνω απ΄ όλα, κατέστρεψε μια ανθρώπινη ζωή! Ο Ματιέ είχε πεθάνει εξαιτίας του και η κοινωνία απαλλάχτηκε έτσι από ένα ακόμη σιχαμερό παράσιτο. Οι Ερινύες δεν τον κυνηγούσαν πια• τον φοβούνταν γιατί είχε μετατραπεί σε θεό• ήταν πολύ ανώτερος αυτών των δαιμονικών γυναικόμορφων πλασμάτων και πέρα κι έξω από τη δικαιοδοσία τους. Κανείς και τίποτα δε μπορούσε να τον αγγίξει• ήταν στο απυρόβλητο. Κι όλα αυτά είχαν συντελεστεί χάρη στη σταδιακή μέθεξή του με την Ελευθερία, την ανώτατη πνευματική κατάσταση σ’ ολάκερο το σύμπαν, το μοναδικό απλανές σημείο μες στο άναρχο χάος. Η πορεία του είχε χαραχτεί αμετάκλητα και απαράγραπτα και καμία δύναμη, θεϊκή είτε σατανική, δε μπορούσε να τον εκτρέψει απ΄ αυτή.&lt;br /&gt;Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και χαμογέλασε ναρκισσικά. «Οι δυο μας τώρα…» σκέφτηκε μακάρια. Απέναντί του, το λατρεμένο είδωλο του χαμογελούσε κι αυτό με το ίδιο μακάριο χαμόγελο. Ένιωθε ακαταμάχητος, παντοδύναμος, γοητευτικός. Ήταν αυτός και μόνο αυτός που είχε επιλεγεί ως ο εκλεκτός, μέσα από μυστηριακές διαδικασίες που δεν τις χωρά ανθρώπου νους. Η επίγνωση της αδιαμφισβήτητης ανωτερότητάς του πυροδότησε ασυνείδητα εντός του μια συναισθηματική αντίδραση συγκαταβατικού οίκτου για όλους τους άλλους ανθρώπους που είναι αναγκασμένοι να μοιράζονται ως το τέλος των καιρών τη μίζερη και κοινότυπη μοίρα τους. Πόσο τους λυπόταν όλους αυτούς, την ομοιογενή μάζα των αμέτρητων ψυχών που σαν ανερμάτιστο κοπάδι τρέχουν όλοι μαζί από εδώ κι από εκεί, οδηγημένοι από το φόβο του θανάτου! Είναι όλοι τους θύματα κάποιας πονηρής συνωμοσίας που συντελέστηκε στις απαρχές του χρόνου και που αποτελμάτωσε ολόκληρο τον κόσμο μες στην ανελευθερία και τις προλήψεις. Αντίθετα, ο Ντανιέλ έστεκε πέρα και πάνω από το ανθρώπινο κοπάδι, γιατί δεν ήταν άνθρωπος συμβατικός. Ήταν ο εκλεκτός, ο αγγελιοφόρος της αιώνιας Αλήθειας: της Ελευθερίας. Γι αυτό μπορούσε να γελάσει κατάμουτρα στην ανθρωπότητα, να σαρκάσει με τις εναγώνιες προσπάθειές της για διαιώνιση και αυτοσυντήρηση. Δεν υπήρχε, όμως, λόγος να αγαπά ή να μισεί, να χαίρεται ή να λυπάται, να γελά ή να κλαίει. Όλα αυτά τα συναισθήματα προσιδιάζουν σε κοινούς θνητούς. Ο Ντανιέλ ήταν ένας ήρωας…&lt;br /&gt;Από την άλλη, όχι… όχι, ο Ντανιέλ δεν ήταν ήρωας, ούτε και έπρεπε να αισθάνεται ως τέτοιος. Ο ηρωισμός είναι μια στιγμιαία πράξη και όχι μια ιδιότητα που μπορεί να φέρει κάποιος για όλη του τη ζωή. Είναι κάτι που συμβαίνει σε μια στιγμή και δε μπορεί να διαρκέσει. Ο ηρωισμός είναι φύσει περιορισμένος σε χρονικά πλαίσια και παύει να υφίσταται στο διηνεκές. Σε επίπεδο αιωνιότητας, ο ηρωισμός είναι μια μηδαμινή στιγμή, καταδικασμένη να εξαφανιστεί, να χαθεί μες στην ελαχιστότητα της διάρκειάς του. Όμοια, κανένας άνθρωπος δε μπορεί να συγκριθεί με τον ήρωα–εαυτό του• ο δεύτερος βρίσκεται πάντοτε σε υψηλότερο επίπεδο. Σ΄ αυτή, λοιπόν, την ασυμβατότητα μεταξύ στιγμής και διάρκειας έγκειται η όλη τραγικότητα των ηρώων: κανείς ήρωας δε μπορεί, όσο κι αν το θέλει, να είναι ήρωας για όλη του τη ζωή. Αυτό που τον τυραννά είναι η επόμενη ημέρα, η ημέρα που δε θα μπορεί να είναι άλλο ήρωας. Μήπως, άραγε, ο Ηρακλής της Μυθολογίας θα αποκτούσε τέτοια ασύγκριτη υστεροφημία αν δεν τον ανέβαζε ένα σύννεφο στον Όλυμπο; Αλίμονο σ΄ αυτόν αν παρέμενε πάνω στη Γη! Ο χρόνος θα τον διέβρωνε, θα κατακρεουργούσε τους άθλους του. Ποιος μπορεί να διανοηθεί έναν Ηρακλή γέρο και ξεπεσμένο, να πίνει κρασί και να μεθοκοπά σε κάποιο καπηλειό; Το ίδιο πονηρό τέχνασμα απαντά κανείς και στον κινηματογράφο. Η σκηνή που περιέχει την ηρωική πράξη του πρωταγωνιστή σταματά απότομα και τη διαδέχεται μια άλλη σκηνή, χρονικά απομακρυσμένη από την προηγούμενη. Κι όμως, αναρωτιέται κανείς τι μεσολάβησε σ’ όλο αυτό το κρυμμένο διάστημα, το διάστημα που έπεται του ηρωισμού και που κόβεται και αποσιωπείται από τον παμπόνηρο σκηνοθέτη. Για τον Ντανιέλ, αυτό ήταν μια από τις μεγαλύτερες συνωμοσίες στην ιστορία. Τη συναντά κανείς στη Μυθολογία, το ίδιο όπως και στον κινηματογράφο, το θέατρο, τη λογοτεχνία και κάθε άλλη μορφή τέχνης.&lt;br /&gt;Πολλές ήταν οι φορές που είχε συζητήσει με τη Σιμών πάνω στο συγκεκριμένο θέμα και πάντα κατέληγαν και οι δυο τους στο ίδιο συμπέρασμα. «Φαντάσου» της έλεγε «πως αποφασίζεις να κάνεις μια πράξη ηρωική, γεμάτη αυταπάρνηση». Εκείνη τον άκουγε με προσοχή και ενθουσιασμό. Πάντα της άρεσαν τέτοιου είδους συζητήσεις γιατί την έκαναν να νιώθει σημαντική. Κάποια φορά του απάντησε πως γι εκείνη μια τέτοια ηρωική πράξη είναι να χαρίσει κανείς όλη του την περιουσία και τα υπάρχοντα στους φτωχούς. «Εντάξει» της απάντησε εκείνος. «Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως αποφασίζεις να κάνεις κάτι τέτοιο…» Η Σιμών κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και απορροφήθηκε στα επιχειρήματά του. «Το κάνεις. Ως εδώ όλα είναι καλά και θεάρεστα. Δε σου μένει ούτε μία δραχμή. Την πρώτη ημέρα δε θα φας τίποτα και θα κοιμηθείς σε κάποιο παγκάκι, μιας και το σπίτι σου θα ανήκει, πλέον, στους καημένους τους άστεγους». «Ναι. Θα κοιμηθώ νηστική σ’ ένα παγκάκι» του απάντησε και αμέσως της ήρθε να γελάσει συνθέτοντας στο νου της τη σχετική εικόνα. «Μη γελάς, μιλώ σοβαρά. Τη δεύτερη ημέρα θα αρχίσεις να αισθάνεσαι τα πρώτα συμπτώματα της πνευμονίας, αφού η νύχτα αποδείχτηκε πολύ κρύα για τον ευαίσθητο και καλομαθημένο οργανισμό σου. Εμφανίζονται, επίσης, οι πρώτοι στομαχικοί πόνοι και τα εντερικά γουργουρητά εξαιτίας της πείνας. Την τρίτη ημέρα θα συμβιβαστείς με την ιδέα της ζητιανιάς για να επιβιώσεις. Τη δε ημέρα την τετάρτη, μες στην απόγνωσή σου, θα ληστέψεις ή θα σκοτώσεις τον πρώτο τυχόντα που θα περάσει από μπροστά σου, για να του πάρεις έστω και δυο–τρία κέρματα που έχει στις τσέπες του. Η αστυνομία θα σε συλλάβει και θα κλειστείς στη φυλακή». Η Σιμών γούρλωσε τα μάτια της στο άκουσμα της διαδοχής των γεγονότων που θα τις συνέβαιναν αν αποφάσιζε να χαρίσει τα πάντα στους φτωχούς. «Πες μου, λοιπόν, ποιος θα βρεθεί να πει για σένα: “Να ένας ήρωας! Στην υγειά του ήρωα!”; Κανείς δε θα πει κάτι τέτοιο, να είσαι σίγουρη. Για τον πολύ κόσμο δε θα είσαι παρά μια κοινή εγκληματίας, μια αλήτισσα του δρόμου. Η στιγμή που χάρισες ό,τι είχες και δεν είχες στους απανταχού πένητες αυτής της γης, η στιγμή δηλαδή του ηρωισμού σου, θα ξεχαστεί». Η Σιμών έμεινε να τον κοιτάζει λυπημένη και απογοητευμένη. Τι κρίμα… γιατί να πάθαινε όλα αυτά αν αποφάσιζε να φερθεί χριστιανικά; Γιατί να έχουν καταφέρει οι Απόστολοι κάτι που γι αυτή την ίδια φάνταζε τόσο αδύνατο; «Από την άλλη, φαντάσου πως είσαι η πρωταγωνίστρια κάποιου μυθιστορηματικού δράματος. Πάρε ως δεδομένο πως έκανες τον ίδιο ηρωισμό. Η ζωή σου, σ΄ αυτή την περίπτωση, θα πάγωνε απότομα τη στιγμή της μεγαλόψυχης πράξης, της ηρωικής απόφασης. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο θα ήσουν μεγαλύτερη στα χρόνια και θα απολάμβανες τη δικαίωση του τολμήματός σου, δαφνοστεφανωμένη και εξυμνησμένη. Κατάλαβες, λοιπόν, τι γελοία έννοια είναι ο ηρωισμός; Μπορείς να συνειδητοποιήσεις πως οι ήρωες είναι πλάσματα επιπόλαια, που αυτό που καταφέρνουν σε τελική ανάλυση είναι μια απειροελάχιστη παραμόρφωση στην ομαλή ροή της ιστορίας; Αν ήσουν μαθηματικός, αγαπητή μου Σιμών, θα σου έλεγα πως η ζωή ενός ήρωα περιγράφεται από μια καμπύλη Gauss, δηλαδή μια συμμετρική κωδωνοειδή καμπύλη με τα κοίλα προς τον άξονα του χρόνου, στην οποία το μέγιστο είναι η στιγμή του ηρωισμού και όλο το εκατέρωθεν εύρος τιμών δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι αμέτρητες, άχαρες στιγμές της υπόλοιπης ζωής. Όμως, δεν είσαι μαθηματικός και δε μπορείς να καταλάβεις την παρομοίωση…»&lt;br /&gt;Όση ώρα ο Ντανιέλ καθρεφτιζόταν, γοητευμένος από το γιγάντιο είδωλό του, όλα σιγά–σιγά άρχιζαν να ξεγυμνώνονται, να διαφανοποι-ούνται, να αποκρυσταλλώνονται. Όχι, με κανένα τρόπο δεν ήθελε να γίνει ήρωας, ούτε να θεωρηθεί ως τέτοιος. Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχοι για το τι θα τους ξημερώσει και για το αν θα μπορέσουν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να δικαιώσουν τον τίτλο που τους απονεμήθηκε. Ο Ντανιέλ δε θα έκανε τίποτα το ηρωικό. Απλά, θα ελευθερώνονταν μια για πάντα από τον κόσμο, από την καθημερινότητα, από τις αποτρόπαιες έξεις της σωματικής του ύλης…&lt;br /&gt;Χρησιμοποίησε τους δυο φοιτητές, το Ζακ και τη Ναντίν, για να απαξιώσει την πανεπιστημιακή του καριέρα, την καριέρα για την οποία τόσο πολύ είχε μοχθήσει και που είχε αποτελέσει τη μοναδική του εμμονή για χρόνια. Ύστερα, έδωσε τέλος στη φιλία του με το Ζαν και τη Μαρί, κι έτσι κατάφερε να αποδεσμευτεί από τις κοινωνικές συμβάσεις. Αρνήθηκε την αγάπη της Σιμών, της μοναδικής γυναίκας που τον αγαπούσε με μια λατρεία σπάνια και ανυστερόβουλη και, μ’ αυτό τον τρόπο, έδωσε τέλος στην πολύχρονη επικυριαρχία του γεννητικού του μορίου πάνω στο πνεύμα του. Και τέλος, σκότωσε περίτεχνα το Ματιέ, τον υπάνθρωπο της νύχτας και των χαμαιτυπείων, δίχως να χρησιμοποιήσει την παραμικρή βία. Είχε απελευθερωθεί! Βάδιζε αργά και σταθερά προς την ολοκλήρωση, προς τη μέθεξη με την πολυπόθητη Ελευθερία, προς τη συνουσία με το απόλυτο και τέλειο Μηδέν.&lt;br /&gt;Παρατήρησε το πρόσωπο που τον κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη και το βρήκε πολύ όμορφο, με μια ομορφιά διαφορετική από την κοινή έννοια του όρου. Ήταν όμορφος γιατί στο πρόσωπό του αντιφέγγιζαν τα κατορθώματά του, γιατί κάτω από τη σάρκα υπήρχε μια δύναμη που ποτέ ως τότε δεν είχε φανταστεί πως θα μπορούσε να κατέχει. Ήταν όμορφος γιατί μπορούσε να δει στα μάτια του τις εμπειρίες εκείνης της ημέρας να αστραποβολούν και να διαχέονται παντού τριγύρω. Ήταν όμορφος γιατί βίωνε μια εμπειρία αλλιώτικη από οποιαδήποτε άλλη στη μίζερη ζωή του, μια εμπειρία απ΄ αυτές που αποδυναμώνουν το φόβο του θανάτου και τον εκμηδενίζουν. Σκέφτηκε να παίξει με το είδωλό του, να χαριεντιστεί μ’ αυτό. Άπλωσε το δεξί του χέρι και άγγιξε με τον δείκτη τον καθρέφτη. Το αγαπημένο είδωλο τον μιμήθηκε, απλώνοντας το αριστερό του χέρι. Οι ράγες των δακτύλων τους ακούμπησαν η μια την άλλη στην ίδια ευθεία. Ο Ντανιέλ χαμογέλασε και είδε το είδωλο να χαμογελά. Όταν, όμως, χάιδεψε με τη δεξιά του παλάμη το ομόπλευρο μάγουλο διαπίστωσε έντρομα πως κάτι είχε αλλάξει στη μίμηση του ειδώλου του. Το είδε να χαϊδεύει το μάγουλό του ακριβώς όπως κι αυτός, μόνο που ακουμπούσε κι εκείνο τη δεξιά του παλάμη πάνω στο δεξί μάγουλο. Τα έχασε… συγχύστηκε. Αυτό που έβλεπε δεν ήταν κατοπτρισμός. Ο Ντανιέλ του καθρέφτη είχε αυτονομηθεί και αποκτήσει δική του ζωή. Και σα να μην έφτανε αυτό, το είδωλο του χαμογέλασε αινιγματικά, αυτή τη φορά χωρίς διόλου να τον μιμείται. «Δεν είμαστε καλά…» σκέφτηκε ο Ντανιέλ και σφάλισε με δύναμη τα βλέφαρα για να συνέλθει. Έπειτα τα ξανάνοιξε και κοίταξε και πάλι στον καθρέφτη. Το είδωλο τον κοιτούσε με το ίδιο παγωμένο χαμόγελο, ακίνητο, σα ζωγραφιά. Έντρομος μπροστά στην αποκάλυψη, έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω, χωρίς να ξεκολλά το βλέμμα του από τον καθρέφτη. Βεβαιώθηκε γι αυτό που έβλεπε. «Πάει, τρελάθηκα!»&lt;br /&gt;Τότε όλα έγιναν όπως πριν, το ίδιο ξαφνικά όπως είχαν αρχίσει. Το είδωλο υπάκουε και πάλι στο αφεντικό του, σα να μην είχε αυτονομηθεί ποτέ. Ο Ντανιέλ, παρόλα αυτά, δεν ηρέμησε. «Ωραία, λοιπόν, ήταν μια παραίσθηση. Το ότι τελείωσε δε σημαίνει πως είμαι καλά. Ακόμη και οι λίγες αυτές στιγμές είναι αρκετές για να πυροδοτηθεί η σχιζοφρένεια στην πλήρη μορφή της. Θεέ μου… δε νιώθω καλά, ζαλίζομαι…»&lt;br /&gt;Η απόκοσμη εμπειρία στάθηκε η αφορμή για πολλές σκέψεις, σκέψεις που ακύρωναν το θρίαμβο στον οποίο πίστευε, σκέψεις αντίθετες προς όλες τις προηγούμενες. Τα κατορθώματα ενός τρελού δεν είναι παρά μια πλάνη, δεν έχουν καμία αξία. Η αμφιβολίες τον κυρίεψαν σύγκορμο. «Άραγε, όλα όσα έκανα σήμερα έγιναν στ’ αλήθεια, ή τα φαντάστηκα; Μήπως τα ονειρεύτηκα; Μήπως ζω ακόμη μες στο όνειρο της προηγούμενης νύχτας;» Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Τσιμπήθηκε και πόνεσε. Όχι, ήταν όλα πραγματικότητα. Ο Ματιέ ήταν νεκρός, η Σιμών αποδιωγμένη, η Ναντίν προσβεβλημένη… «Κι αυτή η υποτιθέμενη Ελευθερία; Όλες οι σκέψεις ανωτερότητας και μεγαλείου; Από ποια μεταφυσική αιτία προκλήθηκαν;» Αναλογιζόμενος αυτά, άρχισε να αισθάνεται πως δεν ήταν κύριος του εαυτού του, πως ο νους του είχε καταληφθεί από κάποια σκοτεινή διάνοια και δεν του ήταν μπορετό να τον ελέγξει συνειδητά. Όμοια, ο κυκεώνας τόσων αμέτρητων σκέψεων, διαπιστώσεων και συνειρμών που μέχρι μόλις προ ολίγου έκανε, του φαινόταν τώρα πια ξένος. Κάποια παντοδύναμη εξωγενής επίδραση τον είχε μετατρέψει σε ανήμπορη και άβουλη μαριονέτα και του υπαγόρευε όλα όσα έπρεπε να σκεφτεί και να κάνει. Ήταν δαιμονισμένος… για όλα υπεύθυνος ήταν ο μικρός διαβολάκος εντός του, το δαιμόνιο που ως τότε ήταν πιότερο ένα σχήμα λόγου παρά κάτι το υπαρκτό, και που άρχισε πλέον να αποκτά συγκεκριμένο σχήμα και να υπάρχει σαν οντότητα. Αυτό το δαιμόνιο του έπλεξε το παραμύθι περί τελευταίας ημέρας, περί ημέρας της κρίσεως, περί υπαρξιακής ελευθερίας… Όλα… όλα αυτό τα είχε κάνει• τον είχε αφιονίσει.&lt;br /&gt;Έξαφνα, ένας ψίθυρος απλώθηκε σ’ όλο το δωμάτιο. Ήταν ένα συνονθύλευμα από πάμπολλες διαφορετικές χαμηλόφωνες φωνές, που συζητούσαν μεταξύ τους κατά τρόπο ατέρμονα και ασυνάρτητο. Το συνονθύλευμα αυτό δεν έδειχνε να προέρχεται από κάπου συγκεκριμένα• ήταν παντού, σε όποια κατεύθυνση κι αν στρεφόταν ο Ντανιέλ. Προσπάθησε να εντείνει την ακοή του προκειμένου να ξεχωρίσει και να ξεδιαλέξει κάποιες συγκεκριμένες λέξεις μες από το συνεχόμενο βουητό. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τίποτα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, όμως, άρχισαν να ξεχωρίζουν ολοκληρωμένες λέξεις, που δεν ήταν τίποτε άλλο από κοινές πρόστυχες βρισιές. Γυναικείες και αντρικές φωνές διαπλέκονταν σε ένα οργιαστικό χορό και η μια έβριζε την άλλη χυδαία κι αδικαιολόγητα. Οι βρισιές, ωστόσο, έδειχναν να μην αφορούν στο Ντανιέλ, σαν να μην του είχαν δώσει σημασία, σαν να τον αγνοούσαν.&lt;br /&gt;«Θεέ μου, δεν πρόλαβε να τελειώσει η οπτική ψευδαίσθηση που μόλις πριν έζησα, και τώρα έχω και ακουστικές ψευδαισθήσεις!» Τρομοκρατήθηκε και αλληλοδιάδοχα ρίγη διαπέρασαν τη σπονδυλική του στήλη απ’ άκρου εις άκρον. «Πάει… τρελάθηκα!»&lt;br /&gt;Κάποτε ήρθε στ΄ αυτιά του μια βρισιά που αφορούσε τον ίδιο… αλίμονο, οι φωνές τον είχαν αντιληφθεί. Αίφνης, το μουρμουρητό σταμάτησε για λίγο. Έπειτα, ξανάρχισε και πάλι• μόνο που αυτή τη φορά οι φωνές απευθύνονταν σ΄ αυτόν, σαν να είχαν καθυστερήσει να τον αντιληφθούν. Βρισιές χυδαίες, βρισιές ανήκουστες, βρισιές παιδιάστικες εξαπολύονταν ολούθε εναντίον του. Το πυρ του αναθέματος είχε φουντώσει και εκτοξευόταν εναντίον του• η κολασμένη, καυτερή του ανάσα τον κατέκαιγε. Κάπου μες στο μυαλό του αισθάνθηκε σουβλιές και διάχυτο κάψιμο. Επρόκειτο αναμφισβήτητα για ακουστικές ψευδαισθήσεις• ήταν σίγουρος γι αυτό. «Ζω μια βραχεία ψυχωσική διαταραχή, ή στέκομαι στο κατώφλι της σχιζοφρένειας; Όχι, όχι… δεν είμαι σχιζοφρενής… δεν είμαι σχιζοφρενής γιατί έχω συναίσθηση του μη αληθινού, ξέρω πως όλα αυτά είναι μια ψευδαίσθηση, ξέρω πως είναι φαντασία και τίποτε άλλο…»&lt;br /&gt;Ανέτρεξε στη μνήμη του και ανέσυρε από εκεί όλα όσα είχε διαβάσει σε διάφορα εγχειρίδια Ψυχιατρικής. Θυμήθηκε πως οι ακουστικές ψευδαισθήσεις εξελίσσονται σε τρεις φάσεις. Πρώτη έρχεται η φάση του ξαφνιάσματος, στην οποία οι φωνές εμφανίζονται αιφνίδια και απροσδόκητα και προκαλούν απορία και φόβο. Σ’ αυτό το στάδιο βρισκόταν ο Ντανιέλ. Ένιωθε φόβο, τρόμο αληθινό. Όχι, όμως, γιατί κάποια αόρατα πλάσματα από το υπερπέραν τον έβριζαν απροκάλυπτα, αλλά γιατί έμοιαζε πιθανή η έλευση της σχιζοφρένειας. Έτρεμε από φόβο για τον ίδιο του τον εαυτό, για την ημιθανή λογική του. «Αχ, Θεέ μου, κάνε να μην έρθουν ποτέ τα δυο επόμενα στάδια! Κάνε όλη αυτή η ψευδαίσθηση να σταματήσει και να μην εμφανιστεί ποτέ πια!» Απευχόταν την υπόλοιπη εξέλιξη, έτσι όπως την περιγράφουν τα ψυχιατρικά συγγράμματα. Τη φάση του ξαφνιάσματος διαδέχεται η φάση της οργάνωσης, που δεν είναι άλλο από το στάδιο στο οποίο ο ψυχωσικός ενδίδει στην επεξεργασία των φωνών και αρχίζει να συνδιαλέγεται μ΄ αυτές. Τέλος, έρχεται η φάση της εξοικείωσης, στην οποία ο ασθενής, αφού έχει ολοκληρώσει την επεξεργασία των ομιλιών, τις εντάσσει στην ίδια του τη ζωή και τις κάνει μέρος του εαυτού του• με άλλα λόγια τις αποδέχεται.&lt;br /&gt;Υπό το βάρος του καταιγισμού των πρόστυχων ύβρεων ο Ντανιέλ γύρισε σπασμωδικά το κεφάλι και έψαξε με το βλέμμα του ένα γύρο όλες τις κατευθύνσεις, για να ανακαλύψει τελικά πως οι φωνές ήταν άναρχες και απροσδιόριστες στο χώρο.&lt;br /&gt;«Βλάκα!»&lt;br /&gt;«Τιποτένιε!»&lt;br /&gt;«Ανάξιε!»&lt;br /&gt;«Αηδιαστικό ανθρωπάριο!»&lt;br /&gt;«Στυγνέ δολοφόνε!»&lt;br /&gt;Δεχόταν επίθεση… επίθεση κατά μέτωπο, επίθεση στα νώτα, επίθεση από τα πλάγια… σφοδρή και ανελέητη επίθεση. Έκλεισε τα αυτιά με τις παλάμες για να φράξει την είσοδο στις βρισιές. Κανένα αποτέλεσμα. Οι φωνές συνέχιζαν να διατρυπούν το τύμπανο και να κάνουν έφοδο μες στον ανυπεράσπιστο εγκέφαλό του, έχοντας βρει, προφανώς, κάποια άλλη είσοδο εκτός από τα αυτιά. Οι φωνές ήταν μες στον ίδιο του τον εγκέφαλο και δεν έλεγαν να σταματήσουν, δεν είχαν τελειωμό. Σε μια ύστατη προσπάθεια να τις αποφύγει, καταπιάστηκε να τραγουδά όποιο τραγούδι του ερχόταν στο μυαλό, χωρίς να πολυνοιάζεται αν το έλεγε σωστά, δίχως να συνειδητοποιεί πως μπέρδευε τους στίχους του ενός μ΄ εκείνους κάποιου άλλου. Πριν καλά–καλά περάσει ένα λεπτό είχε τραγουδήσει βιαστικά ίσα με δέκα τραγούδια. Ένιωσε τα κυκλώματα του εγκεφάλου του να υπερφορτώνονται, ζαλίστηκε και σταμάτησε. Οι ψίθυροι και οι φωνές σταμάτησαν κι αυτές.&lt;br /&gt;Αυτό ήταν; Η ψευδαίσθηση είχε τελειώσει; Είχε λυτρωθεί από το βασανιστήριο; Αλίμονο… όχι. Αυτή τη φορά αντήχησε μία και μόνη φωνή, καθαρή και κρυστάλλινη, αγνή κι απόκοσμη:&lt;br /&gt;«Ντανιέλ…»&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ έκανε πως δεν άκουσε. Η ίδια προσφώνηση στον ίδιο κι απαράλλαχτο τόνο επαναλήφθηκε: «Ντανιέλ…». Καθώς δεν απάντησε ούτε αυτή τη φορά, η φωνή επαναλήφθηκε… κι επαναλήφθηκε… κι επαναλήφθηκε κάμποσες φορές. Όποιος κι αν ήταν αυτός που τον καλούσε, σίγουρα διέθετε ιώβεια υπομονή. Ο Ντανιέλ προχώρησε σφυρίζοντας προς το σαλόνι και κάθισε στον καναπέ. Ήλπιζε πως η φωνή θα σταματούσε. Όταν, όμως, κατάλαβε πως δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα, απάντησε:&lt;br /&gt;«Ποιος με φωνάζει; Ποιος είσαι;»&lt;br /&gt;«Δεν πρέπει να σου αποκαλύψω ακόμη ποιος είμαι…»&lt;br /&gt;«Δεν υπάρχεις», προσπάθησε για ύστατη φορά να πείσει τον εαυτό του. «Είσαι αποκύημα της φαντασίας μου. Πάντα είχα μεγάλη και οργιώδη φαντασία».&lt;br /&gt;«Υπάρχω. Είμαι εδώ κοντά σου».&lt;br /&gt;Να, λοιπόν, που η ακουστική του ψευδαίσθηση εξελισσόταν και έμπαινε στο δεύτερο στάδιο, το στάδιο της οργάνωσης και της επεξεργασίας. Μάταια είχε παρακαλέσει το Θεό να εμποδίσει κάτι τέτοιο. Ίσως Αυτός να μην τον είχε ακούσει… ίσως Αυτός να μην υπήρξε ποτέ. Αφού είχε μπει στο παιχνίδι, θα το έπαιζε μέχρι τέλους. Απόδιωξε τους φόβους και τις ανασφάλειές του και άρχισε να συζητά με τη φωνή.&lt;br /&gt;«Δε σε βλέπω. Πού είσαι; Μου αρέσει να βλέπω αυτόν με τον οποίο μιλώ».&lt;br /&gt;«Δε μπορείς να με δεις… τουλάχιστον προς το παρόν».&lt;br /&gt;«Με φοβάσαι;» Χρησιμοποίησε για άλλη μια φορά το μοναδικό όπλο που είχε στη ζωή του: την ειρωνεία. Το σχέδιό του ήταν να καταφέρει να εξοργίσει τη φωνή. Τι θα μπορούσε, άλλωστε, να του κάνει; Μια φωνή ήταν και τίποτε άλλο.&lt;br /&gt;«Όχι, δε σε φοβάμαι». Η απάντηση έδειχνε πως η φωνή δεν καταλάβαινε από αστεία.&lt;br /&gt;«Πρέπει να είσαι ον ανώτερό μου για να μη με φοβάσαι». Ίσως με την τακτική των πλαγιοκοπημάτων κατάφερνε να εκμαιεύσει την ταυτότητα του όντος.&lt;br /&gt;«Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης μεταξύ μας. Εσύ είσαι άνθρωπος, ενώ εγώ δεν είμαι». Το πρώτο στοιχείο βγήκε στην επιφάνεια: δεν ήταν άνθρωπος. Φυσικά και δεν ήταν. Πώς μπορούσε να είναι άνθρωπος και να του μιλά από το υπερπέραν; Ο Ντανιέλ πέρασε στην επίθεση.&lt;br /&gt;«Τι είσαι τέλος πάντων;»&lt;br /&gt;«Δε μπορώ να σου πω».&lt;br /&gt;«Ε, αφού δε μπορείς να μου πεις τίποτα, τότε γιατί μπήκες στον κόπο να μου μιλήσεις;»&lt;br /&gt;«Δεν υπάρχει τίποτα το κοπιαστικό για μένα. Δεν ξέρω τι θα πει κόπος. Αυτό είναι χαρακτηριστικό των ζώντων». Από τα τελευταία του λόγια προέκυψαν τόσο μια επιβεβαίωση όσο και ένα νέο στοιχείο. Για τον Ντανιέλ επιβεβαιώθηκε η υπόθεση πως η φωνή δεν ήξερε ούτε από αστεία, ούτε είχε οποιαδήποτε αίσθηση του χιούμορ. Το νέο στοιχείο ήταν πως το αινιγματικό αυτό ον δεν ανήκε στους ζώντες οργανισμούς. Δεν ήταν, λοιπόν, ούτε άνθρωπος, ούτε ζων.&lt;br /&gt;«Άφησες να εννοηθεί πως δεν είσαι ζων. Μήπως είσαι φάντασμα; Μήπως είσαι ο Ματιέ;»&lt;br /&gt;«Σου δήλωσα προηγουμένως πως δεν είμαι άνθρωπος».&lt;br /&gt;«Εντάξει, λοιπόν. Δεν είσαι μήτε άνθρωπος, μηδέ φάντασμα. Επίσης, δεν είσαι ζωντανός…»&lt;br /&gt;«Είναι εύλογες οι απορίες σου, Ντανιέλ. Σε διαβεβαιώνω, όμως, πως δεν υπάρχει λόγος να προτρέχεις. Θα τα μάθεις όλα εν καιρώ».&lt;br /&gt;«Είναι πολλά αυτά που πρέπει να μάθω;»&lt;br /&gt;«Προς το παρόν, ένα μόνο πράγμα πρέπει να μάθεις».&lt;br /&gt;«Και ποιο είναι αυτό;»&lt;br /&gt;«Πως απόψε τα μεσάνυχτα θα ελευθερωθείς».&lt;br /&gt;Η μαγική λέξη τελικά ειπώθηκε. Ώστε, λοιπόν, είχε δίκιο: σκοπός του ήταν η ελευθερία! Τώρα πια είχε την επιβεβαίωση ενός όντος ανώτερού του, ενός πραγματικού δαιμονίου. Οι αμφιβολίες που τον κατέτρωγαν και τον ταλαιπωρούσαν άρχισαν να διαλύονται και όλα μπροστά του έγιναν διάφανα. Πορευόταν προς την Ελευθερία, προς την υπαρξιακή εκείνη κατάσταση όπου το ον είναι ταυτόχρονα και μη–ον, όπου οι πράξεις δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές παρά μονάχα εκούσιες ενεργειακές μετατροπές. Κι όμως, κάτι εντός του διαμαρτυρόταν έντονα και του φώναζε πως όλα όσα πίστευε προέρχονταν από μια πρωτοφανή αυτοκαταστροφική μανία που σιγόβραζε μες στην ψυχή του• πως, για κάποιο σκοτεινό λόγο, όλη του η πορεία εκείνης της ημέρας ήταν το προοίμιο της ίδιας του της καταστροφής. Ποιο ήταν αυτό το δαιμόνιο που του έλεγε πράγματα τα οποία μόνος του είχε διαισθανθεί;&lt;br /&gt;«Ποιος είσαι τέλος πάντων!» βρυχήθηκε ο Ντανιέλ. Δεν άντεχε άλλο την κωμωδία στην οποία είχε αναγκαστεί να παίξει ρόλο.&lt;br /&gt;«Χάνεις το χρόνο σου με ερωτήσεις σαν κι αυτές. Δεν έχει σημασία ποιος είμαι, ή τι είμαι. Οι ώρες που σου απέμειναν μέχρι το τελικό βήμα είναι λίγες και πρέπει να τις αξιοποιήσεις με τον προσφορότερο τρόπο».&lt;br /&gt;Η φωνή ήταν όπως πάντα ήρεμη και κρυστάλλινη, μήτε γυναικεία μηδέ αντρική. Ο δύστυχος Ντανιέλ αισθάνθηκε πως έχανε τα λογικά του, πως εισχωρούσε όλο και βαθύτερα στα σκοτεινά, υγρά καλντερίμια της σχιζοφρένειας. Θα κατάφερνε, άραγε, να βρει το δρόμο του γυρισμού; Θα συνερχόταν από την ψύχωση; Ακροβατούσε στο λεπτό, τεντωμένο σχοινί που χωρίζει τη λογική από την παράνοια και κοίταζε το ιλιγγιώδες, πισσωμένο χάος κάτω από τα τρεμάμενα πόδια του, μια χαίνουσα άβυσσο που τον τραβούσε με ένα τρόπο ακαταμάχητο. Άρχισε να κλαίει λυγμικά σα μικρό παιδί που το ξερίζωσαν βίαια από τη θαλπωρή της μητρικής αγκάλης.&lt;br /&gt;«Γιατί κλαις;»&lt;br /&gt;«Εξαφανίσου, σε παρακαλώ. Φύγε από τη ζωή μου, όποιος ή ό,τι και να σαι!»&lt;br /&gt;«Δε σε καταλαβαίνω. Έχεις επιλεγεί για ανώτερο σκοπό, εσύ ανάμεσα σε τόσους άλλους ομοίους σου, και η μόνη σου αντίδραση σ΄ αυτή την αποκάλυψη είναι το κλάμα; Αλήθεια, δεν καταλαβαίνω…»&lt;br /&gt;«Για ποια ελευθερία μου μιλάς άθλιο δαιμόνιο;» Η φωνή βγήκε υστερική από το στεγνό στόμα του Ντανιέλ. Μα, σε τι ωφελούσε; Το καταχθόνιο ον συνέχιζε να διατηρεί αξιοθαύμαστη ηρεμία και υπομονή. Τίποτα δε μπορούσε να το ταρακουνήσει.&lt;br /&gt;«Άκουσέ με άνθρωπε. Θέλοντας ή μη, εσύ έμελλε να γίνεις αυτός που επιλέχτηκε για να αγγίξει την Ελευθερία, την απόλυτη Ακινησία, το καθαρό και αγνό Μηδέν. Μια τέτοια επιλογή δεν έγινε, προφανώς, τυχαία. Οι τρεις Κυράδες που διαφεντεύουν των ανθρώπων όλων τις ζωές και που υπήρχαν πριν από τους ανθρώπους και θα υπάρχουν και μετά από αυτούς, έστειλαν εμένα ως αγγελιοφόρο της κρίσης τους. Σε είδαν, σε έκριναν και σε διάλεξαν ανάμεσα από πολλούς άλλους. Πρέπει να σεβαστείς την κρίση τους και να υπακούσεις. Κανείς θεός δεν τα βάζει μαζί τους• πόσο μάλλον κάποιος θνητός σαν εσένα. Εναπόκειται σε σένα το αν θα καταφέρεις να υψώσεις το ανάστημά σου και να βγεις από τη διαδικασία ακέραιος».&lt;br /&gt;Αυτά είπε το δαιμόνιο και σώπασε. Πέρασαν κάμποσες στιγμές αχανούς διάρκειας, στιγμές όπου τα πάντα ακινήτησαν, μετεωρίστηκαν, υπήρχαν μες στην ανυπαρξία και ήταν ορατά μες στη διαφάνεια. Τα λόγια του Ντανιέλ έσπασαν το εύθραυστο κρύσταλλο της σιωπής ανεπανόρθωτα. Κάτι στα μάτια του σπιθοβολούσε και διαδήλωνε εμφαντικά πως είχε βρει τρόπο να προκαλέσει σύγχυση σ’ εκείνη την οντότητα.&lt;br /&gt;«Θα ήθελα να μου απαντήσεις στο εξής: Όλα όσα έπραξα στη διάρκεια της ημέρας ως τη στιγμή αυτή, με οδηγούν στο σωστό προορισμό;»&lt;br /&gt;«Αναμφίβολα, ναι».&lt;br /&gt;«Επιβεβαιώνεις πως ως τώρα είχα την αμέριστη συμπαράστασή σου και την υπόγεια καθοδήγησή σου;»&lt;br /&gt;«Οπωσδήποτε, ναι».&lt;br /&gt;«Πώς, λοιπόν, παρ’ όλες τις φροντίδες και τις διαβεβαιώσεις σου, νιώθω τύψεις και ενδοιασμούς για όλα όσα έκανα; Αυτό είναι κάτι που μπορώ να εξηγήσω μόνο ως αποτέλεσμα διττής επιρροής. Δεν είσαι εσύ, μήτε οι Κυράδες που ανέφερες, η μόνη δύναμη που με καθοδηγεί. Υπάρχει και μια άλλη δύναμη εξίσου σημαντική και υπολογίσιμη, που έχει την τάση να με εκτρέψει από την πορεία που επέλεξα. Και σε διαβεβαιώνω πως η δύναμη αυτή δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη».&lt;br /&gt;«Μη φοβάσαι. Αυτή η δύναμη για την οποία μιλάς δεν είναι τίποτε άλλο από τη δύναμη της συνήθειας και της αυτοσυντήρησης. Είναι μια δύναμη εντελώς ανθρώπινη και, για τούτο, απείρως μικρότερη από τη δική μου και των Κυράδων μου».&lt;br /&gt;«Παραδέχεσαι, λοιπόν, πως είναι κι αυτή μια δύναμη, έτσι δεν είναι;» Για λίγο απλώθηκε σιωπή, σαν να ήταν να είχε διστάσει το δαιμόνιο για πρώτη φορά. Ο Ντανιέλ συνέχισε θριαμβευτικά: «Άρα, γεννάται αυτόματα κάποια διαμάχη… η αιώνια διαμάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Επομένως, η μία από αυτές τις δυνάμεις εκπροσωπεί το Καλό και η άλλη το Κακό».&lt;br /&gt;«Ίσως να είναι κι έτσι. Μα πού θέλεις να καταλήξεις;»&lt;br /&gt;«Αγαπητό μου δαιμόνιο, εύκολα έπεσες στην παγίδα που έστησα για σένα. Δεν συνειδητοποίησες πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, παραδέχτηκες πως δεν υπάρχει στην ουσία η Ελευθερία που επαγγέλλεσαι και πως όλα υπόκεινται στον αιώνιο νόμο της διαρχίας Καλού και Κακού; Δεν είσαι τίποτε άλλο παρά το τμήμα του εαυτού μου, που αντιπροσωπεύει τις τύψεις και τις συνειδησιακές συγκρούσεις. Δεν είσαι τίποτα περισσότερο από την προβολή ενός μέρους της ίδιας της ψυχής μου, που δρα αυτόνομα και με τον δικό του ιδιορρυθμό. Μην παρουσιάζεσαι, λοιπόν, σε μένα ως δαιμόνιο ερχόμενο δεν ξέρω κι εγώ από ποιο μυστηριακό τόπο».&lt;br /&gt;Για άλλη μια φορά απλώθηκε στο δωμάτιο άκρα σιγή. Για άλλη μια φορά ο Ντανιέλ ρίγησε σύγκορμος. Δεν έπρεπε να λυγίσει και να ενδώσει στην καταιγίδα της σχιζοφρένειας που μαίνονταν γύρω του. Έπρεπε να βγει σώος και αβλαβής. Ήταν καθηγητής Ιατρικής και ήταν πέρα και πάνω από τέτοιες καταστάσεις. Είχε κάνει λυσσαλέο αγώνα σ’ ολάκερη τη ζωή του για να μπορεί να κατέχει ένα αξίωμα σαν κι αυτό. Η τρέλα ήταν κάτι ζοφερό και μακρινό• δεν τον αφορούσε. Η τρέλα ήταν για άλλους, όχι για κείνον. Ενώ όλα έδειχναν πως η ψευδαίσθηση είχε τελέψει κι εκείνος είχε βγει από τη διαβρωτική δοκιμασία νικητής και αλώβητος, η φωνή, που δεν ήταν ούτε γυναικεία ούτε αντρική, επανήχησε στα αυτιά του:&lt;br /&gt;«Σήκω από τη θέση σου και πήγαινε ξανά στον καθρέφτη. Θα με δεις πάνω στην επιφάνειά του».&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ τρομοκρατήθηκε. Τον κυρίευσε και πάλι ο φόβος, φόβος που πλανήθηκε στην ατμόσφαιρα, ένας φόβος γέννημα–θρέμμα αποκλειστικά δικό του. Όχι, δεν ήθελε να ξαναπάει στον καθρέφτη. Δεν ήθελε να βιώσει πάλι κάποια οπτική ψευδαίσθηση. Θεωρούσε πως οι οπτικές ψευδαισθήσεις είναι πολύ χειρότερες προγνωστικά σε σχέση με τις ακουστικές. Πολλοί άνθρωποι έχουν έστω και μια απλή ακουστική ψευδαίσθηση στη διάρκεια της ζωής τους, πολλοί είναι αυτοί που κάποτε άκουσαν μια φωνή να λέει το όνομά τους σε αδειανό δωμάτιο. Ελάχιστοι, όμως, βλέπουν πράγματα που δεν υπάρχουν. Αλίμονο, η τρέλα είχε φτάσει προ των πυλών… Ένιωσε την ανάγκη ενός σταθερού σημείου, κάποιου απλανούς αστέρα για να γαντζωθεί πάνω του και να σωθεί. Ήρθε στο νου του η εικόνα της Σιμών. Έπειτα αναθυμήθηκε τη μητέρα του. Αλίμονο, πουθενά δε βρήκε την απάνεμη σκέπη που χρειαζόταν.&lt;br /&gt;«Πήγαινε στον καθρέφτη για να με δεις» είπε πάλι το δαιμόνιο. Τότε ο Ντανιέλ υπάκουσε και σηκώθηκε από τον καναπέ σαν υπνωτισμένος. Βάδισε προς το υπνοδωμάτιο χωρίς να είναι σίγουρος για το αν ήταν ο ίδιος που έδινε τις εντολές στα πόδια του για να κινηθούν, ή αφηνόταν να παρασυρθεί από κάποιο ρεύμα. Έφτασε μπροστά από τον καθρέφτη. Πίεσε πολύ τον εαυτό του για να κατανικήσει το φόβο και να σηκώσει το βλέμμα να κοιτάξει. Και τότε, πάνω στην ασημένια επιφάνεια του καθρέφτη αντίκρισε το πιο αλλοπρόσαλλο και απροσδόκητο πλάσμα που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Απέναντί του καθρεφτιζόταν ένα ον με κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά φιδιού. Τον κοιτούσε με μάτια αγριεμένα και από το μισάνοιχτο στόμα με τα κοφτερά δόντια αχνόφεγγε μια μικρή φωτίτσα. Κουνούσε νευρικά την ουρά και κάθε τόσο την τίναζε αστραπιαία, όπως το φίδι τη στιγμή που κάνει τον τελικό σπασμό για να δαγκώσει το θύμα του. Τα πίσω πόδια του ανασηκώνονταν ανήσυχα, χτυπώντας το έδαφος με τις οπλές τους. Το γνώριζε καλά αυτό το πλάσμα. Το είχε δει σε πίνακες ζωγραφικής, το είχε διαβάσει σε βιβλία. Ήταν η χ ί μ α ι ρ α και τον κοιτούσε με θανάσιμο μίσος. Αντίθετα με το τρομακτικό βλέμμα της, η φωνή της ήχησε απαθής και καθάρια.&lt;br /&gt;«Θυμήσου. Απόψε, μετά τα μεσάνυχτα…»&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ ζαλίστηκε. Όλα αυτά ήταν πέρα από τη λογική του. Δεν μπορούσε να τα αντέξει. Έκλεισε τα μάτια. «Θα μετρήσω ως το δέκα. Έπειτα θα ανοίξω τα μάτια. Θα κοιτάξω και πάλι στον καθρέφτη και δε θα δω τίποτε διαφορετικό από το είδωλό μου• το είδωλο που μόνος αφέντης του είμαι εγώ και μόνο εγώ μπορώ να το προστάζω. Λοιπόν, αρχίζω να μετρώ: ένα, δύο… εννιά, δέκα». Άνοιξε τα μάτια και είδε με ικανοποίηση στον καθρέφτη τον εαυτό του. Η χίμαιρα είχε εξαφανιστεί, όπως ο εφιάλτης διαλύεται από τον διαπεραστικό ήχο του ξυπνητηριού. Όμοια, η απόκοσμη φωνή σίγησε και δεν ξανακούστηκε ποτέ πια. Όλα πλέον ήταν κανονικά και φυσιολογικά, υπάκουαν στους γνωστούς νόμους της φύσης. Δε στάθηκε για πολύ να κοιτάζει στον καθρέφτη, γιατί είχε ένα ακαθόριστο φόβο πως ίσως η ψευδαίσθηση τον ξανακυρίευε. Έφυγε από το δωμάτιο τρέχοντας και επέστρεψε στο σαλόνι.&lt;br /&gt;Αυτή τη φορά προτίμησε να καθίσει σε μια πολυθρόνα παρά στον καναπέ, σα να ήταν το έπιπλο αυτό που είχε προκαλέσει τον εφιάλτη. Άνοιξε την τηλεόραση και ανέβασε πολύ την ένταση του ήχου, από φόβο μην ξανακουστεί η φωνή του δαιμονίου. Ήταν η ώρα των ειδήσεων. «Ο τυφώνας “Κατρίνα” σάρωσε τη Νέα Ορλεάνη. Χιλιάδες οι νεκροί και οι αγνοούμενοι…» έλεγε ο εκφωνητής με ύφος τάχα συντετριμμένο. Η επικαιρότητα βοήθησε να υποβαθμιστεί η ψυχωσική εμπειρία του Ντανιέλ και μετρίασε το αίσθημα φόβου εντός του. Άκουγε για την καταστροφή και τους νεκρούς και ένιωθε ξαλαφρωμένος, σα να ήταν όλη η πραγματικότητα του κόσμου να είχε εισβάλει στο δωμάτιο και να είχε ξεκινήσει μανιασμένο πόλεμο ενάντια στα φαντάσματα, τις φωνές και τα μυθολογικά τέρατα. Θυμήθηκε πως έπρεπε να ξυριστεί. Τότε σκέφτηκε πως κάτι τέτοιο απαιτούσε καθρέφτη και ο καθρέφτης απαγορευόταν για εκείνη την ημέρα. Δε θα προκαλούσε τη μοίρα του για κάτι τόσο ασήμαντο όσο ένα ξύρισμα. «Θα ξυριστώ αύριο… ή μεθαύριο» αποφάσισε.&lt;br /&gt;Η αίσθηση της πραγματικότητας, που είχε αρχίσει να εισχωρεί μες στο μυαλό του και να διαλύει τις θύμησες των ψευδαισθήσεων, ενισχύθηκε από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Ο ήχος αυτός που πάντα τον εκνεύριζε, τώρα του φάνηκε γλυκός, ευεργετικός. Σήκωσε το ακουστικό.&lt;br /&gt;- Ντανιέλ…; Ήταν η φωνή του Ζαν. «Τι θέλει πάλι; Είχε το κουράγιο να μου ξανατηλεφωνήσει μετά από όλα αυτά που του είπα το μεσημέρι;» σκέφτηκε ο Ντανιέλ.&lt;br /&gt;- Γεια σας. Αυτή τη στιγμή ετοιμάζομαι να πεθάνω γι αυτό δε θέλω να με ενοχλήσει κανείς. Μπορείτε να με ενοχλείτε μετά θάνατον όσο σας κάνει κέφι. Αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο. Θα σας τηλεφωνήσω από την Κόλαση.&lt;br /&gt;Έκανε ένα «μπιπ», μιμούμενος τον ήχο του τηλεφωνητή. Όπως το είχε φανταστεί, στην άλλη άκρη της γραμμής έγινε για λίγο σιγή. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε και πάλι η φωνή του Ζαν, περισσότερο αποφασιστική και σοβαρή αυτή τη φορά.&lt;br /&gt;- Άκουσέ με, Ντανιέλ. Αυτό που σε συμβουλεύω να κάνεις είναι να δώσεις, επιτέλους, ένα τέλος σ΄ όλη αυτή την κακόγουστη φάρσα που έχεις οργανώσει. Αν πάλι θέλεις να σε χειροκροτήσω και να σε επευφημήσω για την εξυπνάδα και την πρωτοτυπία σου, τότε δε θα αρνηθώ να το κάνω αυτή την ίδια στιγμή. Όμως, σε παρακαλώ στο όνομα της φιλίας μας –αν υπάρχει κάτι τέτοιο ακόμη– σταμάτησε αυτή την οικτρή μασκαράτα και μίλησέ μου σαν άντρας.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ ένιωσε μια άγρια χαρά. Είχαν περάσει αρκετά λεπτά από τότε που είχε δει τη χίμαιρα στον καθρέφτη και άρχιζε, πλέον, να ξεχνά την πρωτόφαντη, ζοφερή εμπειρία. Όμοια με κάποιον που ξυπνά λουσμένος στον ιδρώτα και διαπιστώνει με ευγνωμοσύνη πως η πραγματικότητα είναι απείρως καλύτερη από τον εφιάλτη που μόλις είδε, ο Ντανιέλ ένιωθε ευδιάθετος περισσότερο από κάθε άλλη φορά και ήταν έτοιμος να γυρίσει στις παλιές συνήθειες της ειρωνείας και της φάρσας. Θεώρησε πως η αντίδραση του Ζαν στα λόγια του ήταν η πλέον πρόσφορη για το παιχνίδι που είχε σκαρφιστεί. Τον διακατείχε το ζωογόνο εκείνο συναίσθημα που νιώθει κανείς όταν αποφασίζει να κάνει κάτι δραστικό και αναντιστρεπτό. Τα λόγια του είχαν τη δύναμη να σκοτώσουν μια φιλία χρόνων, όμοια όπως είχαν καταφέρει να στείλουν το Ματιέ στον άλλο κόσμο. Τα λόγια είναι όπλο θανάσιμο γιατί βάλουν κατάκεντρα στην ψυχή του αντιπάλου, αντίθετα με τα συμβατικά μεταλλικά όπλα που το μόνο που καταφέρνουν είναι να πληγώσουν τη σάρκα. Ενώπιόν του παρουσιαζόταν διάφορες επιλογές χειρισμού του φίλου του. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να του κλείσει κατάμουτρα το τηλέφωνο. Θα μπορούσε να εξαπολύσει ένα καταιγισμό από άδικες βρισιές εναντίον του, με μοναδικό σκοπό να μελετήσει τις αντιδράσεις του και να απολαύσει την αντιπαράθεση μεταξύ τους. Από την άλλη, θα μπορούσε να συνεχίσει να του μιλά με τον ίδιο ειρωνικό και δηκτικό τρόπο, υπολογίζοντας σε μια έκρηξη αγανάκτησης του άλλου. Υπήρχαν κι άλλες πολλές στρατηγικές που θα μπορούσε να επιλέξει. Δεν του πήρε πολύ χρόνο να αποφασίσει ποια στάση θα κρατούσε, ίσως γιατί συνειδητοποίησε πως ο χρόνος του στον κόσμο αυτό ήταν περιορισμένος και πως θα εξαϋλωνόταν δίχως κανείς να κατανοήσει την αξία της μοναχικής του πορείας. Έπρεπε να μεταλαμπαδεύσει τις απόψεις και τα πιστεύω του σε έναν «απόστολο», σε κάποιον που θα μπορούσε να διηγηθεί τους άθλους και την ανωτερότητά του στον υπόλοιπο κόσμο, που θα τον εξυμνούσε με παιάνες και μακροσκελείς ραψωδίες. Μπορεί ο Ζαν να μην ήταν το κατάλληλο άτομο για ένα τέτοιο σκοπό, μα δεν υπήρχε κανείς άλλος διαθέσιμος. Ορμώμενος από σκέψεις σαν κι αυτές, αποφάσισε να συνεχίσει το διάλογο με το Ζαν.&lt;br /&gt;- Καλησπέρα, φίλε μου. Σε πεθύμησα… Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση του και ένα ακατανίκητο κύμα γέλιου έφτασε ως το λαιμό του και αφέθηκε να ξεσπάσει πάνω στο ακουστικό του τηλεφώνου.&lt;br /&gt;- Α, μα εσύ είσαι πραγματικά τρελός! Μου το είπε η Μαρί μα δεν την πίστεψα…&lt;br /&gt;Να που έβγαινε και πάλι στο προσκήνιο η Μαρί, η νεαρή και όμορφη γυναίκα του Ζαν. Για ποιο λόγο την ανέφερε τη στιγμή που δεν έπρεπε; Ήθελε τάχα να διακηρύξει την υποτιθέμενη ανωτερότητά του απέναντι στο Ντανιέλ; Θαρρούσε πως το όνειρο και η ευτυχία είναι αποκλειστικά δικά του προνόμια και πως οι άλλοι, που δεν έχουν κάποια γυναίκα σαν τη Μαρί, είναι αναγκασμένοι να ζουν μες στη μιζέρια και την κατωτερότητα; «Όχι, λοιπόν, αυτή η υπερφίαλη στάση σου, αγαπητέ μου, δε θα περάσει. Μπόρεσα και σκότωσα με μία και μόνη λέξη έναν άνθρωπο που ως τότε ζούσε και ανέπνεε. Πόσο μάλλον μια φιλία, η οποία, εξάλλου, είναι έννοια αφηρημένη και γι αυτό μπορεί να φονευθεί από τα λόγια… Κάνε λίγη υπομονή και θα δεις πόσο ανώτερός σου είμαι…» Η απάντηση βγήκε από τα χείλη του πικρή σαν τη χολή.&lt;br /&gt;- Ώστε λοιπόν μια γυναίκα τόσο εκθαμβωτική και απροσπέλαστη όσο είναι η Μαρί καταδέχτηκε να ασχοληθεί με το άτομό μου; Το θεωρώ μεγάλη μου τιμή και την ευχαριστώ, έστω κι αν οι απόψεις της για μένα είναι αρνητικές.&lt;br /&gt;Ακόμη ένα κύμα τρανταχτού γέλιου ξέσπασε και διέτρεξε το τηλεφωνικό καλώδιο για να φτάσει ένα μίλι μακριά ως το Ζαν και να τον εξοργίσει ακόμη περισσότερο. Αμέσως μόλις εκείνος άκουσε το δηκτικό σχόλιο του φίλου του, συνειδητοποίησε πως ήταν άστοχο και επικίνδυνο να εμπλέξει την αγαπημένη του γυναίκα στη συζήτηση. Γι αυτό και δεν έδωσε συνέχεια, ούτε ζήτησε εξηγήσεις.&lt;br /&gt;- Σε διαβεβαιώνω πως την ίδια γνώμη έχει για σένα και η Σιμών. Τη λυπάμαι την καημενούλα. Δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί με τι άνθρωπο έμπλεξε…&lt;br /&gt;Μόλις αποτέλειωσε τη φράση μετάνιωσε γι αυτά που είπε. Ποτέ πριν δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του τέτοιες χαιρέκακες θριαμβολογίες. Όμως, τώρα τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά και έχρηζαν διαφορετικής αντιμετώπισης. Έπρεπε να ταρακουνήσει το φίλο του, να τον αποτρέψει από την καταστροφική τροχιά που είχε πάρει. Από τη μεριά του ο Ντανιέλ αισθάνθηκε τη φουσκονεριά μιας απερίγραπτης οργής να τον πνίγει στο άκουσμα του χαρακτηρισμού «καημενούλα». Εκείνο το ανδρείκελο, το παραφουσκωμένο σκιάχτρο, υποτιμούσε απροκάλυπτα και ανενδοίαστα την αγαπημένη του, τη γλυκιά του Σιμών. Με ποιο δικαίωμα έκανε κάτι τέτοιο; Ποιος θαρρούσε πως ήταν; Του χρειαζόταν κι αυτού ένα μάθημα παρόμοιο με εκείνο που είχε δώσει στο Ματιέ. Πιέστηκε για να μην αφήσει να διαφανεί η απροσμέτρητη οργή του ούτε στο ελάχιστο.&lt;br /&gt;- Τηλεφώνησες πάλι στη Σιμών; αρκέστηκε να ρωτήσει.&lt;br /&gt;- Ναι. Της τηλεφώνησα προ ολίγου για να μάθω από την ίδια τι ακριβώς έχεις πάθει σήμερα. Από τον τρόπο που μου μίλησε και από το τρέμισμα της φωνής της διαπίστωσα πως κάτι πολύ κακό έγινε. Όσο, όμως, κι αν την πίεσα να μου πει, εκείνη πεισματικά αρνούνταν. Το μόνο που έλεγε επαναληπτικά ήταν: “Κάτι πολύ κακό έγινε σήμερα. Κάτι που δε μπορεί να το χωρέσει ο νους σου”. Μήπως μπορείς εσύ να με διαφωτίσεις;&lt;br /&gt;Τα λόγια αυτά έβαλαν σε σκέψεις το Ντανιέλ. Ώστε, λοιπόν, ο Ζαν είχε μιλήσει με τη Σιμών… Τι να του είχε πει άραγε εκείνη; Ποια γεγονότα του είχε αποκαλύψει και ποια είχε αποκρύψει; Μήπως του τα είχε εξομολογηθεί όλα για να ελαφρύνει τη συνείδησή της; Μήπως είχε προτρέψει εκείνη τον Ζαν να του τηλεφωνήσει για να τον συνεφέρει από το ντελίριο όπου παράδερνε; Κι αν ήταν όντως αλήθεια πως δεν του είχε πει τίποτα συγκεκριμένο εξόν από τη φράση πως κάτι κακό είχε συμβεί; Ένιωθε έτοιμος να του μιλήσει για το σκοπό του, για την πορεία του προς την απόλυτη ελευθερία; Όχι… προς το παρόν όχι.&lt;br /&gt;- Δεν ξέρω τι ακριβώς εννοούσε η Σιμών λέγοντας αυτά. Άβυσσος η ψυχή της γυναίκας…&lt;br /&gt;- Σε παρακαλώ για τελευταία φορά. Πες μου τι ακριβώς έγινε μεταξύ σας και θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να βοηθήσω.&lt;br /&gt;- Τίποτα απολύτως δεν έγινε. Ταυτόχρονα ο Ντανιέλ επεξεργαζόταν τους όρους και τους κανόνες του παιχνιδιού που θα έπαιζε στο φίλο του. Θα τον τιμωρούσε το δίχως άλλο.&lt;br /&gt;- Αφού, λοιπόν, το θέλεις έτσι, έτσι και θα γίνει. Η φιλία μας έφτασε στο τέλος της. Μόλις σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, συνειδητοποίησα πως η σχέση μας είναι άκαρπη και ανούσια. Δεν υπάρχει λόγος να ξαναμιλήσουμε, ούτε να ξαναϊδωθούμε. Απλά, λυπάμαι γιατί υπήρξαν στιγμές που…&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ τον διέκοψε απότομα:&lt;br /&gt;- Άσε το μελοδραματισμό, Ζαν και μην είσαι τόσο απόλυτος εκστομίζοντας λόγια για τα οποία θα μετανιώσεις αργότερα.&lt;br /&gt;- Αν κάτι με ενοχλεί αφάνταστα είναι το να με διακόπτουν τη στιγμή που μιλώ για ένα τόσο σοβαρό θέμα, σε μια τόσο τραγική στιγμή σαν κι αυτή που ζούμε τώρα. Βάζουμε τέρμα σε μια φιλία, Ντανιέλ! Το καταλαβαίνεις αυτό, ή είσαι τόσο πολύ διαταραγμένος ψυχολογικά ώστε να μη μπορείς να αντιληφθείς την πλήρη σημασία όσων διαδραματίζονται αυτή τη στιγμή; Τίποτα δε θα είναι το ίδιο για μας τους δύο από αύριο.&lt;br /&gt;«Αν ήξερε… αν μπορούσε να φανταστεί τι ακριβώς μου συμβαίνει, δε θα μιλούσε για το αύριο…» Το μοναδικό εύθραυστο νήμα που έδενε εκείνη τη στιγμή τους δυο άντρες ήταν η ανάγκη του Ντανιέλ να διακηρύξει την ανωτερότητά του, να εξυμνήσει τον υπαρξιακό σκοπό του. Τον χρειαζόταν τον Ζαν, τον είχε ανάγκη για να κερδίσει την υστεροφημία… Έξαφνα, όλη η συναισθηματική φουρτούνα εντός του καταλάγιασε. Δεν ένιωθε ούτε πίκρα, ούτε μίσος, ούτε χαρά, ούτε λίπη, κι αυτό τον έκανε ακόμη πιο σίγουρο για το ότι ο δρόμος όπου πορευόταν ολοένα έσβηνε πίσω από κάθε του βήμα, στερώντας του την ελπίδα της επιστροφής. Το μόνο που αισθανόταν ήταν μια απροσδιόριστη, φασματική μελαγχολία, όμοια μ’ αυτή που κατακυριεύει τους ποιητές και που τους είναι τόσο απαραίτητη προκειμένου να διατηρούν άσβεστη τη φλόγα της έμπνευσής τους. Και η μελαγχολία αυτή είχε πρόσωπο, ήταν γυναίκα• μια πανώρια ύπαρξη με πρόσωπο χλωμό μες στη φθινοπωρινή νύχτα της ψυχής του, κάτω από το ολόγιομο ασημένιο φεγγάρι που εξαπέλυε μυριάδες στραφταλιστές πούλιες πάνω στα μαλλιά της, μια νύμφη που του τραγουδούσε κάποιο άγνωστο σκοπό, μια νυχτωδία μαγευτική και συνάμα ερεβώδη. Κάποτε διάβαζε ένα συγγραφέα που έμελλε να τον αγαπήσει πολύ. Θυμόταν πως κι εκείνος μιλούσε για μια τέτοια νύμφη, την Κυρά της Θάλασσας, τη Γεμανιά, που τα μαλλιά της πάνω στα κύματα μαγεύουν τους ναυτικούς και τους καλούν κοντά της, μες στα υγρά βάθη των νερών της εξωτικής Μπαΐας…&lt;br /&gt;- Ντανιέλ, μ’ ακούς; Καταλαβαίνεις τι σου λέω;&lt;br /&gt;Η πιεστική επιμονή του Ζαν έσπασε το ονειροπόλημά του.&lt;br /&gt;- Ναι, φίλε μου, εδώ είμαι και σε ακούω.&lt;br /&gt;- Λοιπόν…&lt;br /&gt;- Λοιπόν…;&lt;br /&gt;- Δεν μένει παρά να σου ευχηθώ για τελευταία φορά χρόνια πολλά και να τα εκατοστίσεις. Είθε να βρεις τελικά αυτό που ψάχνεις και που τόσο έντονα σε βασανίζει, ώστε να αφήσεις και τους άλλους ήσυχους.&lt;br /&gt;Πέρασαν ελάχιστα δευτερόλεπτα, που ήταν όμως αρκετά για να οργανώσει ο Ντανιέλ την παρτίδα προς όφελός του και να σκεφτεί προκαταβολικά τις κινήσεις που θα τον έφερναν στο «ματ».&lt;br /&gt;- Φίλε μου, Ζαν… θέλω πριν κλείσεις το τηλέφωνο να σου εξομολογηθώ κάτι… Ο Ντανιέλ έκανε μια μικρή παύση και έπειτα συνέχισε στον ίδιο σταθερό και σίγουρο τόνο φωνής. Άκουσέ με, φίλε μου. Δεν ξέρω τι πρόκειται να επακολουθήσει αυτού που θα σου εκμυστηρευτώ, αλλά δεν αντέχω άλλο να σου αποκρύπτω κάτι που σε αφορά το ίδιο όπως αφορά εμένα, τη Σιμών… και τη Μαρί.&lt;br /&gt;- Λέγε επιτέλους… Τόση ώρα σε παρακαλώ να μου ανοίξεις την ψυχή σου. Ποτέ δεν είναι αργά για να σωθεί η φιλία μας.&lt;br /&gt;Στο βάθος του μυαλού του ο Ζαν αναρωτήθηκε ποια σχέση μπορούσε να έχει η γυναίκα του με το μυστικό του Ντανιέλ. Χωρίς να ξέρει ακριβώς την αιτία, μια αγωνιώδης υποψία γεννήθηκε εντός του και άρχισε να τον κατατρώγει. Τα επόμενα λόγια που θα άκουγε θα επιβεβαίωναν την υποψία…&lt;br /&gt;- Η Μαρί κι εγώ… πώς να το πω… εγώ και η Μαρί διατηρούμε εδώ και κάποιους μήνες κρυφό δεσμό.&lt;br /&gt;Η είδηση έπεσε σαν εμπρηστική βόμβα που κατέκαψε την ψυχή του Ζαν. Δεν ήταν δυνατόν… όλα είχαν ανατραπεί• ολάκερος ο έγγαμος βίος του μετατράπηκε σε πυρπολημένη γη. Ποτέ του δε φαντάστηκε πως η Μαρί θα τον απατούσε και, μάλιστα, με τον καλύτερό του φίλο. Τη θεωρούσε υπεράνω τέτοιων οικτρών καταστάσεων. Όχι, δεν ήταν δυνατό να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αποτίναξε τις κακές σκέψεις. Δεν ήθελε να το πιστέψει• δεν έπρεπε να το πιστέψει. Αν η Μαρί τον άφηνε, όλα όσα είχε καταφέρει ως τότε θα εξανεμίζονταν, η κοινωνική του θέση, η καριέρα του, όλα θα πήγαιναν κατά διαβόλου. Ήταν πρόθυμος να εθελοτυφλήσει, να κωφεύσει απέναντι στην πραγματικότητα. Ο γάμος του με τη Μαρί ήταν το μοναδικό σωστό πράγμα που είχε κάνει ως τότε, η σωστική λέμβος που είχε βρεθεί από κάποια ευνοϊκή τροπή της μοίρας κοντά του και τον είχε σώσει από τη μετριότητα και την περιθωριοποίηση. Δε θα άφηνε για κανένα λόγο το Ντανιέλ να καταστρέψει το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του. Ήταν πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να ξεχάσει την εκμυστήρευση του φίλου του, να την καταχωνιάσει κάτω κι από τα ίδια τα μύχια της ψυχής του. Πίεσε τον εαυτό του ως τα άκρα για να καταφέρει να επανακτήσει την πολύτιμη ψυχραιμία και να απαντήσει άχρωμα και με απάθεια:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Έχεις, μήπως, κάτι άλλο να μου εξομολογηθείς;&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ τα έχασε με την απάθεια του συνομιλητή του. Οι όροι του παιχνιδιού που είχε επινοήσει, η όλη εξέλιξη της παρτίδας που είχε στήσει, κινδύνευαν να ανατραπούν σε μια και μόνη στιγμή. Σκέφτηκε… σκέφτηκε, ώσπου τελικά του ήρθε μια φαεινή ιδέα.&lt;br /&gt;- Ναι… έχω να πω μερικά πράγματα ακόμη.&lt;br /&gt;Προκάλεσε το χάος. Θα έλεγε κανείς πως βάλθηκε με επιμονή να υπηρετήσει τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων: την πορεία προς μια κατάσταση χαώδη και άναρχη. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για ένα επικίνδυνο ελιγμό, μια μπλόφα. Ο Ντανιέλ έκλεισε τα μάτια του για να αυτοσυγκεντρωθεί. Αν πετύχαινε η μπλόφα, αν νικούσε και σ’ αυτή την ύστατη επίθεση, τότε θα κέρδιζε αμετάκλητα και ολοκληρωτικά ολόκληρο τον πόλεμο που είχε κηρύξει ενάντια στο φίλο του.&lt;br /&gt;- Μπορείς να φωνάξεις τη Μαρί, σε παρακαλώ; Πρέπει να της μιλήσω. Πες της να έρθει στο τηλέφωνο. Έχω να της πω για κάτι που εδώ και καιρό σχεδιάζαμε οι δυο μας. Δεν υπάρχει, πλέον, κανένας λόγος να παραμείνει κρυφό.&lt;br /&gt;Αυτή τη φορά ο Ζαν έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Για ποιο σχέδιο του μιλούσε; Είχαν, άραγε, φτάσει τα πράγματα σε τέτοιο σημείο ώστε ο χωρισμός του με τη γυναίκα που είχε παντρευτεί να είναι πια προαποφασισμένος; Δεν στάθηκε μπορετό να αποσοβήσει την οργή που ένιωσε και άρχισε να εξαπολύει εναντίον του Ντανιέλ δεκάδες βλαστήμιες, θαρρείς και ήθελε μ΄ αυτές να κατακρεουργήσει τον εχθρό του εξ αποστάσεως. Ο Ζαν, ο άνθρωπος που ποτέ δεν είχε μαλώσει με κανένα, που κανείς δεν τον είχε μισήσει και ποτέ κανείς δεν τον είχε αποπάρει, είχε ξεπεράσει τα όρια της ανοχής του, ήταν έξω φρενών και έβριζε χειμαρρωδώς. Ποιος να το φανταζόταν πως γνώριζε τόσες πολλές διαφορετικές πρόστυχες λέξεις. Για τον Ντανιέλ η όλη εξέλιξη της υπόθεσης στάθηκε πραγματική αποκάλυψη. «Φυσικά… Είναι εύκολο να είσαι καλός και ευπροσήγορος με τους ανθρώπους όταν όλα στη ζωή σου πάνε κατ΄ ευχήν. Όταν, όμως, έρθει η ώρα που χάνονται ένα – ένα όλα τα στηρίγματά σου, η αποφράδα εκείνη στιγμή που η Δυστυχία χτυπά την πόρτα του σπιτιού σου ερχόμενη για να μείνει, τότε η μάσκα πέφτει από το πρόσωπό σου καταγής και σε αφήνει ακάλυπτο, με ολάκερη την προστυχιά και τη μιζέρια της ψυχής σου σε κοινή θέα…» Αφού ο Ντανιέλ σκέφτηκε αυτά και πολλά παρόμοια, ένα καταχθόνιο χαμόγελο όλο κακία έσκασε στη γωνία των χειλιών του. Όταν οι βρισιές και οι απειλές τέλειωσαν, η γραμμή έκλεισε και ακουγόταν τώρα πια μονάχα ο μονότονος ήχος του «μπιπ». Όλα έβαιναν κατ΄ ευχήν, όπως ακριβώς τα είχε σχεδιάσει. Υπήρχε μια διαβολική συνωμοσία στην όλη υπόθεση. Δεν ήταν δυνατό η εύνοια της τύχης να ήταν συμπτωματική. Σίγουρα, κάποιο καταχθόνιο πλάσμα έστεκε πάνω από το μικρό κουκλοθέατρο και κινούσε επιδέξια τα σχοινιά που ήταν δεμένα στους αρμούς των μαριονετών. Ίσως, αυτό το παμπόνηρο δαιμόνιο να ήταν η ίδια η μυθική χίμαιρα που του είχε αποκαλυφτεί σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τον καθρέφτη.&lt;br /&gt;Σκέφτηκε τη Μαρί και το Ζαν, το Ζαν και τη Μαρί. Αυτά τα δυο πρόσωπα στροβιλίζονταν στο νου του σαν τα αλογάκια του κάρουζελ. Πόσο τέλειο ζευγάρι φάνταζαν σε όσους τους γνώριζαν! Σπάνια μάλωναν, και αν ακόμη το έκαναν, πάντα ξανάσμιγαν το ίδιο βράδυ σαν δυο πουλάκια που τιτιβίζουν ερωτοτροπώντας. Πόσες και πόσες βραδιές δε φαντασιωνόταν την όμορφη εκείνη γυναίκα να κάνει έρωτα μαζί του. Και να που τώρα ήταν αυτός που είχε επέμβει στην απόμακρη ζωή της και την είχε αναστατώσει μια για πάντα. Είχε σπείρει τις υποψίες και δεν έμενε παρά να θερίσει τους καρπούς. Η οικογενειακή ζωή της Μαρί θα γινόταν άνω κάτω εξαιτίας του και, μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό που ίσως απέβαινε μοιραίος για το μέλλον του φιλικού του ζευγαριού. Ένα, όμως, ήταν σίγουρο και αδιαμφισβήτητο, πιότερο απ΄ όλα τα άλλα: πως ακόμη και μ΄ αυτόν τον τιποτένιο τρόπο, ένιωσε πως την πλησίασε πέρα από τα επιτρεπτά όρια της απλής φιλίας, πως ακράγγιξε αδιόρατα το θαυμάσιο κορμί της και μόλυνε την αγνότητα της νεανικής της ψυχής. Αυτό το πλάσμα, που ποτέ ως τότε δεν είχε γνωρίσει τον πόνο και τη δυστυχία, που είχε σπαρεί και βλαστήσει κάτω από την απάνεμη σκέπη της εύπορης οικογενειακής ζωής, που δε μπορούσε να φανταστεί πώς είναι δυνατό να υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι δυστυχισμένοι και αναγκεμένοι, αυτό λοιπόν το παρθένο πλάσμα, η πανέμορφη Μαρί, θα γνώριζε αιφνίδια τον πόνο και τη δυστυχία, θα πλήρωνε για όλες τις στιγμές άδολης χαράς που είχε τολμήσει να ζήσει… «Ω, Μαρί, είσαι υποχείριό μου!»&lt;br /&gt;Το μεγαλύτερο αμάρτημά του ήταν πως είχε παίξει στο Ζαν όλη αυτή τη διαβολική φάρσα δίχως να έχει την παραμικρή αμφιβολία, δίχως να νιώσει τις τύψεις που καταφτάνουν πάντοτε μεθεόρτια. Είχε διαταράξει τη γαλήνη του πιο φιλικού σ΄ αυτόν ζευγαριού το ίδιο ανέξοδα και αλύπητα, όπως το παιδί που ξεκολλά τα φτερά μιας μύγας. Ήταν, λοιπόν, όλα τόσο εύθραυστα; Είχε, άραγε, το Χάος τόσο μεγάλη δύναμη ώστε να αφανίζει μες σε λίγα λεπτά μόχθους και χαρές ολόκληρων ετών; Αισθάνθηκε πολεμιστής, μισθοφόρος του Χάους, με το ελεύθερο να αποφασίζει αν θα εξανδραποδίσει ή όχι το κάθε μικρό χωριουδάκι που απαντά στο διάβα του. Όλα προσφέρονταν απλόχερα μπροστά του και η αχανής έκταση της Ελευθερίας, η γη της Επαγγελίας, τον πρόσμενε για να την κατακτήσει…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προχώρησε προς το γραφείο του, τον αγαπημένο του χώρο, το καταφύγιο που είχε δημιουργήσει για να ξεχνά τη μίζερη καθημερινότητα. Κοίταξε τα χαρακτικά και τους ζωγραφικούς πίνακες που ήταν κρεμασμένοι στους τοίχους. Είχε μια παράξενη προτίμηση σε θέματα που αφορούσαν τη μεταθανάτιο ζωή και ιδίως την Κόλαση. Το μεταθανάτιο βασίλειο των καταραμένων ανέκαθεν τον έλκυε και του προκαλούσε τα πιο έντονα συναισθήματα δέους και ιερού φόβου. Γι αυτό και οι περισσότεροι πίνακες που υπήρχαν στο μικρό του studiolo αντλούσαν τη θεματολογία τους από την Κόλαση και κάθε λογής ερεβώδες και ζοφερό μέρος παρεμφερές μ’ αυτήν. Απ’ όλα τα χαρακτικά πιότερο του άρεσαν εκείνα του Gustave Doré στην έκδοση του 1875 της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη. Είχε μια μικρή συλλογή από αντίγραφα αυτών, πολλά από τα οποία τα είχε κορνιζάρει και τα είχε κρεμάσει στους τοίχους του δωματίου. Το πιο αγαπημένο του ανάμεσα σ’ αυτά ήταν εκείνο που παρίστανε τις Άρπυες στο δάσος με τους ανθρώπους – δέντρα. Ο Ντανιέλ έριξε μια εξεταστική ματιά στο συγκεκριμένο πίνακα. Στο βάθος διακρίνονταν οι σκιές του Δάντη και του οδηγού του, Βιργιλίου, ενώ σε πρώτο πλάνο μια ομάδα από γυναικόμορφα τέρατα, οι Άρπυες, με στήθη γυναικεία και σώμα και φτερά αρπακτικού πουλιού, στέκονταν με τα γαμψώνυχα πόδια τους πάνω στα κλαδιά δέντρων. Τα δέντρα ήταν κι αυτά ανθρωπόμορφα, με εκφράσεις ατέλευτου πόνου και μαρτυρίου. Επρόκειτο για ανθρώπους καταδικασμένους στην αιωνιότητα να είναι ακινητοποιημένοι με βαθιές ρίζες στο βαλτώδες έδαφος της Κόλασης, σαν τιμωρία για το αμάρτημα της αυτοκτονίας που είχαν διαπράξει όσο ζούσαν. Άραγε, να περίμενε και το Ντανιέλ μια τέτοια τύχη; Αν το μέσο για να φτάσει στην Ελευθερία που ονειρευόταν ήταν η αυτοκτονία, η απαξίωση του δώρου της ζωής, τότε θα μεταμορφωνόταν κι αυτός σε κάποιο τέτοιο κολασμένο δέντρο, με τρομερές, καταχθόνιες Άρπυες να στηρίζονται στα κλαδιά του; Απόδιωξε τη σκέψη, θεωρώντας πως μια τέτοια περίπτωση ήταν απίθανη. Όσο ελκυστικό και υποβλητικό κι αν ήταν αυτό το μέρος που αναπαρίστανε ο πίνακας, παρόλα αυτά ο Ντανιέλ είχε πλήρη επίγνωση πως οι μεσαιωνικές δοξασίες για τα μαρτύρια της Κολάσεως, ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Δεν είναι δυνατόν η Κόλαση να είναι ένα τέτοιο γραφικό οικοδόμημα, τόσο επιμελημένο αρχιτεκτονικά, με ορόφους και επίπεδα για κάθε κατηγορία αμαρτωλού, σε σχήμα ανάστροφου κοχλία με κορυφή το Σατανά. Αν υπήρχε ένα τέτοιο μέρος, σίγουρα δε θα ήταν σαν κι αυτό που περιγράφει ο Δάντης. Όμως, δεν υπάρχει Κόλαση. Είναι μια έννοια κατασκευασμένη από τους ίδιους τους ανθρώπους, έχοντας μοναδικό προορισμό να εκφοβίζει ανά τους αιώνες την ανθρωπότητα, να αφιονίζει τους πιστούς και θεοσεβούμενους ενάντια στους δογματικά αποκλίνοντες συνανθρώπους τους. Είναι η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια της μάζας, που επικρέμεται με απειλητική αστάθεια, έτοιμη να μπηχτεί στο κρανίο όποιου υπερβαίνει τα εσκαμμένα, όποιου ξεχωρίζει με αθέμιτους τρόπους. Όχι, λοιπόν, ο Ντανιέλ δε θα πήγαινε στην Κόλαση. Θα ερχόταν ένα σύννεφο και θα τον σήκωνε ως τον ουρανό, εκεί όπου διαφεντεύει η άφατη Ελευθερία και καταυγάζει με το απόκοσμο φως της όλο το σύμπαν, ορατό κι αόρατο. Θα αναλύονταν στον αέρα, όπως ο Ηρακλής. Τίποτα απ΄ αυτόν δε θα έμενε στη γη, τίποτα δε θα έμενε να τον θυμίζει. Θα ήταν σα να μην είχε υπάρξει ποτέ πάνω στον κόσμο. Θα γινόταν αεράκι αλαργινό που θα θώπευε τις βουνοκορφές με τα φασματικά φτερά του και θα έγλυφε τα κύματα της θάλασσας. Θα ήταν με άλλα λόγια ελεύθερος…&lt;br /&gt;Κάθισε στο γραφείο για να συγκεντρώσει τις ιπτάμενες, αλληλοδιασταυρούμενες σκέψεις του. Το γραφείο ήταν ένα πολύ όμορφο παλιό έπιπλο από ξύλο τριανταφυλλιάς, με μεγάλη γυαλιστερή επιφάνεια και τέσσερα περίτεχνα σκαλισμένα λιονταρίσια πόδια που εκφύονταν από τις τέσσερις γωνίες. Το είχε αγοράσει από μια από τις γνωστότερες αντικερί της πόλης σε μια εξωφρενική τιμή, ούτε λίγο ούτε πολύ ίσα με τους μισθούς δύο ετών δουλειάς ενός ανειδίκευτου εργάτη. Ο μαγαζάτορας του είχε πει πως το έπιπλο αυτό είχε μεγάλη ιστορία, χωρίς όμως να γίνει πιο συγκεκριμένος. Ήταν, λοιπόν, το μυστηριακό παρελθόν και τα καλλίγραμμα λιονταρίσια πόδια του γραφείου, που έπεισαν τον Ντανιέλ να το αγοράσει, στοχεύοντας κατάκεντρα στην ανάγκη του για μυστήριο και αποκρυφισμό. Ακόμη κι όταν ο ενθουσιασμός του πρώτου καιρού μετά την αγορά άρχισε να σβήνει, ο Ντανιέλ πάντα είχε την εντύπωση πως ό,τι κι αν έγραφε πάνω σ΄ αυτό το γραφείο, το αποτέλεσμα έβγαινε καλύτερο απ’ ότι αν έγραφε το ίδιο πράγμα πάνω σε οποιοδήποτε άλλο τραπέζι.&lt;br /&gt;Πάνω σ’ αυτό το γραφείο καθόταν, λοιπόν, τώρα και είχε αφήσει το κεφάλι του να πέσει με όλο το βάρος των συγκεχυμένων ιδεών του στις παλάμες των χεριών του που στηρίζονταν στους αγκώνες τους. Ένιωθε ένα ανεντόπιστο πόνο να περιφέρεται μες στο κοίλο του κρανίου. Έπρεπε να κάνει υπομονή. Σε λίγες ώρες καμία από τις σκέψεις που κάλπαζαν αφηνιασμένα εντός του δε θα απέμενε. Ο νους του θα πάγωνε σε μια στιγμιαία εντύπωση, τη στερνή εικόνα που θα έβλεπε. Δεν ήθελε πια να σκέφτεται, μήτε να νιώθει το παραμικρό. Οι λίγες εναπομένουσες ώρες καθιστούσαν κάθε επιπρόσθετο κόπο μάταιο και ασύμφορο. Καμιά λιποψυχία δεν του επιτρεπόταν πλέον. Ό,τι είχε αποφασιστεί είχε αποφασιστεί και η πορεία του ήταν πολύ μακριά από το οριακό σημείο καμπής όπου είναι ακόμη δυνατή η επιστροφή. «Παράξενο το πώς οι πιο ελεύθερες αποφάσεις οδηγούν στην ίδια ανελεύθερη και ασφυκτική πορεία, όπως και κάθε άλλη απόφαση. Όταν κανείς αποφασίζει να τραβήξει το δρόμο της ελευθερίας, δεν είναι δυνατό να γνωρίζει τι πρόκειται να επακολουθήσει. Γιατί, αν είχε από τα πριν μελετήσει επισταμένα και ρασιοναλιστικά τη σχέση του αιτίου με το αιτιατό, όμοια δηλαδή με μια συνάρτηση του Y από το X, τότε θα ήταν πιότερο ένας εγκλωβισμένος στα στενά πλαίσια της ίδιας του της λογικής, παρά κάποιος ελεύθερος». Οι σκέψεις αυτές κλωθογυρνούσαν στο νου του και σκοπό είχαν να τον προετοιμάσουν όσο το δυνατό καλύτερα για το επικείμενο μεγαλειώδες γεγονός. Όχι, λοιπόν, ο Ντανιέλ δεν είχε πράξει ορθολογικά. Τίποτα απ’ όσα είχε κάνει στη διάρκεια εκείνης της ημέρας δεν στηριζόταν σε κάποιο λογικό αλγόριθμο, τίποτα δεν ήταν προαποφασισμένο και προσχεδιασμένο. Όλα είχαν γίνει στην τύχη, με κυβερνήτη το Χάος. Πότε άλλοτε ακούστηκε, ένας άνθρωπος να καθορίζει τη μοίρα του με οδηγό και πυξίδα κάποιο φασματικό ξωτικό εντός του, κάποιο άναρχο δαιμόνιο που κάθε τόσο ξεπετάγεται από τα τρίσβαθα λαγούμια της ψυχής του και τον βαυκαλίζει με υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις για κάποιο υπεράνθρωπο άθλο, ένα γεγονός άνευ προηγουμένου;&lt;br /&gt;Διέγραψε μια ημιπεριστροφή πάνω στην περιστρεφόμενη δερμάτινη καρέκλα και στράφηκε προς την παραφορτωμένη βιβλιοθήκη πίσω από το γραφείο. Στη βάση της καθ’ όλο το μήκος υπήρχαν μεγάλα ξύλινα ντουλάπια, μερικά από τα οποία είχαν κλειδαριές. Από κάποιο σημείο της βιβλιοθήκης, ένα μικρό χάσμα ανάμεσα σε δυο βιβλία, ξετρύπωσε ένα μικρό κλειδί. Μ’ αυτό ξεκλείδωσε ένα από τα ντουλάπια της βάσης. Στο εσωτερικό του υπήρχε μια στοίβα από φακέλους ο ένας πάνω στον άλλο. Τράβηξε δυο φακέλους από το μέσο της στοίβας και τους απέθεσε πάνω στο γραφείο. «Ο Κλωνοποιημένος Άνθρωπος – Ανθολογία διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας του Ντανιέλ…» έγραφε με μεγάλα γράμματα ο ένας απ΄ αυτούς. Τον άνοιξε και έβγαλε από μέσα καμιά διακοσαριά ασύνδετες σελίδες με χειρόγραφα γράμματα. Τις φυλλομέτρησε. «Vanitas vanitum, omnis vanitas» αυτοσαρκάστηκε στωικά. «Να κάτι ακόμη που άφησα ανολοκλήρωτο».&lt;br /&gt;Επί πολλά χρόνια είχε καταπιαστεί να γράφει σποραδικά κάποια διηγήματα φαντασίας για το μέλλον και την τύχη της ανθρωπότητας, χρησιμοποιώντας ως κοινό υπόβαθρο κάποιες τεχνολογικές ανακαλύψεις της εποχής του και υφαίνοντας γύρω από αυτό το θεματικό πυρήνα μια πλοκή, σχετική με την χρονική προέκταση της σημασίας αυτών των ανακαλύψεων σε κάποιο μακρινό μέλλον. Την έμπνευση γι αυτό το πόνημα την είχε αντλήσει από τη χρόνια ανάγνωση των κλασικών ιστοριών επιστημονικής φαντασίας, συγγραφέων όπως ο Rey Bradburry, ο Arthur C. Clark και ο Isaak Asimov. Ήταν η τριάδα της φώτισης και της αποκάλυψης για τον Ντανιέλ, ο οποίος κυριολεκτικά ανέπνεε από τον αέρα των έργων τους στα πανάρχαια χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Χρόνια ολάκερα έπεφτε στο παιδικό του κρεβάτι για να κοιμηθεί και φανταζόταν πως ήταν ατρόμητος εξερευνητής του διαστήματος, επιβάτης του διαστημοπλοίου με κυβερνήτη τον ΧΑΛ 9000, πως ήταν άποικος του Άρη, πως καλύτερός του φίλος ήταν ένα ρομπότ με ανθρώπινη λογική. Φανταζόταν πως αρμένιζε στα πανάρχαια κανάλια του Άρη πάνω σε ένα μετέωρο καράβι, πως έκανε ονειρεμένα διαπλανητικά και διαγαλαξιακά ταξίδια, πως συναντούσε την αγαπημένη του στο προσωπικό του δωμάτιο μες σ’ ένα γιγαντιαίο, δακτυλιοειδή διαστημικό σταθμό… Πόσα φανταστικά πράγματα επιφύλασσε στην ανθρωπότητα το μέλλον! Πόσο κρίμα ήταν γι αυτόν που η τεχνολογική εξέλιξη βάδιζε με τόσο απελπιστικά αργούς ρυθμούς, καταδικάζοντάς τον έτσι να μη δει ποτέ στη διάρκεια της ζωής του όλους αυτούς τους θαυμαστούς νέους κόσμους που τον στοίχειωναν από τα μικράτα του!&lt;br /&gt;Και να που η ζωή του θα τελείωνε και μαζί της θα καταδικάζονταν όλα αυτά τα διηγήματα, που με τόση αγάπη είχε γράψει, στην αιώνια λήθη. Θα έμεναν ξεχασμένα στο ντουλάπι της βιβλιοθήκης του, μέχρι να πεταχτούν από τη Σιμών, κάποια μέρα που θα αποφάσιζε να απαλλαχτεί από τους μεγάλους σωρούς με τη χαρτούρα. Όλη αυτή η πραγματική λατρεία για την επιστημονική φαντασία ζούσε χρόνια ολόκληρα βραδυφλεγής εντός του, περιβαλλόμενη από τον τραχύ, σκληρό φλοιό της επιστημονικής του καριέρας, όμοια όπως η λάβα που ξερνιέται από τον κρατήρα ενός ηφαιστείου και κυλά από τα χείλη του στην πλαγιά, κρυώνοντας σιγά–σιγά ώσπου να αποκτήσει πέτρινο κέλυφος, ενώ στον πυρήνα του πετρώματος παραμένει άσβεστο το πύρινο μάγμα. «Άτυχε Ντανιέλ… εμπνευσμένε οραματιστή… πνεύμα φλογερό μιας ανάξιας εποχής! Υπάρχει, άραγε, για σένα μαρτύριο μεγαλύτερο από αυτή την τροπή που πήρε η ρότα της ζωής σου; Υπάρχει καταδίκη σκληρότερη από την αιφνίδια διακοπή των ονείρων ενός φιλόδοξου; Γιατί οι καταραμένες Μοίρες να τραβούν επιλεκτικά από τη μάζα των χιλιάδων ανίκανων και ασήμαντων ανθρώπων, όλους τους δυνάμει πολλά υποσχόμενους και ταλαντούχους και να τους στέλνουν στην αγχόνη χωρίς καν μια έντιμη δίκη; Ο Ντανιέλ είχε πολλά παράπονα από τη μοίρα του. Μπορούσε να την κατηγορήσει για ένα σωρό άτυχες συμπτώσεις στη ζωή του. Ένα, όμως, δε θα μπορούσε να της συγχωρήσει ποτέ: το ότι του έκοβε τόσο απότομα την φιλοδοξία να γίνει μεγάλος συγγραφέας, έστω και με αντάλλαγμα τη βαρύτιμη Ελευθερία που επαγγελόταν. Διερωτήθηκε ποιο να ήταν πιο σπουδαίο: η επιτυχία πάνω στη Γη, ή η μέθεξη με την υπαρξιακό Μηδέν; Ο διάσημος όταν πεθαίνει κερδίζει και την υστεροφημία, χάρη στην οποία παύει να είναι ένας απλός νεκρός, θαμμένος στο ίδιο υπέδαφος με τις σωρούς των υπολοίπων θνητών. Μετά το θάνατό του μετατρέπεται σε μια παγκόσμια συνείδηση, συνείδηση μοιρασμένη στις ψυχές πολλών ανθρώπων. Ζει για όσο διάστημα η θύμησή του είναι ζωντανή. Υπάρχει για όσο χρόνο υπάρχει και ο καρπός της πνευματικής του σποράς, του έργου του. Η ζωή του είναι επιμηκυσμένη στο μέγεθος μιας υπερ–ζωής, ενός αθροίσματος ζωών. Συμφύεται με άλλες διασημότητες και το σύνολο όλων αυτών των άστρων δημιουργεί έναν αστερισμό, ένα πάνθεον. Ποικίλοι μύθοι εξυφαίνονται γύρω από το άτομό του, ώσπου τελικά παύει να θεωρείται άνθρωπος. Ο Ντανιέλ δε θα γινόταν ποτέ διάσημος. Η ζωή του σε λίγο θα τελείωνε κι αυτός θα μετέπιπτε σε κάποια άλλη διάσταση, μια σφαίρα μεταφυσική, δίχως όμως να το αντιληφθεί κανείς. Δεν είχε καταφέρει να εξηγήσει την αποκαλυπτική εμπειρία του σε κανένα: ούτε στο Ζαν, ούτε στη Σιμών, ούτε στη μητέρα του. Κανείς τους, εξάλλου, δε θα τον καταλάβαινε, κανείς τους δε θα τον ένιωθε. Ήταν, μήπως, καλύτερα έτσι; Ποιος ξέρει…&lt;br /&gt;Άνοιξε το δεύτερο φάκελο. Αυτός είχε τον τίτλο: «Ποιητική Συλλογή του Ντανιέλ…» Από μέσα έβγαλε πάλι κάποιες σελίδες, λιγότερες αυτή τη φορά. Ξεδιάλεξε κάποια ποιήματα και τα διάβασε για τελευταία φορά στη ζωή του…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Το Ρυάκι&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τι θα ‘θελες να γίνεις σα θα μεγαλώσεις&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«Ποταμάκι, χιονάτη μου κορφούλα».&lt;br /&gt;Κι έτσι, δροσάτο και διάφανο&lt;br /&gt;Γραμμούλες αμέτρητες χάραζε στο βράχο το ρυάκι.&lt;br /&gt;Κι όπου κλαρί γερμένο πάνω του,&lt;br /&gt;Μ΄ απλοχεριά λίγο απ΄ τον εαυτό του χάριζε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τι θα ‘θελες να γίνεις σα θα μεγαλώσεις&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«Παραπόταμος, δεντροστόλιστη πλαγιά μου».&lt;br /&gt;Κι έτσι, πρόωρα, επιπόλαια μεγαλωμένο και θαρρείς,&lt;br /&gt;Από το σφρίγος της κατηφορίζουσάς του ορμής μεθυσμένο,&lt;br /&gt;Καυγάδιζε με βράχους και πλατανόριζες το ποταμάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τι θα ‘θελες να γίνεις σα θα μεγαλώσεις&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«Ποτάμι, ολύμπια γαλήνιε λειμώνα μου».&lt;br /&gt;Κι έτσι, με περίσσεια αρχοντιά και ξεκάθαρο σκοπό,&lt;br /&gt;Άλλοτε ολόισια σαν τη ροδαλή παρθένα κόρη&lt;br /&gt;Κι άλλοτε φιδοσέρνοντας σαν τον επίδοξο ληστή,&lt;br /&gt;Καλωσόριζε τ΄ αδέρφια του ολούθε ο παραπόταμος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τι θα ‘θελες να γίνεις σα θα μεγαλώσεις&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«Θάλασσα, γεωμετρικοί μου αγροί κι ανθισμένα περιβόλια».&lt;br /&gt;Κι έτσι, ανοίγοντας τα μπράτσα του&lt;br /&gt;Και την αφράτη τρίγωνη γη εμπρός του αγκαλιάζοντας,&lt;br /&gt;Ρίχτηκε στη αλμυρή, κυματιστή απεραντοσύνη το ποτάμι•&lt;br /&gt;Κι ενώθηκε μ΄ αμέτρητες ψυχές,&lt;br /&gt;Σ΄ ένα ανυπόφορο συνωστισμό λυγμών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τι θα ‘θελες να ‘χες γίνει αν δεν γινόσουν θάλασσα&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;Μια έναστρη νυχτιά ρώτησε η σελήνη απ΄ τα ερέβη.&lt;br /&gt;Και η θάλασσα, απ΄ την αχλή του μακρινού ορίζοντα,&lt;br /&gt;Αγκάλιασε το ολοστρόγγυλο κεφάλι τ΄ ουρανού στην ακύμαντη ποδιά της&lt;br /&gt;Κι αναστέναξε βαριά:&lt;br /&gt;«Ρυάκι»…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε χρόνια να διαβάσει κάποιο από τα ποιήματα που είχε γράψει στα εφηβικά του χρόνια και γι αυτό η ανάγνωση αυτού του ποιήματος τον γέμισε με μια γλυκιά μελαγχολία. Με κεντρισμένο ενδιαφέρον πήρε στα χέρια του κάποιο άλλο ποίημα και το διάβασε κι αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Νεκρόπολη&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παράξενο, αλήθεια, που ‘ναι τούτο το ταξίδι!&lt;br /&gt;Χτες ήμουν ζωντανός και τώρα πεθαμένος.&lt;br /&gt;Χτες, νιος ακόμη, τον ήλιο αντίκριζα με μέθη,&lt;br /&gt;Και κάτω από το φεγγάρι τ΄ ασημί,&lt;br /&gt;Εγκώμιο έπλεκα στο ταίρι μου με θέρμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα, ο ήχος της σφυρίχτρας τ΄ αυτιά μου διατρυπά,&lt;br /&gt;Κι απέραντες κοιλάδες μπρος στα μάτια μου διαβαίνουν,&lt;br /&gt;Καθώς απ΄ τη μικρή καμπίνα μου αγναντεύω,&lt;br /&gt;Επιβάτης μοναχός αυτού του τραίνου,&lt;br /&gt;Που απ΄ αρχής οι ρόδες του σ΄ αιθέριες γραμμές κυλούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παράξενο, αλήθεια, που ‘ναι τούτη η μοναξιά!&lt;br /&gt;Τα στήθη μου μ’ αέρα πνιγερό φουσκώνει&lt;br /&gt;Και τη θωριά μου ώχρα φαρμακερή σαβανώνει.&lt;br /&gt;Κάτι μέσα μου που σβήνει, μ΄ αυτή διαπλέκεται&lt;br /&gt;Και μ’ ανυπόφορους κλαυθμηρισμούς συνέχεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ηχούν μεσάνυχτα από δείκτες ρολογιού σταματημένου•&lt;br /&gt;Και ξέρω πως, φτάνοντας στο στερνό σταθμό του τρένου,&lt;br /&gt;Μοναχός, ως πάντα, εγώ θε’ ν’ αποβιβαστώ&lt;br /&gt;Και πίσω μου ποτέ να μην κοιτάξω,&lt;br /&gt;Τρέμοντας μήπως το τραίνο το ανύπαρκτο δε δω και κλάψω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παράξενη, αλήθεια, που ναι τούτη η πόλη!&lt;br /&gt;Το μάτι μονομιάς από κάθε λογής ειδώλου κενώνει&lt;br /&gt;Και πάνω σε σύμπαν φασματικό το βλέμμα μου καρφώνει.&lt;br /&gt;Λειμώνα σκιερού, που ορίζοντα και ουρανό δεν έχει,&lt;br /&gt;Θρηνητικός ψαλμός τα άνθη της ζωής μαραίνει.&lt;br /&gt;Πόνο και θανατερή οσμή η γης εδώ αποπνέει&lt;br /&gt;Και σαν τα κύματα τη ράχη του μετέωρου αυτού νησιού που οργώνουν,&lt;br /&gt;Σιλουέτες άμορφες, άφατου χάους πλήρεις, ολούθε με ζυγώνουν.&lt;br /&gt;Τη νύχτα αυτή που αύριο δεν έχει,&lt;br /&gt;Με όρκο ερεβώδη κι αφόρητο απ’ το βάρος,&lt;br /&gt;Πολίτη στη Νεκρόπολη ο Χάροντας με δένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ τακτοποίησε τα ποιήματα και τα διηγήματα φαντασίας μες στους ξεχωριστούς φακέλους τους με απαράμιλλη προσοχή και στοργή, σα να τα λάτρευε. Έπειτα, τοποθέτησε τους δυο φακέλους στη στοίβα με τους υπόλοιπους φακέλους του ντουλαπιού της βάσης της βιβλιοθήκης. Διπλοκλείδωσε και τοποθέτησε το κλειδί στη μικρή μυστική χαραμάδα, εκεί απ’ όπου το είχε ξετρυπώσει. &lt;/p&gt;&lt;p&gt;&lt;br /&gt;Ήταν, πλέον, συμβιβασμένος με τα επικείμενα και υποκειμενικά κι αντικειμενικά &lt;em&gt;Ελεύθερος&lt;/em&gt;…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1062684091691044538-3342297313901034935?l=eulogyofchimera.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/feeds/3342297313901034935/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1062684091691044538&amp;postID=3342297313901034935' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/3342297313901034935'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/3342297313901034935'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/2008/12/11.html' title='Κεφάλαιο 11'/><author><name>Παναγιώτης Σιμιτσής</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15330781836782875452</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp3.blogger.com/_a0TXxass-DM/R106Y_rFA-I/AAAAAAAAADw/S-8W8EGCmvw/S220/DSC00946.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1062684091691044538.post-8129429064605387555</id><published>2008-11-20T00:20:00.001+02:00</published><updated>2008-11-20T00:21:54.394+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κεφάλαιο 10'/><title type='text'>Κεφάλαιο 10</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;6:15 μ.μ.&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Οι δυο πρώτοι ασθενείς, ένας άντρας και μια γυναίκα, είχαν καταφτάσει και είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους στις πολυθρόνες της αίθουσας αναμονής, απέναντι από το μικρό γραφείο της Σιμών. Ο άντρας ήταν γύρω στα εξήντα και η γυναίκα αρκετά νεότερη• θα ‘ταν δε θα ‘ταν τριάντα πέντε χρονών. Είχαν και οι δύο πάρει την επίσημη στάση αναμονής, με το ένα πόδι πάνω στο γόνατο του άλλου και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Δε μιλούσαν μεταξύ τους, ούτε καν κοιτάζονταν, σα να φοβούνταν πως οι πολλές οικειότητες και οι συζητήσεις είναι κι αυτές ένας από τους τρόπους μετάδοσης των ασθενειών. Στην ειδικότητα του Ντανιέλ ελάχιστες είναι οι ασθένειες που οφείλονται σε λοιμογόνους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η μηνιγγίτιδα, ή η εγκεφαλίτιδα, και μάλιστα τέτοιοι ασθενείς δεν απευθύνονταν σε ιδιωτικά ιατρεία, παρά πήγαιναν κατευθείαν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου. Τα περισσότερα περιστατικά που ο Ντανιέλ παρακολουθούσε είχαν να κάνουν με χρόνιες ασθένειες, με κλινική πορεία χαρακτηριζόμενη από εξάρσεις και υφέσεις, ή από υποτροπές. Το κύριο καθήκον του ήταν να παρακολουθεί σε τακτά χρονικά διαστήματα την πορεία της νόσου και να προσπαθεί να εντοπίσει με προσοχή τυχόν νέες εκδηλώσεις που αποτελούσαν προάγγελους επιδείνωσης, ή κακής πρόγνωσης.&lt;br /&gt;Ο άντρας έδειχνε πολύ νευρικός και δεν έλεγε να σταματήσει να κουνά το πόδι που πατούσε στο δάπεδο, ενώ παράλληλα έξυνε κάθε τόσο το άλλο του πόδι. Έμοιαζε να μην τον χωρά ο τόπος, έτοιμος να εκσφενδονιστεί από το κάθισμά του ανά πάσα στιγμή και να αρχίσει να τρέχει γύρω–γύρω σαν τρελός. Το δεξί του μάτι ήταν καλυμμένο με λευκό επίδεσμο, πάνω στον οποίο είχε κολλήσει το διερευνητικό βλέμμα της Σιμών. Τον ήξερε καλά εκείνο τον άντρα• ήταν τακτικός πελάτης στο ιατρείο, αλλά πρώτη φορά τον έβλεπε με οφθαλμικό επίδεσμο. Θυμήθηκε τα λόγια του Ντανιέλ: «Αυτός ο Ζορζ Ντυπρέ είναι τελειωμένη υπόθεση. Είδες πώς κουνά ακατάπαυστα τα πόδια του; Αυτό εμείς το ονομάζουμε “σύνδρομο ανησύχων ποδιών” και ανήκει στις νευροπάθειες. Παρατήρησες το συνεχές ξύσιμο των ποδιών του; Αυτό οφείλεται επίσης σε αισθητική νευροπάθεια. Τελευταία, μάλιστα, μου είπε πως κάποιος ουρολόγος διέγνωσε πρωτεϊνουρία, που αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς. Ο τεχνητός νεφρός περιμένει με χαρά να τον καλωσορίσει. Τι να του κάνω; Μπορώ εγώ να του αλλάξω τίποτα; Όταν κανείς είναι ξερό κεφάλι δεν ωφελούν σε τίποτα οι γιατροί, όσο καλοί επιστήμονες κι αν είναι. Αν δεν ρυθμίσει το ζάχαρό του αυστηρά, να μου το θυμηθείς, θα καταλήξει με νεφρική ανεπάρκεια και διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Απορώ γιατί συνεχίζει και έρχεται στο ιατρείο, αντί να εισαχθεί στο νοσοκομείο, όπου θα ασχοληθεί ολόκληρη ιατρική ομάδα μαζί του προκειμένου να του ρυθμίσουν το ζάχαρο. Θαρρώ πως ο κόσμος είναι τρελός… Εσύ τι λες;» Τότε η Σιμών είχε ανασηκώσει τους ώμους της, μιας και δεν ήξερε τι να του απαντήσει.&lt;br /&gt;Η γυναίκα, που καθόταν σε κάποια απόσταση από τον Ζορζ Ντυπρέ και έδειχνε να έχει απορροφηθεί στην ανάγνωση κάποιου από τα πολλά περιοδικά που ήταν αραδιασμένα πάνω στο χαμηλό τραπέζι, ονομαζόταν Κλωντέτ Μπερεζί και ήταν επίσης τακτική πελάτισσα του Ντανιέλ. Από τότε που εκείνος είχε εκμυστηρευτεί στη Σιμών τη διάγνωση της ασθένειάς της και της είχε εξηγήσει την προδεδικασμένη μοιραία κατάληξη της ασθενούς, εκείνη έχασε τον ύπνο της. «Σκλήρυνση κατά πλάκας», της είχε πει κουνώντας το κεφάλι, «και είναι τόσο νέα ακόμη η δύσμοιρη…». Το γεγονός πως και οι δύο γυναίκες είχαν την ίδια περίπου ηλικία, καθώς και ότι κάποια πρώιμα, μη ειδικά συμπτώματα της ασθένειας η Σιμών τα έβλεπε και στον ίδιο της τον εαυτό πού και πού, την έκαναν να ξυπνά πολλές φορές μες στη νύχτα με ταχυκαρδία και με νυγμούς διάσπαρτους σε όλο της το κορμί. Φυσικά, η Σιμών ήταν απόλυτα υγιής και όλα αυτά τα φανταζόταν, κάτι για το οποίο ο Ντανιέλ πάσχιζε επί αρκετό καιρό να την πείσει, καταριόμενος την ώρα και τη στιγμή που της είχε μιλήσει γι αυτή την ασθενή.&lt;br /&gt;Κάποτε, άνοιξε η δίφυλλη, συρόμενη πόρτα του εξεταστικού δωματίου και από το άνοιγμά της ξεπρόβαλλε το κεφάλι του Ντανιέλ.&lt;br /&gt;- Ω, καλημέρα σας δεσποινίς Μπερεζί! Καλημέρα και σε σας κύριε Ντυπρέ… τι έχει το μάτι σας και βάλατε επίδεσμο; Έκανε πως δεν ήξερε και υποκρινόταν ευγενικό ενδιαφέρον.&lt;br /&gt;Ο Ζορζ Ντυπρέ κούνησε το κεφάλι πάνω κάτω και σούφρωσε το στόμα του. Έμοιαζε σα να έβλεπε ολοκάθαρα μπροστά του το τραγικό του τέλος.&lt;br /&gt;- Τι να έχω, γιατρέ μου… τελικά το έπαθα: μερική αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Μου έκαναν εγχείρηση, αλλά δεν περιμένουν και πολλά. Με είχατε προειδοποιήσει, μα εγώ ο βλάκας δε σας άκουσα…&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ έριξε μια διερευνητική ματιά στην Κλωντέτ που παρατηρούσε, για πρώτη φορά από τότε που είχε μπει στο ιατρείο, τον συνασθενή της. Έδειχνε αποσβολωμένη με τα λόγια του και στο πρόσωπό της είχε ζωγραφιστεί μια γκριμάτσα συμπόνιας ανάμικτης με φόβο. Ο Ντανιέλ δάγκωσε τα χείλη, γιατί κατάλαβε τη γκάφα του: με την αφελή ερώτηση που είχε απευθύνει στο Ζορζ είχε προκαλέσει την παραβίαση του ιατρικού απορρήτου. Βιάστηκε να πει:&lt;br /&gt;- Ελάτε τώρα, σταματήστε… μη φοβόσαστε. Όλα θα τα φτιάξουμε. Εσείς έχετε σειρά;&lt;br /&gt;Ο ηλικιωμένος άντρας έγνεψε καταφατικά.&lt;br /&gt;- Ελάτε, λοιπόν, πάμε μέσα να τα πούμε…&lt;br /&gt;Η Σιμών κοίταξε το Ντανιέλ. Ξαφνιάστηκε που τον άκουσε να μιλά τόσο ήρεμα και ευγενικά. Πώς μπορούσε να είναι τόσο ανεπηρέαστος και αξιοπρεπής μετά από όλο εκείνον τον καβγά που είχαν ελάχιστα λεπτά πριν; Μόνο εκείνη είχε γίνει ράκος; Για ένα δέκατο του δευτερολέπτου οι ματιές τους συναντήθηκαν. Της φάνηκε πως είδε μίσος στο βλέμμα του. Το δικό της βλέμμα ήταν απλά πονεμένο και γεμάτο θλίψη. Τον αγαπούσε.&lt;br /&gt;Έπειτα, γιατρός και ασθενής χάθηκαν πίσω από τα φύλλα της πόρτας που έκλεισε…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ώρα ήταν επτά ακριβώς. Τα πρόσωπα μες στην αίθουσα αναμονής είχαν αλλάξει και είχαν πληθύνει. Ένας ασθενής την κοιτούσε αδιάκριτα, με έκδηλο ενδιαφέρον. Δεν άντεξε το επίμονο βλέμμα του και έσκυψε στο σημειωματάριό της με τη λίστα των ραντεβού. Στις επτά ακριβώς, σειρά για εξέταση είχε ο Ματιέ Ζιργκόφσκι, ο καταπιεστικός φιλαράκος του Ντανιέλ, που, όμως, δεν είχε ακόμη φανεί. Κοίταξε το ρολόι της: επτά και πέντε. Ευτυχώς που ο γιατρός έβλεπε ακόμη τον προηγούμενο ασθενή κι έτσι η σειρά των ραντεβού δεν είχε γίνει άνω κάτω. Στις επτά και επτά λεπτά, ο Ματιέ όρμησε μες στο ιατρείο.&lt;br /&gt;Ήταν καλοντυμένος και ευδιάθετος όπως πάντα. Αν και είχε τα χρονάκια του –πρόσφατα είχε πατήσει τα πενήντα– έδειχνε πολύ γοητευτικός και καλοστεκούμενος. Οι πολλές συναναστροφές του με ανθρώπους κάθε λογής, από επιχειρηματίες μέχρι κακοποιούς, τον είχαν εφοδιάσει με μια πονηριά που δύσκολα μπορούσε κανείς να νικήσει. Ήξερε να αντιμετωπίζει με επιτυχία κάθε δύσκολη περίσταση και είχε αποκτήσει μια πελώρια γκάμα τρόπων κοινωνικής συμπεριφοράς, ώστε να τα βγάζει πέρα σε όλες τις συνθήκες. Αν τύχαινε να τον δεις σε κάποια επίσημη δεξίωση, δε θα μπορούσες να τον ξεχωρίσεις από την υπόλοιπη καλή κοινωνία, ούτε από το ντύσιμό του, μα ούτε και από τον τρόπο που χαιρετούσε, ή συζητούσε. Αν, πάλι, τύχαινε να τον αναγνωρίσεις μες στην αναστάτωση κάποιου από τους πολλούς καυγάδες που γίνονταν στα μαγαζιά του με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, θα έβλεπες πως δε διέφερε ούτε σε δύναμη, ούτε σε προστυχιά από τους μπράβους του. Με άλλα λόγια ήταν ένας χαμαιλέοντας, ένα πλάσμα που η Θεία Πρόνοια του είχε χαρίσει την ικανότητα να μεταμορφώνεται, παίρνοντας το χρώμα και την υφή του περιβάλλοντος στο οποίο βρισκόταν. Πάνω απ΄ όλα, όμως, ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και ήταν εξίσου καλός σε οτιδήποτε κι αν έκανε.&lt;br /&gt;Όπως, βέβαια, κάθε άνθρωπος σ’ αυτό τον κόσμο, όσο διακεκριμένος και σπουδαίος κι αν είναι, είχε κι ο Ματιέ μια αδυναμία στο χαρακτήρα του, ένα κουμπί, που αν ήξερε κανείς να το πατήσει, θα ήταν σε θέση να του κάνει τη ζωή μαρτύριο. Κι αυτή η αδυναμία δεν ήταν άλλη παρά η εμμονή με την υγεία του. Δεν ήταν ο τυπικός κατά φαντασίαν ασθενής που αναγνωρίζει κάθε λογής αρρώστια πάνω στο σώμα του. Όχι. Απλά, φοβόταν συνεχώς μην τυχόν αρρωστήσει και γι αυτό το λόγο δεν είχε αφήσει γιατρό που να μην επισκεφτεί. Τρελά ερωτευμένος με τη ζωή και τις χαρές που αυτή προσφέρει, το τελευταίο που επιθυμούσε ήταν η αρρώστια. Την απευχόταν, τη φοβόταν όπως ο διάβολος το λιβάνι. Κάθε μήνα κατανάλωνε δεκάδες δισκία με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, και έπινε διαλύματα από σκόνες φυσικών και συνθετικών πρωτεϊνών με το κιλό. Συμβουλευόταν ομοιοπαθητικούς, βελονιστές, χειροπρακτικούς, αρωματοθεραπευτές, μουσικοθεραπευτές, ακόμη και αστρολόγους. Το Ντανιέλ, όμως, τον εμπιστευόταν περισσότερο από όλους τους άλλους και τον επισκεπτόταν τακτικά. Σπάνια αρρώσταινε, γιατί όπως έλεγε «η αρρώστια χτυπά την πόρτα αυτού που δε φρόντισε να την κρατήσει μακριά».&lt;br /&gt;Τελευταία, όμως, βασανιζόταν στ’ αλήθεια από επίμονους πονοκεφάλους που καταλάμβαναν το μισό του κρανίο και έκαναν τις αρτηρίες στους κροτάφους του να σφύζουν. Κάποιες φορές, μάλιστα, ταυτόχρονα με την έλευση της κρίσης, είχε ναυτία και τάση για έμετο. Τα είπε όλα αυτά στο Ντανιέλ, αλλά εκείνος δεν πήρε στα σοβαρά την περίπτωσή του, καθώς ήταν προκατειλημμένος εναντίον του. Διέγνωσε ημικρανίες και του σύστησε τα συνήθη αναλγητικά, χωρίς πολλή σκέψη, παραβιάζοντας την ιατρική δεοντολογία. Τελικά, όμως υπέκυψε στις αφόρητες πιέσεις του ασθενή του και του σύστησε να κάνει όλες τις σχετικές εξετάσεις, από τις πιο απλές ως τις πιο πολύπλοκες και ακριβές. Έτσι, ο Ματιέ υποβλήθηκε σε doppler καρωτίδων, σε εγκεφαλογράφημα, σε αξονική τομογραφία, σε νυσταγμογραφία, σε βιοψία κροταφικής αρτηρίας και σε πάμπολλες άλλες εξετάσεις, δόκιμες ή αδόκιμες. Καμία δεν έδειξε τίποτα παθολογικό. Η αρχική διάγνωση του Ντανιέλ επιβεβαιωνόταν και ισχυροποιούνταν. Ο Ματιέ, όμως, δε μπορούσε να συμβιβαστεί με το γεγονός πως, αφού δεν του έβρισκαν τίποτα παθολογικό, θα έπρεπε να ζει συμφιλιωμένος με τις ημικρανίες του, παίρνοντας απλά και μόνο τη συμπτωματική αναλγητική θεραπεία του. Έπρεπε να εντοπίσει την αιτία των επώδυνων κρίσεων. Έπρεπε να βρεθεί ο υπεύθυνος παράγοντας για να μπορέσει να τον ξεριζώσει αιτιολογικά μια για πάντα, ειδάλλως δε θα έβρισκε την ηρεμία του. Με το πες–πες, κατάφερε το Ντανιέλ να του συστήσει τομογραφία μαγνητικού συντονισμού. Έτσι, ο Ματιέ Ζιργκόφσκι υποβλήθηκε και σ’ αυτή την εξέταση. Ο Ντανιέλ είχε τα φιλμ από την προηγουμένη κιόλας ημέρα. Τα είχε μελετήσει και τα είχε βρει όλα φυσιολογικά. Αυτά, λοιπόν, τα αποτελέσματα ήταν ο λόγος που ο Ματιέ πήγε εκείνη την ημέρα στο ιατρείο. Επιτέλους, θα μάθαινε μια για πάντα τι ήταν αυτό που του προκαλούσε τους πονοκεφάλους…&lt;br /&gt;Στάθηκε ευθυτενής και αγέρωχος μπροστά από το γραφείο της γραμματέως. Της χαμογέλασε με σεβασμό και ευπρέπεια και έκανε μια μικρή υπόκλιση.&lt;br /&gt;- Ω, πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Ομολογώ πως απόψε είστε εκθαμβωτική. Της έπιασε όλος αβρότητα το χέρι και με απαλές και σίγουρες κινήσεις το έφερε στα χείλη του.&lt;br /&gt;Η διαχυτικότητά του ήταν τέτοια που μερικά κεφάλια από τους ασθενείς που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους τεντώθηκαν για να μπορέσουν να δουν τι ακριβώς συνέβαινε. Βλέμματα καρφώθηκαν πάνω στη Σιμών και το Ματιέ και ένα σιγανό μουρμουρητό απλώθηκε μες στο δωμάτιο. Η κοπέλα είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους συμπεριφορά από μέρους του Ματιέ, μα εκείνη τη στιγμή έπρεπε να προστατέψει την αξιοπρέπειά της από τα σχόλια των περίεργων.&lt;br /&gt;- Καλησπέρα σας κύριε Ζιργκόφσκι. Είχατε ραντεβού στις επτά ακριβώς και αργήσατε… έκανε παράλληλα μια χαρακτηριστική χειρονομία με τα χέρια της για να του δείξει πως έπρεπε να χαμηλώσει τη φωνή του.&lt;br /&gt;- Δηλαδή έχασα τη σειρά μου;&lt;br /&gt;- Όχι, όχι. Ευτυχώς για σας, ο γιατρός εξετάζει ακόμη τον ασθενή που ήταν πριν από εσάς στη λίστα αναμονής.&lt;br /&gt;Ο Ματιέ χαμογέλασε και πάλι. Αυτή τη φορά το χαμόγελό του ήταν πιο πλατύ και τα σπινθηροβόλα μάτια του είχαν κάτι πρόστυχο. Υπήρχε κάτι στην όλη συμπεριφορά και την επιμελημένη εμφάνιση εκείνου του άντρα, κάτι που ποτέ δεν άρεσε στη Σιμών και την απωθούσε. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε, δίχως να πολυκαταλάβει την αιτία, μια αηδία. Δεν ήξερε πώς να περιγράψει αυτό που αισθανόταν. Ήταν μάλλον το ίδιο αηδιαστικό συναίσθημα που νιώθει κανείς όταν τον αναγκάζουν να χαϊδέψει ένα φίδι, η ίδια η αηδία που προκαλεί η γλοιώδης υφή του ερπετού…&lt;br /&gt;Εκείνος έσκυψε πλησιάζοντας το πρόσωπό της και της ψιθύρισε στο αυτί:&lt;br /&gt;- Πάρε, σε παρακαλώ, ένα δωράκι για τα γενέθλια του Ντανιέλ. Μην του το δόσεις όμως τώρα. Δώσε το όταν κλείσετε το ιατρείο. Να του πεις πως είναι από τον καλό του φίλο, το Ματιέ Ζιργκόφσκι… δηλαδή από εμένα. Χαμογέλασε θριαμβευτικά μετά τη δήλωσή του πως ήταν φίλος του γιατρού. Της έκλεισε το μάτι και της έβαλε στο χέρι ένα μικρό δεματάκι τυλιγμένο με μονόχρωμο ροζ χαρτί. Πάνω στο χαρτί δεν έγραφε τίποτα. Η Σιμών, διακριτικά και δίχως να ρωτήσει τι περιείχε εκείνο το δεματάκι, το πήρε και το έβαλε με προσοχή μες σε ένα από τα συρτάρια του γραφείου.&lt;br /&gt;Κάποτε η πόρτα του εξεταστικού δωματίου άνοιξε. Ο Ντανιέλ είχε τελειώσει με τον προηγούμενο ασθενή.&lt;br /&gt;- Περάστε κύριε Ζιργκόφσκι. Ο γιατρός περιμένει να σας δει, του είπε ευγενικά η Σιμών.&lt;br /&gt;Εκείνος έκανε ακόμη μια ελαφρά υπόκλιση μπροστά της και τη χαιρέτησε με μια κίνηση προερχόμενη θαρρείς από κάποια παλιά εποχή. Όταν χάθηκε πίσω από τη συρόμενη, τζαμωτή πόρτα, η Σιμών έβγαλε ένα αναστεναγμό ανακούφισης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Ω, Ντανιέλ, αγαπητέ μου! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Ο Ματιέ πλησίασε το γιατρό με ανυπόμονο βήμα και του άπλωσε το χέρι. Ο Ντανιέλ κοίταξε το προτεταμένο χέρι για τρία δευτερόλεπτα, σα να σιχαινόταν να το πιάσει. Τελικά του έδωσε το δικό του και χαιρετήθηκαν σαν κύριοι.&lt;br /&gt;- Χρόνια πολλά και να τα εκατοστίσεις! Σου εύχομαι μέσα από την καρδιά μου κάθε ευτυχία στη ζωή σου.&lt;br /&gt;Φαινόταν να είναι ειλικρινής και οι ευχές του ένθερμες και από καρδιάς. Από την άλλη, ο Ντανιέλ διατήρησε το ίδιο ψυχρό και άνοστο ύφος με το οποίο τον είχε υποδεχτεί.&lt;br /&gt;- Ευχαριστώ πολύ, Ματιέ. «Δε μπορείς να ελαφρύνεις τη θέση σου, όσες ευχές κι αν μου δόσεις. Είσαι ένα άθλιο υποκείμενο και θα σε κάνω να πληρώσεις γι αυτό. Αφού ο Θεός δε νοιάζεται να σε τιμωρήσει, θα σε τιμωρήσω εγώ. Δεν ξέρω ακόμη πώς, μα θα το κάνω… το ορκίζομαι».&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ του έδειξε τη δερμάτινη πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο του.&lt;br /&gt;- Παρακαλώ, κάθισε. Μη στέκεσαι όρθιος.&lt;br /&gt;Ο Ματιέ έπεσε πάνω στην πολυθρόνα φαρδύς πλατύς και κάθισε αναπαυτικά, παίρνοντας μια στάση σα να ρέμβαζε στην πολυθρόνα του σαλονιού του. Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και έδεσε τα δάχτυλα των χεριών του πάνω στο γόνατο. Το χαμόγελο που είχε φορέσει δεν έλεγε να εξαφανιστεί. Έδειχνε χαρούμενος, απόλυτα ευτυχισμένος. Ο Ντανιέλ συμπέρανε ότι οι δουλειές του προφανώς πήγαιναν καλά.&lt;br /&gt;Κι όμως, στα μάτια του Ντανιέλ ήταν ένας ασήμαντος ανθρωπάκος, ένας νάνος, ένα homunculus απ΄ αυτά που ζωγράφιζαν οι αλχημιστές μες στην κεφαλή σπερματοζωαρίου. Παρά το γοητευτικό του παρουσιαστικό, για τον Ντανιέλ ήταν ο πιο κακάσχημος άνθρωπος που είχε γνωρίσει• του προξενούσε ναυτία. Τον ενοχλούσαν τα μεγάλα σαρκώδη χείλη του, τα παθιασμένα μάτια του, η ολόισια μύτη του. Τα πάντα επάνω του τον ενοχλούσαν. Το πιο εξοργιστικό, όμως, από όλα, αυτό που ποτέ δε θα συγχωρούσε ούτε στο Ματιέ ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, ήταν πως είχε δεχτεί τη φιλία του, και πως εντός του ένιωθε κι εκείνος ένοχος και ατιμασμένος. Το γεγονός πως είχε μπλεχτεί οικειοθελώς στα δίχτυα του, πως είχε κι εκείνος δοκιμάσει λίγη από την κόλαση του κόσμου του, πως πολλές ήταν οι φορές που είχε προστρέξει στα περιθωριακά καταγώγια του και είχε δεχτεί δεκάδες εξυπηρετήσεις στο θέμα του αγοραίου έρωτα, τον έκανε να αισθάνεται φτηνός και χυδαίος, όχι και τόσο πολύ διαφορετικός από αυτό το σωματέμπορα. Τον μισούσε γιατί ήταν ο μοναδικός αξιόπιστος μάρτυρας της ίδιας του της ακόρεστης ανάγκης για σεξ, γιατί ήταν ο κλειδοκράτορας της μυστικής του καταισχύνης. Όσο ζούσε ο Ματιέ, τόσο τυραννιόταν από τύψεις ο Ντανιέλ.&lt;br /&gt;Πολλές ήταν οι νύχτες που ξυπνούσε από τον ίδιο επαναλαμβανόμενο εφιάλτη: Εμφανίστηκε, τάχα, ένας άγγελος μπροστά του και του χάρισε ένα ζευγάρι φτερά για να τον πάρει μαζί του στον ουρανό. Ο Ντανιέλ ένιωσε τόσο ευτυχισμένος από το θεϊκό κάλεσμα που πήρε μεμιάς τα φτερά και τα τοποθέτησε στους ώμους του. Όταν ο άγγελος άρχισε να ανυψώνεται στον ουρανό, εκείνος κούνησε τις φτερούγες του για να τον ακολουθήσει. Έλα, όμως, που έμενε πάντα κολλημένος στη γη κι όσο κι αν ρίπιζε τον αέρα με τα φτερά του δεν κατάφερνε να ανυψωθεί. Κοίταξε κάτω προς τα πόδια του και, προς μεγάλη του απελπισία, είδε δυο χέρια να τον κραδαίνουν με ακατάβλητη δύναμη. Ήταν ο Ματιέ, γλοιώδης και χαμερπής, χωμένος ως το στήθος μες σε μια πηχτή λάσπη που έζεχνε βρώμα βόθρου. Κλώτσησε, συσπάστηκε σύγκορμος, μα δεν κατάφερε να γλιτώσει από τις αρπάγες. Κοίταξε προς τον ουρανό. Ο άγγελος είχε χαθεί…&lt;br /&gt;Μόνο αν εξαφανιζόταν ο Ματιέ Ζιργκόφσκι, θα μπορούσε ο Ντανιέλ να αισθανθεί πλέρια και σ΄ όλη της την έκταση την απόλυτη ελευθερία του «είναι», μια ελευθερία που είχε αρχίσει να δοκιμάζει δειλά εκείνη την ημέρα. Μόνο τότε θα ανακτούσε τη χαμένη του αξιοπρέπεια και το πνευματικό ανάστημα που του έπρεπε. Ο Ματιέ Ζιργκόφσκι έπρεπε πάση θυσία να εκδιωχθεί, να εξατμιστεί, να διαλυθεί σε στάχτες. Κι αυτό έπρεπε να γίνει την ίδια εκείνη ημέρα, την ημέρα που τόσο εσώψυχα ένιωθε πως έμελλε να γίνει η πιο σημαδιακή ημέρα της ζωής του, η ημέρα του απολύτου και του μηδενός, μια ημέρα ανεπανάληπτη όπως είναι μόνο εκείνη της γέννησης κι εκείνη… του θανάτου. Κι αν ακόμη δεν του ήταν μπορετό να τον εξαφανίσει από τη ζωή, τουλάχιστον θα τον τιμωρούσε, θα τον καταδίκαζε μία και για πάντα…&lt;br /&gt;Ο Ματιέ είχε άγνοια της μικρότητάς του, της ποταπότητας της πενηνταετούς ζωής του. Ποτέ δε σκάλισε την επιφάνεια για να δει τι υπάρχει κάτω απ’ αυτή. Ποτέ δεν υποψιάστηκε πως, πέρα από τα χρήματα και την καλοπέραση, υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι που μπορεί κανείς να το πάρει μαζί του στον τάφο, τη στιγμή που όλα τα υπόλοιπα μένουν απ΄ έξω κι αλλάζουν χέρια. Γέννημα Ουκρανών μεταναστών, έζησε δύσκολη παιδική ηλικία… ή μάλλον, δεν πέρασε ποτέ του τη φάση της παιδικής ηλικίας• για δυο μονάχα χρόνια ήταν νήπιο και τα υπόλοιπα σαρανταοχτώ ενήλικας. Έμαθε από νωρίς πως το χρήμα είναι το μοναδικό κλειδί της ευτυχίας, πως για να έρθει η ευτυχία πρέπει κανείς να έχει πολλά χρήματα και πως για να έχει κανείς πολλά χρήματα πρέπει με κάποιο τρόπο να παρανομήσει. Μπήκε, λοιπόν, στην παρανομία με όνειρα και φιλοδοξίες ισάξιες ενός Μεγάλου Αλεξάνδρου κι ενός Ναπολέοντα. Ξεκίνησε από τα χαμηλά, με μικροκλοπές και κοινές λωποδυτιές, αργότερα έφτασε στο στάδιο των μεγάλων παρανομιών, όπου το παραμικρό στραβοπάτημα θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τη δικαιοσύνη και κατέληξε στο υψηλότερο σκαλοπάτι της καριέρας του: στο νόμιμο έγκλημα. Όλη του η επαγγελματική σταδιοδρομία έμοιαζε πολύ με το αμερικανικό όνειρο που ακόμη και στην εποχή μας συνεπαίρνει πολύ κόσμο και τους αφιονίζει με την ψευδαίσθηση πως από το υπόγειο ενός ουρανοξύστη θα βρεθούν κάποια στιγμή στον τελευταίο όροφο, εκεί όπου εδράζεται η στρογγυλή τράπεζα των μεγαλομετόχων.&lt;br /&gt;Στα τρία πολυτελή στριπτιζάδικα που είχε, προήγαγε ακούραστα τον πολιτισμό και την αισθητική. Εκεί μπορούσε να βρει κανείς τα πάντα στον τομέα της ψυχαγωγίας: μπορούσε να παίξει ρουλέτα, χαρτιά, να απολαύσει τον προκλητικό χορό πανύψηλων καλλονών, να πιει ένα ποτηράκι με τις κοπέλες, ή –αν ήταν γνωστός και έμπιστος θαμώνας– να φύγει από εκεί με διαλεκτή συντροφιά. Το πιο καινούργιο από τα τρία μαγαζιά διέθετε και ιδιωτικό χώρο προορισμένο για τους υψηλούς μόνο πελάτες, όπου μπορούσε κανείς να επιδοθεί στην πιο ακραιφνή διονυσιακή τελετή έχοντας στη διάθεσή του ανάκλιντρα, θεατρικές μάσκες, ένα βωμό και άφθονο κρασί. Ο χώρος αυτός δεν είχε πόρτα, ούτε κάποια φανερή είσοδο. Βρισκόταν πίσω από ένα τοίχο, που άνοιγε με ένα αρκετά περίπλοκο μηχανισμό από εντοιχισμένες ράγες και τροχαλίες τον οποίο έθετε σε κίνηση ένας μικρός πίνακας με κουμπιά. Μόνο ο Ματιέ γνώριζε το συνδυασμό ασφαλείας. Το μικρό αυτό μυστικό το γνώριζε ο Ντανιέλ, αφού ο ίδιος ο Ματιέ, προχωρώντας σε μια κίνηση εμπιστοσύνης προς αυτόν, του το είχε αποκαλύψει, χωρίς όμως ποτέ να τον προσκαλέσει εκεί.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ κοιτούσε τώρα το Ματιέ και ήταν απόλυτα σίγουρος για το ότι έπρεπε να τον τιμωρήσει, να τον κάνει να δει με τα ίδια του τα μάτια την ποταπότητά του, την οικτρή ρηχότητα της ζωής του. Πώς, όμως, μπορούσε να πετύχει κάτι τέτοιο; Έπρεπε το δίχως άλλο να καθίσει και να το σκεφτεί, να αποφασίσει μες στα λίγα διαθέσιμα λεπτά που ο σωματέμπορας θα βρισκόταν στο ιατρείο του, γιατί αν δεν προλάβαινε, το θύμα του θα γλίτωνε την τιμωρία και ο ίδιος θα έχανε το στοίχημα με την προσωπική του Ελευθερία. Δεν είχε χρόνο… έπρεπε να βιαστεί.&lt;br /&gt;Είχε βάλει στόχο να σπάσει τα δεσμά των εξαρτήσεών του, να επιβιβαστεί στο μικρό μονοκάταρτο πλοιάριο και να πλεύσει προς την απόλυτη ελευθερία, προς τη δική του Άβαλον, τη δική του Νήσο των Μακάρων… Ήθελε να εξαϋλωθεί, να εξαγνιστεί, να πετάξει μακριά από τον κόσμο που τόσο τον είχε απογοητεύσει. Όλες οι ανάρμοστες πράξεις που είχε κάνει στη διάρκεια της ημέρας, μοναδικό σκοπό είχαν να διαρρήξουν τις αλυσίδες που τον έδεναν στη στέρφα γη της καθημερινότητας. Βασιζόμενος στο ακαθόριστο συναίσθημα του ανεπανάληπτου των πράξεων, του αδύνατου της επαύριον, συναίσθημα που κάποια αόρατη δύναμη του είχε φυτέψει την ημέρα των γενεθλίων του, ένιωθε πλέρια το χρέος για μετάβαση σε μια άλλη σφαίρα πραγματικότητας, σε μια σφαίρα μεταφυσική.&lt;br /&gt;Άραγε, ήταν όλα αυτά σωστά; Μήπως υπέπεφτε στο μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής του; Μήπως λάθευε οικτρά θέτοντας ως μοναδικό στόχο του να σπάσει τα δεσμά που τον έδεναν μ’ αυτή τη ζωή; Κι αν ερχόταν το αύριο; Κι αν το αύριο τον πρόφταινε πριν εκείνος εξαϋλωθεί; Τότε τι θα έκανε; Πού θα έτρεχε να κρυφτεί; Ποιος απ’ όσους είχε αδικήσει μες σε μία και μόνη ημέρα θα τον έστεργε; Και ποια εχέγγυα είχε για να πιστεύει πως η απόλυτη ελευθερία έπρεπε να αποτελέσει τον τελικό του στόχο; Ποιος τον είχε διαβεβαιώσει για κάτι τέτοιο; Κι αν ο στόχος έπρεπε να στραφεί προς την ευτυχία, προς τη μακαριότητα με τη μεταφυσική της έννοια; Είναι η ελευθερία κλίμακα προς την ευτυχία; Αν η ελευθερία δεν οδηγεί στην ευτυχία γιατί να αποτελεί τον υπαρξιακό στόχο του Ντανιέλ; Αν αυτό ισχύει, τότε κανείς δεν πρέπει να την επιδιώκει, κανείς να μην ασχολείται μ’ αυτή. Τότε πρόκειται για μια έννοια πιότερο χιμαιρική. Ελευθερία έχει μονάχα ο Άνθρωπος, γιατί μπορεί να διαλέξει να κάνει είτε το καλό είτε το κακό. Αντίθετα, ο Θεός κι ο Διάβολος είναι η απόλυτη απόδειξη ανελευθερίας. Ο Πρώτος είναι αναγκασμένος να κάνει πάντα το καλό• ο δε Δεύτερος πάντα το κακό. Ο ένας υπάρχει γιατί υπάρχει ο άλλος. Και οι δυο τους υπάρχουν γιατί υπάρχει ο Άνθρωπος.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ τίναξε το κεφάλι του για να αποδιώξει τις αμφιβολίες που ξεπετάγονταν σαν τις κάμπιες από τα κουκούλια τους. Το σχέδιο που είχε καταστρώσει θα προχωρούσε και θα υλοποιούνταν δίχως καθυστερήσεις και δευτερογνωμίες: την τελευταία στιγμή της ζωής του θα αποκτούσε την απόλυτη Ελευθερία, θα γινόταν κοινωνός της. Είτε κάποιος πιστεύει στο Θεό, είτε στο Σατανά είναι το ίδιο ανελεύθερος και ανολοκλήρωτος. Ο Ντανιέλ δε θα υπέκυπτε στον πειρασμό να πάρει το μέρος του Καλού ή του Κακού. Πρόκειται για έννοιες που χειραγώγησαν την ανθρωπότητα από τις καταβολές της και τη βούτηξαν στο τέλμα. Την επαύριο θα μπορούσε η κοινωνία να συνεχίσει το κύλισμά της στον ίδιο βούρκο, δίχως όμως τον Ντανιέλ. Οπωσδήποτε χωρίς εκείνον…&lt;br /&gt;- Ντανιέλ, είσαι καλά; Πού τρέχει ο νους σου;&lt;br /&gt;Περιφερόμενος στις τροχιές των τρελών του σκέψεων, ο Ντανιέλ είχε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα και είχε απομείνει ακίνητος να θωρεί με αδειανό βλέμμα τον Ματιέ.&lt;br /&gt;- Συμβαίνει κάτι; Τι έχεις;&lt;br /&gt;Ο Ματιέ επέμενε, ώσπου κατάφερε να συνεφέρει το Ντανιέλ από τον οργασμό των συνειρμών.&lt;br /&gt;- Νόμισα προς στιγμήν πως, ενώ με κοιτούσες επίμονα, δε με έβλεπες.&lt;br /&gt;- Μην ανησυχείς, δεν έχω τίποτα.&lt;br /&gt;- Α, μα εσύ θέλεις κάτι για να έρθεις στα πάνω σου! Στάσου να σκεφτώ… Προσποιήθηκε αποτυχημένα το στοχαστικό ύφος, αφού αυτό που ήθελε να πει το ήξερε ήδη και εδώ και μερικά λεπτά αδημονούσε να το μοιραστεί με το γιατρό του. Έβγαλε ένα επιφώνημα και είπε: Εύρηκα! Άκουσε, λοιπόν: Είναι δυο ξανθιές και περπατούν στο δρόμο. Σε κάποια στιγμή η μία γυρνά στην άλλη και της λέει…&lt;br /&gt;- Ωχ, σταμάτα! Δε θέλω να ακούσω άλλο ανέκδοτο για ξανθιές. Ο Ντανιέλ προσποιήθηκε ύφος μάρτυρα που υπέφερε.&lt;br /&gt;- Καλά, δε συνεχίζω. Αλλά έχω να σου πω κάποια ευχάριστα νέα που ίσως σου φτιάξουν το κέφι περισσότερο από ότι το ανέκδοτο με τις ξανθιές.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ δεν ήξερε πού το πήγαινε, μα τον προέτρεψε να πει αυτό που είχε να πει. Προπαντός έπρεπε να κερδίσει χρόνο για να ορίσει την τιμωρία που θα επέβαλλε σ’ αυτό το άθλιο υποκείμενο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε καταλήξει σε κάτι καλό και είχε αρχίσει να απελπίζεται.&lt;br /&gt;- Ξέρεις, θα πουλήσω το πρώτο μαγαζί μου, το παλιότερο.&lt;br /&gt;- Αλήθεια;&lt;br /&gt;- Ναι. Θα το πουλήσω. Οι καιροί άλλαξαν και νομίζω πως οι δυνατότητές του είναι περιορισμένες πλέον.&lt;br /&gt;- Δηλαδή, σκέφτεσαι να αποσυρθείς σιγά–σιγά από αυτές τις δραστηριότητες;&lt;br /&gt;- Απεναντίας. Έχω ήδη ξεκινήσει την κατασκευή ενός άλλου μαγαζιού. Όταν ολοκληρωθεί θα εντυπωσιάσει τους πάντες! Κανείς ως τώρα δεν έχει κάνει κάτι ανάλογο. Είναι πρωτοποριακό, ιδιοφυές! Θα το δεις…&lt;br /&gt;Άρχισε να του περιγράφει το μαγαζί που θα έφτιαχνε και όλες τις νέες, απίθανες δυνατότητες που αυτό θα προσέφερε στο φιλοθεάμον κοινό της πόλης. Μιλούσε με πάθος σα να ήταν να εξιστορούσε το πιο απίστευτο ανδραγάθημα στην παγκόσμια ιστορία. Ο Ντανιέλ τον άκουγε και το μίσος του για ‘κείνον γιγαντωνόταν, θέριευε. Όσο περισσότερα έλεγε ο Ματιέ, τόσο γινόταν μικρότερος, ασήμαντος, νάνος στα μάτια του. «Αν τον σκότωνα δε θα έκανα κακό μεγαλύτερο απ’ όσο αν ποδοπατούσα μια γλοιώδη σαύρα», σκέφτηκε με αληθινό μένος. Μια αναγούλα τάραξε τα σωθικά του και αυτό το πρωτόφαντο αντανακλαστικό τον ικανοποίησε γιατί έδειχνε πως εκείνος ολοένα ανέβαινε τα σκαλιά της ανωτερότητας, ενώ ο αντιπαθέστατος άντρας απέναντί του ολοένα και κατέβαινε με προορισμό το άπειρο τίποτα. Ωστόσο έμενε ακίνητος και επιμελώς απαθής να τον κοιτά με προσποιητή προσοχή. Όταν ο Ματιέ απόσωσε με τη θριαμβολογία του, εκείνος το μόνο που είπε ήταν ένα «μπράβο». Ο Ματιέ σάστισε με την απάθεια και την ψυχρότητα του γιατρού του. Θα ορκιζόταν πως ήταν άρρωστος, αφού δεν τον ενδιέφερε το θέμα. Έκανε τότε μια ύστατη απόπειρα να εντυπωσιάσει το φίλο του και να τον φέρει στα συγκαλά του.&lt;br /&gt;- Σου έχω μια έκπληξη για το βράδυ…&lt;br /&gt;- Θα μου την πεις;&lt;br /&gt;- Ναι!&lt;br /&gt;- Μα, τότε τι έκπληξη θα είναι; Ο Ντανιέλ τον ειρωνευόταν, έπαιζε μαζί του.&lt;br /&gt;- Όταν λέω «έκπληξη», εννοώ κάτι που δεν το περίμενες. Ο Ματιέ δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία του. Μπορούσε να υπομένει τα ειρωνικά σχόλια μέχρι που ο συνομιλητής του να βαρεθεί και να σταματήσει. Αυτό το χαρακτηριστικό εμφανιζόταν μόνο απέναντι σε όσους σεβόταν και τον είχε σώσει πολλές φορές από τις κακοτοπιές. Απέναντι, όμως, σε όσους δε σεβόταν, δεν ήταν διατεθειμένος να ανεχτεί ούτε μύγα στο σπαθί του.&lt;br /&gt;- Εντάξει, λοιπόν, σε ακούω…&lt;br /&gt;- Θυμάσαι τη μυστική ιδιωτική αίθουσα στο νεότερο από τα τρία μαγαζιά μου; Θυμάσαι που σου είχα μιλήσει γι αυτή; Ο Ντανιέλ ένευσε καταφατικά. Τη θυμόταν. Ο Ματιέ ενθαρρυμένος συνέχισε: Απόψε, λοιπόν, την έκλεισα αποκλειστικά για σένα και τη Σιμών. Είναι όλη δική σας. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε όλες τις δυνατότητες που μπορεί να παρέχει. Αν το θελήσετε, θα έχετε και τρεις από τις πιο διαλεκτές κοπέλες. Τις έχω ενημερώσει από χθες για την περίπτωση. Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται;&lt;br /&gt;Ο Ματιέ τον κοίταξε θριαμβευτικά. Αν ακόμη κι αυτό δεν προκαλούσε ενθουσιασμό στο γιατρό του, ε τότε, σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Ντανιέλ τα έχασε προς στιγμή. Πόσες και πόσες φορές δεν φαντασιωνόταν τον εαυτό του μες σ’ εκείνη την αίθουσα. Στο νου του ξεπήδησαν αμέτρητες δυνατότητες αισθησιασμού. Θα ζούσε, λοιπόν, ένα αληθινό ρωμαϊκό όργιο, μια διονυσιακή τελετή; Πόσες κοπέλες είπε πως θα τους παραχωρούσε; Τρεις; Άκουσε καλά; Μα, αυτό ήταν από τα άγραφα! Ήταν η τελευταία ελπίδα σωτηρίας της ημιθανούς σεξουαλικότητάς του. Πώς θα το έπαιρνε, άραγε η Σιμών; Θα το δεχόταν; Αναθυμήθηκε το δυσάρεστο τέλος που είχε το παιχνίδι τους με την πόρνη. Τότε του είχε αποκλείσει οποιαδήποτε παρόμοια εμπειρία στο μέλλον. Τα μάτια του άστραψαν αντανακλώντας τις φλόγες που έκαιγαν την ψυχή του.&lt;br /&gt;Έξαφνα, όμως, συνήλθε από το ντελίριο της φαντασίας. Όλα αυτά ήταν ένας πειρασμός… ο τελευταίος πειρασμός. Όχι, δε θα ενέδιδε τώρα. Είχε φτάσει πολύ μακριά για να γυρίσει πίσω εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει το ίδιο εκείνο πρωί. Δε θα πρόδιδε το σκοπό στον οποίο είχε ταχτεί. Η Ελευθερία πάνω απ΄ όλα!&lt;br /&gt;- Σ΄ ευχαριστώ για την πρόσκληση, μα δε θα μπορέσω να έρθω… απάντησε χαιρέκακα, κοιτάζοντας καταπρόσωπο το Ματιέ για να απολαύσει κάθε αδιόρατη σύσπαση απογοήτευσης. Είχε μόλις ανακαλύψει ένα καινούργιο παιχνίδι και βάλθηκε να το παίζει. Ο Ματιέ σκυθρώπιασε.&lt;br /&gt;- Φίλε μου, με βρίσκεις απροετοίμαστο για μια τέτοια αντιμετώπιση. Δε σε καταλαβαίνω, αλήθεια.&lt;br /&gt;- Ο λόγος είναι απλός, Ματιέ. Εγώ και η Σιμών χωρίσαμε. Έχουν όλα τελειώσει αναμεταξύ μας. «Θέλω να δω τώρα τι θα πεις πονηρό ανθρωπάριο…»&lt;br /&gt;Ο Ματιέ γούρλωσε τα μάτια του έκπληκτος. Άλλο πάλι και τούτο! Τι παράξενο παιχνίδι του επιφύλασσε πάλι αυτός ο σατανάς;&lt;br /&gt;- Μιλάς σοβαρά; Το εννοείς αυτό που λες;.. Όχι, δε σε πιστεύω… Γέλασε, δείχνοντας πως είχε καταλάβει το αστείο και δεν επρόκειτο να πιαστεί κορόιδο.&lt;br /&gt;- Είτε με πιστεύεις, είτε όχι, αυτή είναι η πικρή αλήθεια… Ο Ντανιέλ απορροφήθηκε στο πρόσωπο του αντιπάλου του, μελετώντας κάθε ελάχιστη κίνηση πάνω σ΄ αυτό.&lt;br /&gt;- Μα είναι πολύ ωραία γυναίκα… άφησε την παρορμητική φράση να σβήσει σαν ηχώ γιατί κατάλαβε πως είχε εκτεθεί με την αντίδρασή του.&lt;br /&gt;Η αλήθεια είναι πως από καιρό καλόβλεπε τη γυναίκα αυτή. Του άρεσε η ευπρέπεια του παρουσιαστικού της, η εκλεπτυσμένη ομορφιά της, ο χαρακτήρας της. Μπορεί να είχε γνωρίσει πάμπολλες γυναίκες στη ζωή του λόγω της δουλειάς του, μα καμία δεν είχε καταφέρει να τον συγκινήσει. Ήταν όλες τους φτηνές και ρηχές, άχαρα πορνίδια που λυσσούσαν για χρήμα και ετοιμοπαράδοτη ευτυχία. Δεν κυνηγούσε, πλέον, την εξωτική ομορφιά, την αψεγάδιαστη κορμοστασιά• εξάλλου αυτά τα είχε χαρεί και με το παραπάνω και τα είχε μπουχτίσει. Ήταν πενήντα χρονών και αυτό που αποζητούσε ήταν μια ωραία και ευγενική γυναίκα στο πλάι του. Μια τέτοια γυναίκα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Σιμών. Του έλεγε, άραγε αλήθεια ο Ντανιέλ; Μήπως του είχε στήσει κάποια γελοία φάρσα;&lt;br /&gt;- Σίγουρα είναι άλλη μια από τις γνωστές σου φάρσες, αποφάνθηκε φωναχτά. Αυτή τη φορά δε θα το χάψω. Ποτέ δε δείχνατε να έχετε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα εσείς οι δυο. Πάντα σας θεωρούσα το ιδανικό ζευγάρι…&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ δεν απάντησε. Δεν επιβεβαίωσε, μα ούτε και διέψευσε τα σχόλια του Ματιέ, παρά αρκέστηκε να κάθεται πίσω από το γραφείο του και να τον κοιτά σιβυλλικά. Το μόνο που του έλειπε ήταν τα φύλλα δάφνης και το τρίποδο…&lt;br /&gt;- Δηλαδή, θέλεις να μου πεις πως... αλήθεια χωρίσατε;&lt;br /&gt;- Νομίζω πως τα λόγια μου ήταν ξεκάθαρα.&lt;br /&gt;Του Ματιέ του ξέφυγε ένα πονηρό γελάκι.&lt;br /&gt;- Στοιχηματίζω πως εκείνη σε παράτησε… Ίσως βρήκε άλλον… τα λέω σωστά;&lt;br /&gt;- Μην είσαι τόσο απλοϊκός, Ματιέ, έκανε με έκδηλη αηδία και αγανάκτηση ο Ντανιέλ. Ούτε αυτή ήταν που με παράτησε, ούτε και βρήκε κάποιον άλλο. Οι υπόλοιπες λεπτομέρειες ανήκουν στην απαράβατη σφαίρα των προσωπικών δεδομένων και δεν έχεις το παραμικρό δικαίωμα να ρωτήσεις σχετικά. Αν, από την άλλη, λαχταράς τόσο πολύ να γίνεις κοινωνός των ερωτικών μας προβλημάτων και αν η Σιμών είναι τόσο ξεπεσμένη ηθικά για να σου εξηγήσει, τότε θα σου πρότεινα να απευθυνθείς σ’ εκείνη.&lt;br /&gt;Ο Ματιέ έδειξε να έχει πέσει σε μεγάλη περισυλλογή. Είχε ρίξει το βλέμμα στα πλακάκια του πατώματος, σα να πρόβαλλε πάνω στην επιφάνειά τους όλες του τις σκέψεις. Πέρασαν κάμποσα κωμικά δευτερόλεπτα. Έπειτα, ξεκόλλησε το βλέμμα του από τα πλακάκια και το έριξε πάνω στον Ντανιέλ.&lt;br /&gt;- Πιστεύω πως έκανες μεγάλο λάθος, φίλε.&lt;br /&gt;- Δικαίωμά σου.&lt;br /&gt;- Η Σιμών είναι πολύ επιθυμητή γυναίκα… πίστεψέ με. Τα είπε αυτά δίχως να φοβάται μήπως ο Ντανιέλ τον παρεξηγούσε. Διόλου δεν τον ένοιαζε. Στη ζωή του ως τα τώρα είχε μάθει πως όταν κανείς βάζει τη φιλία πάνω από το προσωπικό κέρδος είναι σα να υπογράφει συμβόλαιο με τη δυστυχία. Αν, λοιπόν, υπήρχε περίπτωση να έχει τη δική του ευκαιρία με τη Σιμών, τότε δε θα δίσταζε να διαγράψει με μια μονοκοντυλιά και δίχως πολλή σκέψη τη φιλία του με το Ντανιέλ.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ προχώρησε το παιχνίδι που είχε αρχινίσει ένα βήμα πιο πέρα.&lt;br /&gt;- Αν το βλέπεις έτσι πάρ’ την εσύ. «Κακόμοιρε…» Οι ειρωνείες του δεν είχαν τελειωμό.&lt;br /&gt;Ο Ματιέ τον κοίταξε στην αρχή σοβαρά. Έπειτα, όμως, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.&lt;br /&gt;- Άντε να χαθείς! «Σίγουρα αυτός ο γιατρός είναι πολύ χιουμορίστας», σκέφτηκε. Ωστόσο δεν έβγαλε από το νου του τη Σιμών. Έπρεπε να σκεφτεί το θέμα ενδελεχώς και σε όλες του τις λεπτομέρειες. Θα το έκανε αργότερα, όταν θα επέστρεφε στο πολυτελές διαμέρισμά του, εκεί όπου θα είχε όλη την άνεσή του…&lt;br /&gt;Στο άκουσμα του τρανταχτού, θρασύτατου γέλιου του Ματιέ, ο Ντανιέλ συνειδητοποίησε πως η κατάσταση άρχιζε να ξεφεύγει από τον έλεγχο και να παίρνει επικίνδυνη τροπή, εξοκέλλοντας προς τον αποτροπιαστικό τραγέλαφο. Δε μπορούσε να βλέπει αυτό το σίχαμα να του γελά κατάμουτρα. Όχι μόνο είχε χαρεί στην ιδέα του χωρισμού τους, αλλά δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει. Ήταν ολοφάνερο πως εκείνος ο άτιμος πίστευε ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει με αξιώσεις μια θέση στην πανάκριβη καρδιά της Σιμών του. Δεν περίμενε, εξάλλου, κάτι καλύτερο από ένα φίδι σαν κι εκείνον.&lt;br /&gt;Στο εκτροχιασμένο του μυαλό εισέβαλαν κατά χιλιάδες οι αναμνήσεις των όσων είχε ζήσει μαζί με τη Σιμών, τη δική του Σιμών, που από ένα καπρίτσιο της άσπλαχνης μοίρας έμελλε να αποχωριστεί με τον πιο σκληρό τρόπο. Άλλωστε, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Οι ώρες του ήταν μετρημένες. Από την άλλη, όμως, δε μπορούσε να ανεχτεί τις δακρύβρεχτες λύσεις των ρομαντικών ιστοριών αγάπης των κινηματογραφικών ταινιών. Όχι, δε μπορούσε να κάνει τίποτε διαφορετικό απ΄ αυτό που είχε κάνει. Το τέλος που είχε διαλέξει για τη σχέση τους ήταν ό,τι καλύτερο και για τους δυο τους. Αν και παραδεχόταν πως η όλη του συμπεριφορά απέναντί της ήταν αποκύημα στιγμιαίων σαδομαζοχιστικών διαθέσεων που τον κυρίευαν σ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας εκείνης, εντούτοις, συνειδητοποιούσε μεθεόρτια πως ο τρόπος που είχε επιλέξει να την απωθήσει δεν θα μπορούσε να είναι και πολύ διαφορετικός. Ήταν η μοναδική λύση που θα του χάριζε την πολυπόθητη ελευθερία, ενώ ταυτόχρονα έδινε στη Σιμών τη δυνατότητα να του καταλογίσει όλη την ευθύνη, χωρίς να νιώσει ότι η ίδια έφταιξε στο ελάχιστο. Μια σοφή παροιμία λέει πως αν δε μπορείς να επαινέσεις μια νοικοκυρά για τα φαγητά και τις φροντίδες της, προσπάθησε να φανείς όσο το δυνατό περισσότερο αγενής μαζί της, για να της δώσεις το δικαίωμα να μπορεί έπειτα να σε κακολογεί.&lt;br /&gt;Τα γέλια σταμάτησαν και στο δωμάτιο κυριάρχησε η σιωπή. Κανείς από τους δύο δε μιλούσε, θαρρείς πως είχαν ξεχάσει και οι δύο το λόγο που ο Ματιέ ήταν εκεί. Ο Ντανιέλ βάλθηκε να κοιτάζει την αναμμένη οθόνη του υπολογιστή. Ένας δείκτης αναβόσβηνε και περίμενε την πληκτρολόγηση κάποιας εντολής. Ασυναίσθητα ο Ντανιέλ πάτησε μερικά πλήκτρα: «Σε μισώ Ματιέ». Πίεσε το κουμπί με την ένδειξη “enter”. Ο υπολογιστής απάντησε: «Bad command or filename». Πληκτρολόγησε πάλι: «Θα σε εκδικηθώ, αλλά δεν ξέρω τον τρόπο». Η απάντηση ήρθε: «Bad command or filename». Ο Ντανιέλ είχε επιδοθεί σε ανώφελη συζήτηση με τον υπολογιστή. Κάθε φορά που έγραφε μια πρόταση και πατούσε το πλήκτρο “enter” η απάντηση στην οθόνη εμφανιζόταν και ήταν νομοτελειακά η ίδια. Το ήξερε πως χαζολογούσε. Ο Ματιέ τον κοιτούσε περίεργος. Μετά από αρκετές ερωταπαντήσεις, ο Ντανιέλ πληκτρολόγησε: «Τι πρέπει να κάνω;» Η απάντηση αυτή τη φορά άργησε, αλλά τελικά εμφανίστηκε στην οθόνη. Προς μεγάλη του έκπληξη διάβασε κάτι αναπάντεχο και απίστευτο: «Καρκίνος». Έμεινε για κάμποση ώρα να κοιτά τη λέξη που είχε σχηματιστεί από εκατοντάδες μικροσκοπικά εικονοστοιχεία. Έπειτα, όλα ξεκαθάρισαν στο νου του και έγιναν διάφανα σαν κρύσταλλο. Μπροστά στα μάτια του υπήρχε η λύση στο πρόβλημά του, το είδος της τιμωρίας που θα επέβαλλε στον Ματιέ Ζιργκόφσκι. Δεν του έμενε άλλο από το να σκεφτεί τις λεπτομέρειες του βασανιστηρίου…&lt;br /&gt;- Πρέπει κάποτε να μπούμε στο θέμα μας, φίλε μου. Είπε αποφασιστικά. Ο Ματιέ, που είχε αποξεχαστεί σκεπτόμενος τη Σιμών, ανοιγόκλεισε τα μάτια σα να τον είχε ξυπνήσει η φράση του γιατρού.&lt;br /&gt;- Ναι… φυσικά. Βγήκαν, λοιπόν, τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας;&lt;br /&gt;- Ναι, βγήκαν. Ο Ντανιέλ πήρε ένα σκεπτικό ύφος που λίγο απείχε από το να μετατραπεί σε περίλυπο και συμπονετικό. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Ένιωσε και μερικές έκτακτες συστολές, μα δεν ανησύχησε• οφείλονταν στον ενθουσιασμό. «Κάνε λίγη υπομονή ψυχή μου και θα δεις πόσο θεόρατος μπορώ να γίνω μπροστά σ΄ αυτό το homunculus!» κραύγασε θριαμβικά εντός του.&lt;br /&gt;- Περίμενε μισό λεπτό. Πάω να φέρω τα φιλμ. Δε θα αργήσω.&lt;br /&gt;Σηκώθηκε από το γραφείο του και βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας το Ματιέ μόνο. Από τη στιγμή που ήρθε στο προσκήνιο το θέμα της ασθένειάς του, ο Ματιέ άρχισε να φοβάται την έλευση της κρίσης. Από τον πολύ φόβο η κρίση τελικά ήρθε και τον κατακεραύνωσε με αλληλοδιάδοχα κύματα αφόρητου πόνου. Μια μεγάλη αρτηρία στο δεξί του κρόταφο έσφυζε και το ομόπλευρο αυτί άρχισε να βουίζει με την ίδια συχνότητα που είχαν και οι σφυγμοί. Έπιασε το κρανίο του με το χέρι και πίεσε δυνατά το σημείο που πονούσε για να ανακουφιστεί κάπως.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ έτρεξε φουριόζος στο γραφείο της Σιμών και της ψιθύρισε στο αυτί:&lt;br /&gt;- Φέρε μου σε παρακαλώ το φάκελο που γράφει το όνομα Λωρίν Μορτέ.&lt;br /&gt;Η Σιμών τον κοίταξε για μια στιγμή και η περιέργεια αστραποβόλησε στα μάτια της.&lt;br /&gt;- Γιατί;&lt;br /&gt;- Βρες τον και φέρ’ τον μου γρήγορα, χωρίς πολλές ερωτήσεις.&lt;br /&gt;Η γραμματέας υπάκουσε και πήγε κοντά σε ένα ψηλό ξύλινο έπιπλο με ντουλάπες. Άνοιξε μία ντουλάπα και άρχισε να ψάχνει με τα δάχτυλά της τους φακέλους. Δεν ήταν εκεί. Άνοιξε ένα άλλο ντουλάπι. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα βρήκε το φάκελο. Τον ξεδιάλεξε και τον παρέδωσε στο Ντανιέλ. Έτσι ανάστατο και αναψοκοκκινισμένο όπως τον είδε ανησύχησε, αλλά δεν είπε τίποτα γιατί οι δυο τους είχαν μπει στο επίκεντρο της προσοχής των ασθενών που περίμεναν τη σειρά τους. Κάποιος ξεφύσηξε όσο μπορούσε πιο ηχηρά για να δηλώσει πως η υπομονή του απείχε πολύ λίγο από το να σωθεί εντελώς. Έπειτα κοίταξε το ρολόι του για να κάνει πιο εμφαντική τη δήλωση αυτή. Η ώρα ήταν επτά και τριάντα πέντε λεπτά.&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ επέστρεψε στο δωμάτιο όπου τον περίμενε ο Ματιέ με πρόσωπο πανιασμένο και χαρακτηριστικά συσπασμένα από τον πόνο. Κάθισε με αργές κινήσεις στην καρέκλα και άνοιξε το φάκελο. Έβγαλε από το εσωτερικό του τα φιλμ και τα αράδιασε στην επιφάνεια του γραφείου. Πήρε στην τύχη ένα και βάλθηκε να το κοιτάζει συνοφρυωμένος. Η έκφρασή του ήταν αρκετή για να κάνει τον Ζιργκόφσκι να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα από την αγωνία. «Καμιά φορά η αναγγελία του θανάτου κάποιου μπορεί να γίνει η μοναδική σωτήρια για την ψυχή του, γιατί ο φόβος του θανάτου είναι ένας οίστρος που δεν αφήνει το οκνό γαϊδούρι να αποκοιμηθεί… Τώρα θα γελάσουμε εν χορώ!» σκέφτηκε ο γιατρός καθώς μελετούσε περισπούδαστα το φιλμ που είχε στα χέρια του. Σούφρωσε τα χείλη και έσμιξε τα φρύδια του σε ένδειξη συγκρατημένης απογοήτευσης. Πόσο καπάτσος αποδεικνυόταν!&lt;br /&gt;- Πονάς αυτή τη στιγμή;&lt;br /&gt;- Ναι, γιατρέ. Πονάω και, μάλιστα, πολύ.&lt;br /&gt;Ήταν ανεπανάληπτη η εμπειρία να βλέπει τόσο φοβισμένο και ανήμπορο έναν άντρα που είχε τέτοια επιρροή στα δημόσια πράγματα, που το όνομά του ήταν τόσο γνωστό στους κοινωνικούς κύκλους της πόλης, που διατηρούσε ένα μικρό στρατό από μπράβους και κάθε λογής τυχοδιώκτες και που από τις αποφάσεις του κρεμόταν το μέλλον δεκάδων καλλιτέχνιδων του αισθησιακού χορού. Ο διαβόητος μαστροπός, Ματιέ Ζιργκόφσκι, ήταν στο έλεός του. «Ω, δύσμοιρε Ματιέ! Ω, τραγικέ γυναικοκατακτητή και γυναικο–δαμαστή! Τι άδοξο και θλιβερό τέλος! Εσύ, που σ΄ όλο τον ένδοξο βίο σου κανείς δε βρέθηκε που να μη σε φοβηθεί και να μη σε θαυμάσει!» Τι κακός που ήταν…&lt;br /&gt;Ή μήπως δεν ήταν κακία; Γιατί να πέσει στην παγίδα να το ονομάσει κακία; Δεν ήταν καθόλου κάτι τέτοιο. Ήταν απλώς η υλοποίηση κάποιας απειροστής έκφανσης της απόλυτης ελευθερίας που τον διακατείχε. Ναι, ήταν ελεύθερος να επικυριαρχεί στο δύστυχο Ματιέ. Ήταν ελεύθερος να έχει τη δύναμη να εκτρέψει τη ζωή ενός ανθρώπου από τα οκνηρά και ρουτινιάρικα μονοπάτια όπου μέχρι πρότινος βάδιζε, προς λεωφόρους λυσσαλέας, ιλιγγιώδους ταχύτητας. Μπορεί η μοιραία διάγνωση να κατέστρεφε την ψυχολογία του συνανθρώπου του, μα θα τον ταρακουνούσε για τα καλά και ίσως στεκόταν αφετηρία για μια νέα αντίληψη και θέαση της ζωής από μέρους του. Άλλωστε, ο Ματιέ με τη ζωή που έκανε ως τότε ήταν ήδη νεκρός. Ήταν ένας από εκείνους τους εκατομμύρια ζωντανούς–νεκρούς που παραφορτώνουν την ανθρωπότητα με άστοχες, ανούσιες και μικρόψυχες πράξεις, συμβάλλοντας μ’ αυτό τον τρόπο στο συμπαντικό χάος. Ακόμη και ο ίδιος ο Ντανιέλ ήταν ως εκείνη την αποκαλυπτική ημέρα ένας τέτοιος νεκρός, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας, μέχρι τη στιγμή που κάποιος διαβολάκος, στα κατάβαθα του «είναι» του, του μίλησε για την Ελευθερία και τον ξύπνησε από τον διαβρωτικό του λήθαργο, σώζοντάς τον. Είχε, πλέον, αρχίσει να απαλλάσσεται αργά αλλά σταθερά από τις αλυσίδες που τον καθήλωναν χειροπόδαρα στην άγονη γη της μετριότητας.&lt;br /&gt;Κι όμως αυτό αποδεικνυόταν μεγαλοφυές! Ο Ντανιέλ ακράγγιζε με τα δάκτυλα του νου του την απόλυτη εξύψωση, την απόλυτη Ελευθερία. Ήταν πλέον ένας θεΐσκος παντοδύναμος και φιλεύσπλαχνος! Ο Ματιέ Ζιργκόφσκι ήταν ένας προ πολλού νεκρός. Τι γίνεται αν σκοτώσεις έναν ήδη νεκρό; Η απάντηση είναι αυτονόητη: Ξαναζεί και μάλιστα με καλύτερους όρους. Ναι, λοιπόν, αυτό ήταν το δώρο του Ντανιέλ για εκείνο τον ανθρωπάκο, το στερνό δώρο πριν διαλυθεί μες στην απόλυτη Ελευθερία… Ωχού, αρκετά με τις γενναιοδωρίες!&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ ένιωσε καταγοητευμένος από τις σκέψεις του. Η καινούργια τροχιά που είχε πάρει αυτόματα ο συλλογισμός του τον απάλλαξε από τις τύψεις για το μεγάλο κακό που είχε σκοπό να κάνει στο δύστυχο Ματιέ. Κορόιδευε τον εαυτό του, χωρίς να έχει καμιά επίγνωση του τραγικού σφάλματος που θα έκανε σε λίγο…&lt;br /&gt;- Λοιπόν, γιατρέ; Τι έχω;&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ δεν απάντησε. Περιορίστηκε στην έκφραση της λύπης.&lt;br /&gt;- Θα με σκάσεις έτσι που πας!&lt;br /&gt;Ο Ματιέ δε μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο. Στο πρόσωπο του γιατρού έβλεπε ξεκάθαρα πως τα αποτελέσματα της εξέτασης ήταν δυσάρεστα, χωρίς να φαντάζεται, όμως, μέχρι ποιο βαθμό…&lt;br /&gt;- Έλα πιο κοντά να σου δείξω, του είπε επιτέλους ο γιατρός.&lt;br /&gt;Ο Ματιέ πλησίασε διστακτικά. Κοίταξε το μεγάλο φιλμ με προσοχή, μα δε μπορούσε να πει τι ήταν αυτό που έβλεπε. Τότε ο Ντανιέλ του έδειξε με το δάχτυλο μια από τις πολλές τομές του εγκεφάλου.&lt;br /&gt;- Το βλέπεις αυτό;&lt;br /&gt;- Ποιο ακριβώς; Μισόκλεισε τα βλέφαρα και κοίταξε επίμονα το υποδεικνυόμενο σημείο.&lt;br /&gt;- Αυτό εδώ το στρογγυλό μόρφωμα… το βλέπεις;&lt;br /&gt;- Ναι, το βλέπω. Τι είναι;&lt;br /&gt;- Κάθησε, σε παρακαλώ.&lt;br /&gt;Ο Ματιέ υπάκουσε. Τώρα πια ήταν στο έλεός του γιατρού. «Τι έχω Θεέ μου; Γιατί δε μου το λέει μια κι έξω να ξεμπερδεύουμε;» Παρόλες τις μαύρες σκέψεις, μια αχνή αχτίδα ελπίδας είχε απομείνει εντός του. Κανείς άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει δίχως μια τέτοια λεπτή αχτίδα. «Ίσως να μην είναι κάτι πολύ σοβαρό. Φυσικά και είμαι άρρωστος, αλλά δεν είμαι και του θανατά…» Η ελπίδα σιγόκαιγε. Θα έσβηνε ολότελα σε λίγο…&lt;br /&gt;- Δεν ξέρω πως να στο πω, φίλε μου. Κάτι τέτοιες στιγμές εύχομαι να μην είχα γίνει ποτέ μου γιατρός… Όμως, είμαστε μεγάλοι άντρες. Καταλαβαίνεις πως δεν αρμόζουν σε μας κλαψουρίσματα και υστερικά γυναικεία ξεσπάσματα. Πρέπει να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων και της αξιοπρέπειάς σου…&lt;br /&gt;Ο Ματιέ απέναντί του τα είχε ολότελα χαμένα. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει και είχε γίνει κάτωχρος. Ήξερε. Δεν χρειαζόταν να συνεχιστεί άλλο αυτό το τραγελαφικό πρελούδιο. Η λέξη «μόρφωμα», που στριφογύριζε στο μυαλό του όλη κείνη την ώρα, συνδυάστηκε τελικά με μια άλλη λέξη, την πιο ζοφερή απ’ όλες όσες ήξερε: «καρκίνος». Τα μέλη του μούδιασαν και το στόμα του το ίδιο… και ήταν ανίκανος να αρθρώσει την παραμικρή λέξη… να πει πως κάθε περαιτέρω συζήτηση ήταν πέρα ως πέρα περιττή και άχρηστη. Πέθαινε… ήταν ήδη νεκρός… Είχε καρκίνο στον εγκέφαλο, ένα σιχαμερό όγκο, μια μάζα που ο μόνος σκοπός για τον οποίο υπάρχει είναι η σταδιακή εξάπλωση και διήθηση όλων των γειτονικών υγιών ιστών. Σίγουρα είχε κάνει μεταστάσεις και αλλού, σ΄ όλο του το κορμί. Δεν υπήρχε όργανο που να μην είχε μολυνθεί. Ο Ματιέ ένιωσε σαν ένα σακούλι γεμάτο σκουλήκια. Κάθε μετάσταση και ένα σκουλήκι. Σιχάθηκε το σώμα του, το ένιωσε ξένο. Βρωμούσε, ήταν αηδιαστικός. Και ο εγκέφαλός του; Γι αυτόν ούτε συζήτηση. Μες στο κρανίο του είχε φυτρώσει μια αποτροπιαστική, ανατριχιαστική μάζα, μια μπάλα θανάτου που κλωτσούσε το υγιές παρέγχυμα του εγκεφάλου του και πυροδοτούσε χιλιάδες εκρήξεις πόνου. Πετάχτηκε ολόρθος από την πολυθρόνα όπου καθόταν. Ακούμπησε με τεντωμένα χέρια στο γραφείο του γιατρού. Ήθελε να πιαστεί από κάτι σταθερό, να στηρίξει εκεί το βάρος του. Κοίταξε στα μάτια το Ντανιέλ και το βλέμμα του ήταν παρακλητικό. Επαιτούσε, ζητιάνευε μια διάψευση. Η ελάχιστη αχτίδα φωτός εντός του υπήρχε ακόμη, δεν είχε χαθεί. Το σκοτάδι δεν τον είχε κυριεύσει εντελώς.&lt;br /&gt;- Τι έχω Ντανιέλ; Πες μου!!&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ, παρά το μίσος και το αμετάκλητο της απόφασής του για τιμωρία, λύγισε. Προσπάθησε να αποφύγει το τρελό βλέμμα του Ματιέ, κοιτάζοντας τα φιλμ πάνω στο γραφείο. Λίγες στιγμές ακόμη να περνούσαν και δε θα του ήταν μπορετό να συνεχίσει τη φάρσα. Έπρεπε να το πει εκείνη τη στιγμή. Την απόφαση την είχε πάρει• γιατί, λοιπόν, δίσταζε; Τι είχε απογίνει όλο εκείνο το μίσος που έτρεφε εναντίον του ταλαίπωρου κυρίου Ζιργκόφσκι; Μήπως, άραγε, είχε σφάλει στις εκτιμήσεις του; Μήπως είχε υποπέσει σε υπερβολικά αρνητικά συναισθήματα και όφειλε να μετριάσει την έντασή τους; Μήπως, τελικά ο Ματιέ δεν ήταν και τόσο κακός άνθρωπος; Σε τι του είχε φταίξει; Δεν του είχε φταίξει προσωπικά σε τίποτα. Ήταν ένας παραπλανημένος άνθρωπος. Οι δύσκολες συνθήκες τον είχαν μετατρέψει σ΄ αυτό που ήταν: ένα ανδρείκελο. Έπειτα θυμήθηκε την αντίδραση του μαστροπού στο άκουσμα του χωρισμού του από τη Σιμών. «Τι τραγική ειρωνεία… λίγα λεπτά πριν φανταζόταν πως θα μπορούσε να κάνει δική του τη Σιμών μου. Τώρα βάζω στοίχημα πως την έχει παντελώς ξεχάσει».&lt;br /&gt;- Ντανιέλ, πες μου!! Έχω καρκίνο;!&lt;br /&gt;Ο Ματιέ άρπαξε το γιατρό από τους ώμους με τα τρεμάμενα χέρια του, τα άλλοτε τόσο στιβαρά και σταθερά, και βάλθηκε να τον ταρακουνά. Ζητούσε μια απάντηση. Ποθούσε την καταδικαστική απόφαση, την αμετάκλητη ετυμηγορία. Για τον Ντανιέλ δεν είχε απομείνει πια τίποτα από την πρωτινή άγρια χαρά της εκδίκησης, παρά μονάχα μια πικρή γεύση. Είχε στα χέρια του μια ζωή, μια ανθρώπινη ζωή και μπορούσε με ένα φύσημα να τη διαλύσει, να τη σκορπίσει στους πέντε ανέμους. Τι περίμενε; Όταν ο άνθρωπος γεννιέται κλαίει. Από ‘κει και ύστερα, ή θα συνεχίσει να κλαίει, ή θα κάνει τους άλλους να κλαίνε. Ο Ντανιέλ ως τα τώρα ήταν από εκείνους που έκλαιγαν. Από εκείνη την ημέρα και στο εξής θα έκανε τους άλλους να κλαίνε…&lt;br /&gt;- Ναι.&lt;br /&gt;Στο άκουσμα της μιας και μοναδικής αυτής λέξης, το μυαλό του Ματιέ άδειασε ολότελα, εκκενώθηκε από τα πάντα. Το «ναι» αυτό έκλεισε και την τελευταία τρύπα απ΄ όπου ξεπηδούσε η μικρή αχτίδα ελπίδας. Βυθίστηκε στο απόλυτο σκοτάδι, ένα πισσωμένο σκότος που διείσδυσε στα μάτια του και τα πλημμύρισε με κενότητα. Και έπειτα το σκοτάδι έφυγε όπως ήρθε, σαν αέρινος πέπλος. Και τότε χιλιάδες εικόνες τον κατέκλυσαν• εικόνες που ξεπήδησαν μια για πάντα από τη μνήμη του και που δε θα επέστρεφαν ποτέ πια πίσω στις μνημονικές αποθήκες, όπως οι σταγόνες χυμού που διασκορπίζονται τριγύρω καθώς ποδοπατά κανείς με δύναμη ένα πορτοκάλι και το καταστρέφει. Είδε τα μαγαζιά του, τις ερωμένες του, τους φίλους και τους εχθρούς, τα μεγαλεπήβολα σχέδια που κατέστρωνε τον τελευταίο καιρό. Όλα τα είδε σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και για στερνή φορά.&lt;br /&gt;Η τελευταία εικόνα που χαράχτηκε ανεξίτηλα στην ψυχή του, που φτερούγιζε κιόλας για άλλους τόπους, ήταν το πρόσωπο του Ντανιέλ, του φίλου του. Αυτή την εικόνα την πήρε μαζί του κι έφυγε…&lt;br /&gt;Να, λοιπόν, που μια και μόνη λέξη μπορεί να ρίξει έναν άνθρωπο νεκρό, πιο γρήγορα κι από μια σφαίρα!&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ έμεινε για πέντε δευτερόλεπτα να κοιτά το πεσμένο καταγής πτώμα. Δεν του πέρασε από το μυαλό πως ο Ματιέ είχε πεθάνει. Πίστεψε απλά πως είχε λιποθυμήσει. Πάτησε ένα κουμπί πάνω στο γραφείο του.&lt;br /&gt;Από το ηχείο του συστήματος ενδοεπικοινωνίας η Σιμών άκουσε τη φωνή του Ντανιέλ:&lt;br /&gt;- Σιμών, έλα αμέσως στο γραφείο!&lt;br /&gt;Ένα άσχημο προαίσθημα την κυρίευσε, δίχως να γνωρίζει το γιατί. Δεν σκέφτηκε τίποτα, μήτε αναρωτήθηκε. Πετάχτηκε σα νευρόσπαστο από το γραφείο της και έτρεξε στο εξεταστήριο. Σκόνταψε πάνω στο πτώμα του Ματιέ και αλληθώρισε.&lt;br /&gt;- Κλείσε αμέσως την πόρτα!&lt;br /&gt;Την έκλεισε. Χωρίς να πάρει το τρομοκρατημένο της βλέμμα από το ακίνητο σώμα, φώναξε:&lt;br /&gt;- Ντανιέλ, τι έγινε; Τι έπαθε ο Ματιέ;!&lt;br /&gt;Ο Ντανιέλ έτρεξε κοντά της.&lt;br /&gt;- Μάλλον λιποθύμησε…&lt;br /&gt;- Τι σημαίνει «μάλλον»; Για εκείνη όλα ήταν καθαρά και ξάστερα. Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν είχε σκοντάψει πάνω σε ένα πτώμα. Ντανιέλ, φαίνεται νεκρός…&lt;br /&gt;- Σταμάτησε επιτέλους τις υστερίες. Δεν πεθαίνει έτσι ο κόσμος. Αυτό που θέλω από εσένα είναι να πας γρήγορα να διώξεις όσους περιμένουν για εξέταση. Βρες μια δικαιολογία… πες πως μου έτυχε κάτι σοβαρό. Σύμφωνοι;&lt;br /&gt;Η Σιμών δεν ήξερε τι να απαντήσει. Της φάνηκε τρομερά περίπλοκη και αλλοπρόσαλλη η όλη κατάσταση και δεν είχε το κουράγιο να αντεπεξέλθει. Έτσι, άφησε όλες τις αποφάσεις στο Ντανιέλ. Εκείνος, εξάλλου, ήξερε ακριβώς τι να κάνει. Το ίδιο βιαστικά και αλαφιασμένα όπως είχε μπει, βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Όταν έφυγε και ο τελευταίος ασθενής από το ιατρείο, η Σιμών έκλεισε την εξώπορτα και την κλείδωσε. Έτρεξε προς το εξεταστήριο και άνοιξε διάπλατα τη συρόμενη διαχωριστική πόρτα.&lt;br /&gt;Βρήκε τον Ντανιέλ σκυμμένο πάνω από το πτώμα να κάνει βασική καρδιοαναπνευστική ανάνηψη. Με όλο το βάρος του πίεζε τις παλάμες ενάντια στο στέρνο και σε τακτά χρονικά διαστήματα κολλούσε το στόμα του στο στόμα του πτώματος και φυσούσε μέσα σ΄ αυτό. Η Σιμών έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Η καρδιά της σταμάτησε για λίγο να χτυπά. Τα μάτια της έμοιαζαν να θέλουν να ξεπεταχτούν από τις κόγχες τους. «Θεέ μου! Είχα δίκιο…» Καρφώθηκε στο ίδιο σημείο. Όσο κι αν το ήθελε δε μπορούσε να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Ήταν παράλυτη, τετραπληγική. Διαισθάνθηκε μια αόρατη παρουσία πίσω της, μια κίνηση του αέρα. Να ήταν το φάντασμα του Ματιέ; Μεμιάς όλες οι τριχίτσες του δέρματός της ανασηκώθηκαν και ένα ρεύμα ρίγους τη διαπέρασε σύγκορμη. Σφιχτοσφάλισε τα μάτια για να μην αντικρίσει την αέρινη σιλουέτα του αδικοχαμένου άντρα.&lt;br /&gt;Όταν τα ξανάνοιξε είδε το Ντανιέλ να στέκει ακίνητος και απελπισμένος. Οι προσπάθειες για ανάνηψη είχαν αποτύχει. Μες στο ιατρείο υπήρχε ένα πτώμα.&lt;br /&gt;- Θεέ μου, είναι νεκρός! Νεκρός…!&lt;br /&gt;Στάθηκε αδύνατο να μείνει στηριγμένη στα πόδια της και σωριάστηκε στο πάτωμα. Δεν έχασε, όμως, τις αισθήσεις της. Ο Ματιέ, ο γοητευτικός και καλοστεκούμενος πενηντάρης, που την είχε χαιρετήσει με τόσο μεγάλη ευγένεια και αβροφροσύνη μόλις μισή ώρα πριν, ήταν τώρα νεκρός, ένα άψυχο κορμί, ένα πτώμα… Τι είχε μεσολαβήσει από τότε; Τι είχε φταίξει;&lt;br /&gt;«Είναι νεκρός…» σκέφτηκε ο Ντανιέλ, ενώ παρέμενε γονατισμένος στην ίδια θέση να κοιτά το πτώμα. «Διάβολε! Ποιος θα μπορούσε να το περιμένει πως ένα τέτοιο χοντρόπετσο γουρούνι, ένα τέτοιο παχύδερμο θα αποδεικνυόταν τόσο εύθραυστος; Να πάρει ο διάβολος…!»&lt;br /&gt;Ο Ματιέ είχε φύγει από τη ζωή μια για πάντα. Είχε συγκεντρώσει στη ζωή του τόσα πολλά χρήματα, τόσα πολύτιμα αντικείμενα, αλλά έφυγε τελικά χωρίς αποσκευές, μόνος και γυμνός όπως είχε εμφανιστεί κάποτε σ’ αυτό τον κόσμο. Δεν πρόλαβε να πάρει τίποτα μαζί του. Άφησε πίσω του ορφανά τρία νυχτερινά κέντρα, δεκαέξη σερβιτόρους, είκοσι μπράβους, ένα σωματοφύλακα και εξήντα τρία κορίτσια. Ούτε λίγο ούτε πολύ εκατό άνθρωποι ορφάνεψαν σε μία και μόνη ημέρα…&lt;br /&gt;- Άθλιε! Τέρας! Τι του έκανες… τι του είπες του ανθρώπου; Η υστερική φωνή της Σιμών διαπέρασε τις πόρτες και τους τοίχους. Τα λόγια της μετατράπηκαν σε ακατάληπτο ουρλιαχτό. Κάτι μέσα της τη διαβεβαίωνε πως για όλα έφταιγε ο Ντανιέλ, πως εκείνος ήταν ο μοναδικός υπαίτιος, ο δολοφόνος. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι ακριβώς είχε διαδραματιστεί μες στο γραφείο του, κι όμως υποψιάστηκε, ήξερε με μια απροσδιόριστη, μεταφυσική βεβαιότητα.&lt;br /&gt;Όσο κι αν ένιωθε ελεύθερος, όσο συμφιλιωμένος με το θάνατο κι αν ήταν λόγω του επαγγέλματός του, ο Ντανιέλ τα έχασε ολότελα. Είχε δει πολλούς ασθενείς του να φτάνουν στα τελικά στάδια της αρρώστιας και να πεθαίνουν εξουθενωμένοι και καταρρακωμένοι. Ποτέ, όμως, δεν είχε γίνει ο ίδιος η αιτία του θανάτου κανενός. Ήταν ένας δολοφόνος, ένας στυγνός εγκληματίας. Είχε σκοτώσει ακόμη κι αν δεν είχε τέτοιο σκοπό, ακόμη κι αν δεν είχε κάνει τίποτα περισσότερο από μια άτυχη φάρσα.&lt;br /&gt;Άρχισε να κόβει βόλτες κατά μήκος και κατά πλάτος του διαμερίσματος, από τον ένα τοίχο ως τον άλλο. Τι θα έκανε, τι θα απογίνονταν αυτός και η Σιμών; Τις νευρικές κινήσεις του διέκοψαν έξαφνα δυο χέρια. Γρονθοκοπήματα έπεφταν στο στήθος του, αλλά δεν είχαν τη δύναμη για να τον πονέσουν. Η Σιμών είχε αφηνιάσει. Αφέθηκε παθητικά, χωρίς να προβάλλει την παραμικρή αντίσταση, να παρασυρθεί από το ορμητικό της σπρώξιμο και προσέκρουσε με την πλάτη στον τοίχο. Μικρά, αδύναμα χεράκια τραβούσαν τα μαλλιά του και τον χαστούκιζαν. Όταν συνήλθε από τα απρόσμενα χτυπήματα, άρπαξε με δύναμη τους λεπτούς γυναικείους καρπούς και αιχμαλώτισε τα χέρια της Σιμών. Ένας πίδακας φτυσιάς εκτινάχτηκε τότε στο πρόσωπό του.&lt;br /&gt;- Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια! Πες μου κάθαρμα τι σου έφταιξε και τον σκότωσες! Ομολόγησε!&lt;br /&gt;Χάος και αναταραχή παντού μες στο ιατρείο, στα κορμιά που πάλευαν, στις ψυχές… Έπρεπε να συνέλθει το συντομότερο, να γίνει και πάλι κυρίαρχος των γεγονότων. Ανασυντάχθηκε βιαστικά και άτσαλα.&lt;br /&gt;- Ηρέμησε, σε παρακαλώ, της φώναξε. Εκείνη περιορίστηκε στο να τον κλωτσά ασταμάτητα, αφού τα χέρια της ήταν ανίκανα να ελευθερωθούν από τις αρπάγες του άντρα. Ο Ντανιέλ επανέλαβε την ίδια παράκληση για άλλη μια φορά• για μια τρίτη… και έπειτα για μια τέταρτη φορά. Τα λόγια του δεν είχαν αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα ήρθε μετά από ένα δυνατό χαστούκι. Η Σιμών έμεινε ακίνητη να τον κοιτά με βλέμμα στο οποίο δε μπορούσες να πεις με σιγουριά αν υπήρχε καθαρό μίσος, ή φόβος, ή συμπόνια.&lt;br /&gt;- Άκουσέ με καλά. Θα τηλεφωνήσω να έρθει ασθενοφόρο να τον παραλάβει. Όταν καταφτάσουν οι τραυματιοφορείς δε θα βγάλεις ούτε λέξη. Άσε εμένα να μιλήσω. Σύμφωνοι;&lt;br /&gt;Η Σιμών δεν απάντησε. Ήταν, όμως, σύμφωνη κι αυτό την έκανε να νιώθει συνένοχή του.&lt;br /&gt;- Δε μπορείς να καταλάβεις τι μου συνέβη σήμερα. Ξεκίνησα ένα μακρύ μοναχικό ταξίδι και μου είναι αδύνατο να γυρίσω πίσω. Ένα θα σου πω: Πριν ξημερώσει η επόμενη μέρα θα είμαι παρελθόν… άκουσες; Π α ρ ε λ θ ό ν!&lt;br /&gt;Περίμενε κάποια αντίδραση από την κοπέλα, αλλά τίποτε δε συνέβη. Εκείνη τον κοιτούσε με υγρά, απλανή μάτια, σαν να μην τον έβλεπε. Ένιωσε για πρώτη φορά στη μακρόχρονη σχέση τους πως η Σιμών έβλεπε πέρα από όσα εκείνος ήθελε να της πει, στα απύθμενα βάθη της ταραχώδους ψυχής του, εκεί που δεν είχε καταφέρει να εισδύσει ποτέ κανείς άλλος πέρα από τον ίδιο και… ίσως, εκείνο το μικρό διαβολικό ξωτικό που είχε αποφασίσει να τον ταλαιπωρήσει την ημέρα των γενεθλίων του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ασθενοφόρο κατέφτασε. Οι ομιλίες και τα θορυβώδη βήματα των τραυματιοφορέων απόδιωξαν το φάντασμα του Ματιέ από το ιατρείο. Ο Ντανιέλ έφυγε μαζί μ’ αυτούς και με το πτώμα για το νοσοκομείο, όπου θα έκανε τις απαραίτητες διατυπώσεις και θα υπέγραφε το πιστοποιητικό θανάτου.&lt;br /&gt;Η Σιμών έμεινε τώρα μόνη. Κάθησε ξανά στο μικρό γραφείο της και έκλαψε με την ησυχία της. Όταν τα δάκρυά της στέρεψαν και ανακουφίστηκε, θυμήθηκε κάτι. Άνοιξε ένα μικρό συρτάρι κι έβγαλε από μέσα το δώρο που της είχε δώσει ο Ματιέ. Το ξετύλιξε αργά και αποκάλυψε ένα κουτί κάτω από το ροζ περιτύλιγμα. Μες στο κουτί υπήρχε ένας φάκελος. Τον έσκισε και έβγαλε δυο αεροπορικά εισιτήρια. Στο ένα υπήρχε το όνομα του Ντανιέλ και στο άλλο το δικό της. Ο Ματιέ τους είχε κάνει δώρο ένα ταξίδι στις εξωτικές Μαλβίδες.&lt;br /&gt;Ο μόνος, όμως, από τους τρεις που έμελλε να ταξιδέψει ήταν ο Ματιέ…&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1062684091691044538-8129429064605387555?l=eulogyofchimera.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/feeds/8129429064605387555/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=1062684091691044538&amp;postID=8129429064605387555' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/8129429064605387555'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1062684091691044538/posts/default/8129429064605387555'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://eulogyofchimera.blogspot.com/2008/11/10.html' title='Κεφάλαιο 10'/><author><name>Παναγιώτης Σιμιτσής</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15330781836782875452</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp3.blogger.com/_a0TXxass-DM/R106Y_rFA-I/AAAAAAAAADw/S-8W8EGCmvw/S220/DSC00946.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1062684091691044538.post-4832368074638304425</id><published>2008-11-20T00:14:00.002+02:00</published><updated>2009-07-01T22:41:29.166+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κεφάλαιο 09'/><title type='text'>Κεφάλαιο 9</title><content type='html'>&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;5:00 μ.μ.&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Μόλις είχε μπει στο ιατρείο του. Παρότι ξεκινούσε να δέχεται ασθενείς στις έξη, είχε αποκτήσει από χρόνια το συνήθειο να πηγαίνει μία ώρα νωρίτερα, για να έχει το χρόνο να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του ιατρείου, πίνοντας τελετουργικά με μικρές γουλιές τον καφέ που πάντα τον περίμενε ζεστός και αχνιστός στο γραφείο του, κάτι για το οποίο φρόντιζε επιμελώς η Σιμών. Αφιέρωνε την ελεύθερη εκείνη ώρα στη γρήγορη ανάγνωση άρθρων από το διαδίκτυο, στην αυτοσυγκέντρωση και στη χαλάρωση. Δυστυχώς για τον ίδιο, ήταν από τους ανθρώπους που τίποτα δεν κάνουν αγόγγυστα και που πρέπει πάντα να προετοιμάζουν ψυχολογικά τον εαυτό τους προκειμένου να διεκπεραιώνουν τα καθημερινά, συνήθη καθήκοντά τους.&lt;br /&gt;Είχε κι ένα άλλο συνήθειο, που με τον καιρό έμελλε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της μεθόδου που χρησιμοποιούσε στο επάγγελμά του. Εκμεταλλευόμενος την ελεύθερη εκείνη πρώτη ώρα, ζητούσε από τη Σιμών να του φέρει τη λίστα με τους ασθενείς που είχαν κλείσει ραντεβού τη συγκεκριμένη ημέρα και συμβουλευόταν από πριν τη βάση δεδομένων στον υπολογιστή του, η οποία περιείχε συνοπτικά όλα τα ιατρικά ιστορικά τόσο των τακτικών όσο και των περιστασιακών ασθενών. Έβρισκε, λοιπόν, τα ιστορικά που τον ενδιέφεραν και σημείωνε πρόχειρα σε ένα τεφτέρι όσα στοιχεία θεωρούσε κρίσιμα. Με τον τρόπο αυτό έδινε την ψευδή εντύπωση στον κάθε ασθενή πως, με το που τον πρωταντίκριζε, θυμόταν τα πάντα γι αυτόν και τη
