Κεφάλαιο 13



Μεσάνυχτα










Τι παράξενο όνειρο, αλήθεια… Οι εντυπώσεις από τις ονειρικές σκηνές άρχισαν να διαλύονται σιγά – σιγά, ώσπου ο κόσμος του ονείρου διαχωρίστηκε εντελώς από τον κόσμο της πραγματικότητας και χάθηκε κάνοντας μια βουτιά στο υποσυνείδητο του Ντανιέλ. Η μνήμη του για μια στιγμή άδειασε. Ένιωσε το κεφάλι του βαρύ και συγχυσμένο. Τα ονειρικά γεγονότα, αφού μπερδεύτηκαν για λίγο με την πραγματικότητα, στο τέλος έσβησαν. Αυτοσυγκεντρώθηκε για να θυμηθεί τι είχε δει. Το μυαλό του έμοιαζε μουδιασμένο και αργοκίνητο. Διάσπαρτες και ασύντακτες οι σκηνές στην αρχή, έγιναν έπειτα πιο συγκεκριμένες και πιο ζωντανές.
«Πήγαινε κοιμήσου και θα δεις πως αύριο θα ξημερώσει μια ωραία μέρα για σένα» θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα του. Τι να σήμαιναν, άραγε; Μήπως ήταν κάποιο μήνυμα; Μήπως το φάσμα του αγαπημένου του γονέα είχε έρθει για να του προσφέρει βοήθεια και καθοδήγηση και να τον απομακρύνει από τον κίνδυνο που διέτρεχε; Γιατί του τα είχε πει αυτά; «…θα δεις πως αύριο θα ξημερώσει μια ωραία μέρα…» αντηχούσε η προστατευτική φράση στ’ αυτιά του. Μελαγχόλησε, καθώς αισθάνθηκε τη φασματική εικόνα του πατέρα του να σιγοσβήνει μες στη μνήμη του. Θέλησε να ξανακοιμηθεί, με την ελπίδα πως θα τον έβλεπε και πάλι. Δε χόρταινε το πρόσωπό του, τη θαλπωρή που εξέπεμπε· λαχταρούσε να τον ξανανιώσει κοντά του, να στηριχτεί πάνω του και να πάρει λίγη από τη σιγουριά του για να οπλιστεί.
Έπειτα θυμήθηκε το πρώτο μέρος του ονείρου: την κινηματογραφική αίθουσα και την τρομακτική γυναίκα–ερπετό. «…Δε θα ήσουν τώρα νεκρή» ήταν τα λόγια που της είχε πει. «Τώρα που με βρήκες, Ντανιέλ, δεν πρόκειται να με ξαναχάσεις. Θα σε κρατήσω κοντά μου για μια ολάκερη αιωνιότητα και τίποτα δε θα μας χωρίσει» του είχε απαντήσει εκείνη… που ήταν νεκρή. Αναρίγησε στη θύμηση της σκηνής. «Του τη φέραμε, Ντανιέλ. Συμφωνείς;» Τι εννοούσε λέγοντας αυτά η τερατόμορφη γυναίκα; Ποια ήταν και τι γύρευε από ‘κείνον; Όσο περισσότερο το επεξεργαζόταν στο νου του, τόσο περισσότερο βεβαιωνόταν πως το φιδίσιο τέρας που τον είχε τόσο πολύ ταράξει, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση πλάσμα φανταστικό, αποκύημα της φαντασίας του, γέννημα της δικής του αγωνίας και ανασφάλειας. Ήταν τόσο πεπεισμένος γι αυτό, όσο και για το ότι συνέχιζε να είναι ζωντανός και να αναπνέει. Οπωσδήποτε, η πανέμορφη φιδίσια γυναίκα είχε απόλυτη σχέση με τον καταιγισμό των αποκαλύψεων εκείνης της ημέρας. Ίσως να ήταν πλάσμα συγγενές της χίμαιρας του καθρέφτη, μιας και επρόκειτο επίσης για μυθικό δαιμόνιο, όμοιας καταχθόνιας φύσης.
Όπως και να είχε το πράγμα, ο Ντανιέλ ήταν σίγουρος πως είχε μόλις ξυπνήσει από το τελευταίο όνειρο της ζωής του. Δε θα έβλεπε άλλο από εδώ και πέρα. Τον περίμενε μια ολόκληρη αιωνιότητα δίχως ύπνο και δίχως όνειρα. Λένε πως το τελευταίο όνειρο κάποιου καταδικασμένου στην εσχάτη των ποινών του φανερώνει συνήθως τη μεταθανάτια τύχη του. Αυτά, όμως, που είχε ονειρευτεί ο Ντανιέλ ήταν περισσότερο προειδοποιητικά μηνύματα, κακοί οιωνοί, παρά αποκαλυπτικοί χρησμοί. Παράξενο δεν είναι; Το τελευταίο όνειρο…
Το αναπόφευκτο, τελεσίδικο γεγονός πλησίαζε, ήταν μια ανάσα από αυτόν. Ο ζοφερός αγγελιοφόρος έστεκε σε κάποια σκοτεινή γωνιά του δωματίου και τον κοίταζε με άλικα, σατανικά μάτια. Σε λίγο θα τον καλούσε κοντά του, θα τον πρόσταζε να τον ακολουθήσει ως την κοίτη του Αχέροντα, εκεί όπου θα τον περίμενε ο αιώνιος βαρκάρης με τις αδειανές οφθαλμικές κόγχες και τη φλογόσχημη κουκούλα, ο Χάροντας… Έπειτα σκέφτηκε: «Πολύ κοινότυπο για να είναι αληθινό». Ακόμη τον βασάνιζε η ίδια σκέψη: με ποιο τρόπο θα συντελούνταν η εξαΰλωσή του, ο πολυπόθητος εξαγνισμός. Σκέφτηκε… σκέφτηκε, έστυψε το μυαλό του σα σφουγγάρι. Ήταν κατά το ήμισυ μέσα στον πραγματικό κόσμο και κατά το υπόλοιπο μες στο Τίποτα, στο Μηδέν. Το σώμα του ταλαντευόταν ανάμεσα στους δυο κόσμους, ελκυόμενο από δυνάμεις αντίθετης φοράς, των οποίων η συνισταμένη τον οδηγούσε τη μια προς τη μια κατεύθυνση και την άλλη προς την άλλη κατεύθυνση. «Δυνάμεις αιώνιες, Δυνάμεις ζείδωρες, αποφασίστε για ένα άμοιρο κορμί και μια αιώνια ψυχή!»
Τότε είδε την Αποκάλυψη! Είδε τις τρεις χωρικές διαστάσεις ως δύο και τον εαυτό του ως μια επίπεδη ζωγραφιά πάνω σε ένα χαρτί. Και είδε το Τίποτα ως μια τρισδιάστατη οντότητα, που με αόρατη δύναμη τον τραβούσε από το χαρτί για να του δώσει όγκο. Φυσικά… πώς και δεν το είχε σκεφτεί τόση ώρα; Ο πεφωτισμένος Ντανιέλ αντίκριζε, πλέον, τον κόσμο με άλλα μάτια. Έτρεξε αναστατωμένος προς το γραφείο του. Άρπαξε μια λευκή κόλλα χαρτί και ζωγράφισε ένα ανθρωπάκι, χαράζοντας στο χαρτί δυο γραμμές για τα πόδια, μία για τον κορμό, δύο για τα χέρια και ένα κύκλο για κεφάλι. Δίπλα από το ανθρωπάκι ζωγράφισε ένα ακόμη, προσθέτοντας αυτή τη φορά ένα τρίγωνο για φόρεμα. Πάνω στο χαρτί υπήρχαν, έτσι, ένας άντρας και μια γυναίκα στην πιο απλή, αρχαϊκή μορφή τους. «Ωραία… Λοιπόν, μικρά μου ανθρωπάκια, πείτε πως εγώ είμαι ο θεός και δημιουργός σας. Σας έφτιαξα έτσι, τον ένα απέναντι από τον άλλο για να μπορείτε να κοιτάζεστε και να είστε χαρούμενοι στον επίπεδο κόσμο σας». Ο Ντανιέλ θριάμβευε. Η ιδέα πήρε να αποκρυσταλλώνεται στο νου του. Η αποκάλυψη της οποίας είχε γίνει κοινωνός, του προξένησε ένα συνονθύλευμα νευρικών ώσεων, που διέτρεχαν το κορμί του απ’ άκρου εις άκρον και τον εξανάγκαζαν σε σπαστικές, βαθμιδωτές κινήσεις, όπως εκείνες ενός ρομπότ. Παρόλα αυτά δεν ενοχλήθηκε από τις τρεμουλιαστές κινήσεις των μελών του, γιατί του αρκούσε η ουσία. Και η ουσία ήταν μία και μοναδική. «Σας λέω πως είμαι ο θεός σας. Θέλω να με υμνείται και να με δοξάζετε σ’ όλη σας τη μίζερη ζωή. Μια μου μονοκονδυλιά έχει τη δύναμη να σας σβήσει, να κόψει τη ζωή σας στα δυο». Κοίταξε το πρώτο ανθρωπάκι που είχε ζωγραφίσει. «Εσένα θα σε φωνάζω Ντανιέλ». Έπειτα έστρεψε το βλέμμα του κάποια εκατοστά πιο πέρα και κοίταξε το άλλο ανθρωπάκι, το θηλυκό. «Εσένα θα σε φωνάζω… μια στιγμή να σκεφτώ… Σιμών! Ωραία ως τώρα. Έχουμε, επομένως, το Ντανιέλ από τη μια και τη Σιμών από την άλλη». Πέρασαν κάποιες στιγμές νεκρικής σιγής, σα να έπρεπε να παρασχεθεί χρόνος στα δυο ανθρωπάκια για να συνηθίσουν τα ονόματα που τους είχε δώσει. Ξαφνικά, ο Ντανιέλ ξέσπασε: «Αρκετά αλληλοκοιταχτήκατε! Κάθεστε ο ένας αντίκρυ στον άλλο και δε νοιάζεστε για τίποτε άλλο! Όλα όσα διαδραματίζονται γύρω από εσάς είναι παντελώς αδιάφορα και αόρατα για τα απλοϊκά, στοιχειώδη μάτια σας. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι είστε από τη φύση σας ανίκανοι να τα αντιληφθείτε. Μα δε φταίτε εσείς γι αυτό. Φταίω εγώ που σας έφτιαξα έτσι. Γιατί σας κατασκεύασα σκόπιμα δισδιάστατους, έτσι ώστε να μπορείτε να βλέπετε και να κατανοείτε μόνο τα πράγματα που υπάρχουν πάνω στην επιφάνειά σας και που είναι κι αυτά δισδιάστατα όπως κι εσείς. Όλα όσα βρίσκονται πάνω στο γραφείο, μες στο δωμάτιο, μες στο σπίτι, όλα όσα με μια λέξη είναι τρισδιάστατα, δεν μπορούν να φτάσουν στην περιορισμένη σας αντίληψη. Πέρα από μερικά φύλλα χαρτιού που μοιράζονται την ίδια επίπεδη τύχη με σας, όλα τα άλλα αντικείμενα, όπως γιαπ αράδειγμα η στυλοθήκη, είναι αντιληπτά σε σας μονάχα από την προβολή τους πάνω στην επιφάνειά σας. Γι αυτό ακριβώς το λόγο δε μπορείτε να δείτε τη στυλοθήκη στην πραγματική μορφή που έχει, παρά μονάχα να πάρετε μια ιδέα γι αυτήν, κρίνοντας από τη σκιά της πάνω σας, σκιά που είναι ευμετάβλητη ανάλογα με τη γωνία φωτισμού από τη λάμπα. Και αν συμβαίνει κάτι τέτοιο με τα πράγματα του γραφείου, πόσο μάλλον με εμένα, το δημιουργό σας. Δεν είστε ικανοί να με αντιληφθείτε, παρά μόνο στο βαθμό που σας επιτρέπω εγώ, όταν φιλεύσπλαχνα γέρνω το κορμί μου πάνω στο χαρτί σας και σας αφήνω να δείτε τις δύο διστάσεις της σκιάς μου. Αν κι εσείς είχατε με κάποιο τρόπο τρεις διαστάσεις θα ήσασταν όμοια με μένα θεοί για τις υπόλοιπες ζωγραφιές. Όμως, δυστυχώς δεν έχετε, γι αυτό και δε μπορεί να είστε ανώτεροί μου». Γέλασε σαρκαστικά, με μια υποψία κακίας, σαν να ήταν να απευθυνόταν σε πραγματικούς ανθρώπους μάλλον παρά σε σκίτσα. Δεν είναι, αλήθεια, κρίμα κι άδικο να στερείστε εμπειρίες σαν τις δικές μου, απλά και μόνο γιατί σας λείπει μία επιπλέον διάσταση; Τι θα κάνετε αν αποφασίσω να σας χωρίσω τον ένα από τον άλλο;» Γύρισε προς τη θηλυκή μορφή. «Να με συγχωρέσεις Σιμών που σου παίρνω τον αγαπητικό σου. Δε θα τον ξαναδείς πια. Θα τον τραβήξω μακριά από το επίπεδο χαρτί σου. Τα δισδιάστατα ματάκια σου δε θα αντικρίσουν ποτέ ξανά τον εραστή σου. Για σένα θα είναι σα να έχει πεθάνει, μα για κείνον θα είναι μια εμπειρία μεταφυσική: θα ζει στο εξής σε άλλο επίπεδο, πιο πάνω από το δικό σου, παράλληλο ή τεμνόμενο με αυτό στο οποίο βρίσκεσαι. Αποχαιρέτησε, λοιπόν, τον καλό σου και χύσε τα θνητά, μίζερα δάκρυά σου». Με μια αποφασιστική κίνηση, ο Ντανιέλ έσκισε το χαρτί στα δύο, χωρίζοντας τις δυο φιγούρες. Άφησε το κομμάτι όπου ήταν σχεδιασμένη η Σιμών πάνω στο γραφείο και πήρε στα χέρια του το άλλο κομμάτι του χαρτιού, πάνω στο οποίο ζούσε η φιγούρα του μικρού Ντανιέλ. Το κράτησε όρθιο, έτσι που η σκιά του χαρτιού να πέφτει πάνω στην τεθλιμμένη γυναικεία φιγούρα. «Καταλαβαίνεις τώρα, Σιμών; Δε μπορείς πια να δεις παρά μονάχα το φάσμα του Ντανιέλ…»
»Κάτι ανάλογο συμβαίνει, το δίχως άλλο, και με το θάνατο. Ο θάνατος είναι ένα χέρι σαν το δικό μου, που σκίζει το χαρτί των ανθρώπων–σκίτσων στα δύο. Οι νεκροί τότε αποκολλώνται από το επίπεδο όπου ζούσαν πριν, και μεταφέρονται σε κάποιο άλλο, παράλληλο, ή τεμνόμενο με το προηγούμενο. Αν το νέο επίπεδο είναι παράλληλο, τότε ποτέ ο νεκρός δε θα συναντηθεί με τους ζώντες. Αν, πάλι, τα δυο επίπεδα είναι τεμνόμενα μεταξύ τους, τότε ο νεκρός, σε κάποια φάση της ατέρμονης κίνησής του πάνω στο επίπεδό του, ίσως συναντήσει το επίπεδο των ζώντων ανθρώπων, και τότε η προβολή του θα δώσει την ευκαιρία να δουν για λίγο το φάσμα του, την αέρινη οπτασία του.
»Όλα τα ζώντα όντα έχουν τρεις διαστάσεις. Κατ’ αναλογία με το παραπάνω πρότυπο, αν αποκτούσαν και μια τέταρτη, τότε θα αντιλαμβανόταν το θεό τους σε όλο του το μεγαλείο, θα γίνονταν κι αυτά θεοί. Αλίμονο, είμαστε πλάσματα ελλειμματικά, περιορισμένα στις δυνατότητες της τρισδιάστατης ύλης και μπορούμε να κινηθούμε σε κατευθύνσεις και με ταχύτητες που αναλύονται σε τρεις μονάχα συνιστώσες. Για τούτο μένουμε εγκλωβισμένοι, ως τραγικά όντα, στον κόσμο που γνωρίζουμε, ανίκανοι να αντιληφθούμε το Σύμπαν, το Όλο και το Μηδέν, σε όλο τους το μεγαλείο. Ποια είναι, όμως, αυτή η τέταρτη διάσταση; Δεν μένουν παρά ελάχιστα λεπτά για να τη γνωρίσω και τότε θα γίνω κι εγώ προνομιούχος, όπως ο σκιτσογράφος απέναντι στα σκίτσα του».
Το ρολόι του τοίχου είχε σημάνει μεσάνυχτα εδώ και αρκετά λεπτά. Ο Ντανιέλ περίμενε με αγωνία. Η προθεσμία είχε τελειώσει και τίποτα απολύτως δεν είχε συμβεί. Έκλεισε τα μάτια του, αφαιρώντας από το νου του κάθε περιττή σκέψη, και περίμενε το αναπόφευκτο. Ενέτεινε την προσοχή του στον ήχο του δευτερολεπτοδείκτη και βάλθηκε να μετρά τα δευτερόλεπτα. Ένα, δύο, τρία… πενήντα εννιά, εξήντα… εκατόν είκοσι, εκατόν είκοσι ένα… πεντακόσια τριάντα, πεντακόσια τριάντα ένα. Τίποτα… τίποτα απολύτως δεν συνέβη. Ίσως το ρολόι του να πήγαινε μπροστά στην ώρα, ίσως ήταν αρρύθμιστο. Ό,τι και να συνέβαινε όμως, το σίγουρο ήταν πως το ρολόι του Κόσμου θα χτυπούσε μεσάνυχτα ούτως ή άλλως και πως τότε το τέλος του Ντανιέλ θα ερχόταν αναπόφευκτα. Μήπως, όμως, δεν είχαν έτσι τα πράγματα; Ένιωσε σα να είχε γίνει το αντικείμενο κάποιας κακόγουστης φάρσας, σα να έπαιζε κάποιος με την υπομονή και τα νεύρα του.
«Αόρατες Δυνάμεις μην παίζεται μαζί μου! Κι εσύ Χίμαιρα, κακόγουστο αμάλγαμα, σταμάτα να με περιγελάς! Οι πρόστυχες λοιδορίες σου θα γίνουν θρηνητικά μοιρολόγια όταν με αντικρίσεις ενώπιόν σου ισομεγέθη και ισοδύναμο… και τότε αλίμονο σου!» Αλλά όσο κι αν φοβέριζε, όσο κι αν απειλούσε τους πάντες και τα πάντα, όλα παρέμεναν ασάλευτα και ακίνητα μες στο σπίτι, σα να μην επρόκειτο να συμβεί τίποτα. «Ανεξιχνίαστη, μεταμφιεσμένη Μοίρα μου, ποιες επώδυνες εκπλήξεις μου επιφυλάσσεις; Γιατί να συμβαίνει αυτό, τη στιγμή, μάλιστα, που είμαι τόσο προετοιμασμένος για το τέλος, όσο ποτέ άλλοτε στην ταλαίπωρη ζωή μου». Βρυχήθηκε, γκρίνιαξε σα μικρό παιδί που του πήραν το παιχνίδια από τα χέρια.
Κατειλημμένος από μια πρωτόφαντη γι αυτόν λύσσα, μια παραληρητική μανία που όμοιά της ποτέ άλλοτε δεν είχε βιώσει, άρχισε να τρέχει μες στο δωμάτιο και να αρπάζει ό,τι έβλεπε μπροστά του και να το εκσφενδονίζει με δύναμη στους τοίχους. Έσπαζε, κατέστρεφε, ενώ συνέχιζε παράλληλα να βρίζει και να απειλεί θεούς και δαίμονες. Το πυρ του αναθέματος δέχτηκαν η Ναντίν, ο Ματιέ, ο Ζαν και η Μαρί, η Σιμών και έπειτα ήρθε η σειρά των θείων ονομάτων, όλων των αγίων και οσίων. Τίποτα δεν ξέφυγε από τη μανία του.
Οι γείτονες των άλλων διαμερισμάτων αγανάκτησαν. Τους είχε ξυπνήσει από τις αγριοφωνάρες του και από τον κρότο που έκαναν τα αντικείμενα που πετούσε.
- Σκάσε!
- Ησυχία, επιτέλους!
- Θα φωνάξω το εκατό!
Ο Ντανιέλ τότε άλλαξε το στόχο των πυρών του και άρχισε να απαντά στους διαμαρτυρόμενους γείτονες με αδιανόητη αθυροστομία. Κάποτε κουράστηκε και απέμεινε ορθός και ξέπνοος να κοιτά το κενό. Οι έντονες διαμαρτυρίες σταμάτησαν κι αυτές και η ιερή σιγή της μεταμεσονύχτιας ώρας επανήλθε. Η πολυκατοικία βυθίστηκε και πάλι στο σκοτάδι του ύπνου.
Ακούστηκε το στρίγκλισμα του κουδουνιού της εξώπορτας. Έπειτα χτυπήματα πάνω στην πόρτα. Προφανώς ήταν κάποιος εξοργισμένος, επίμονος γείτονας που είχε κάνει τον κόπο να φτάσει ως το διαμέρισμά του μες στη νύχτα για να του τα ψάλλει κατ’ ιδίαν. Θα τον άφηνε να χτυπά χωρίς να του ανοίξει. Δεν άξιζε να σπαταλήσει τα πολύτιμα ενεργειακά αποθέματά του για να ριχτεί σε μια μάταιη αντιπαράθεση μια τέτοια ώρα. Όποιος κι αν ήταν, κάποτε θα βαριόταν και θα έφευγε όπως είχε έρθει. Πέρασαν, όμως, αρκετά λεπτά και ο διαπεραστικός ήχος του κουδουνιού άρχισε να γίνεται ανυπόφορος. Αποφάσισε, λοιπόν, πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να πάει να ανοίξει την πόρτα και να καταφέρει μια γερή γροθιά στη μούρη εκείνου του αναιδέστατου υπανθρώπου που τάραζε την εκλιπούσα γαλήνη του. Συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αποφασισμένος για τη γροθιά που θα έδινε. Έσφιξε τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού σε γροθιά και με το αριστερό χέρι γύρισε το πόμολο. Πριν καλά – καλά προλάβει να σηκώσει το χέρι του για να χτυπήσει τον ενοχλητικό επισκέπτη, δυο γυναίκες όρμησαν ταχύτατα μες στο σπίτι σπρώχνοντας με απότομα την πόρτα, που τον βρήκε κατακούτελα και κόντεψε να τον γκρεμίσει αναίσθητο στο πάτωμα. Ο Ντανιέλ κατακόκκινος από το θυμό γύρισε να δει τους δύο ακάλεστους επισκέπτες. Και τότε έμεινε εμβρόντητος μπρος στην αναπάντεχη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα…
Απέναντί του έστεκαν η Σιμών και η Ναντίν. Η Σιμών έδειχνε εκτός εαυτού, έτοιμη να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. Έτρεμε σύγκορμη, και η τρεμούλα της μεταδίδονταν, υπό το έναυσμα κάποιου αόρατου βηματοδότη, ως το κεφάλι της. Κρατούσε σφιχτά από το μπράτσο τη φοιτήτρια σα να την παρουσίαζε ενώπιόν του. Ήταν απλά ντυμένη, με ένα εφαρμοστό ξεβαμμένο τζιν και μια μάλλινη, μαύρη μπλούζα.
Η Ναντίν, από την άλλη, έμοιαζε να έχει στολιστεί με ό,τι καλύτερο διέθετε στην γκαρνταρόμπα της, θαρρείς και είχε σκοπό να πάει σε δεξίωση. Φορούσε ένα όμορφο κατακόκκινο φόρεμα, που κατέληγε ψηλά στο μέσο των μηρών της, ενώ το μπούστο του ήταν τόσο χαμηλό που άφηνε σε κοινή θέα μεγάλο μέρος των τροφαντών μαστών της. Ήταν μια πραγματική καλλονή, έτσι όπως ο Ντανιέλ την είχε φανταστεί τη στιγμή που τη γνώρισε, την ίδια εκείνη ημέρα. Δεν είχε πέσει έξω σε κανένα σημείο. Οι καμπύλες, τα στήθη, η μέση, τα πόδια της ήταν ακριβώς όπως υπέθετε καθώς αργόσερνε το φιλήδονο βλέμμα του επάνω τους κάποιες ώρες πριν. Το μακιγιάζ του προσώπου της ήταν κάπως υπερβολικά εμφαντικό, όμοια με αυτό μιας πόρνης. Η Ναντίν, αντίθετα με τη Σιμών, έδειχνε να έχει καταληφθεί από μια απόκοσμη ηρεμία και μακαριότητα, σχεδόν μια χαύνωση. Τον κοιτούσε με βλέμμα αινιγματικά ηδονικό και προκλητικό, σαν να τον καλούσε κοντά της στο μεθύσι του αισθησιασμού. Ένα πονηρό χαμογελάκι είχε σκάσει στις γωνιές των σάρκινων, άλικων χειλιών της.
- Δε θα μας πεις να καθίσουμε; Ρώτησε όλο σαρκασμό και ειρωνεία η Σιμών.
Ο Ντανιέλ κοιτούσε μία εκείνη, μία τη Ναντίν. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. «Τι κακόγουστο αστείο είναι κι αυτό πάλι;» σκεφτόταν άπραγος απέναντι στο ζευγάρι των γυναικών.
- Σιμών, τι γυρεύεις εδώ πέρα; Εκστόμισε τα λόγια με όσο πιο αυστηρό ύφος μπορούσε, αλλά απέτυχε να κρύψει πίσω απ’ αυτά την κατάπληξή του. Τι συμβαίνει εδώ; Ποια είναι αυτή η κοπέλα που σέρνεις μαζί σου; Δεν καταλαβαίνω…
- Ώστε, λοιπόν, δεν ξέρεις ποια είναι αυτή η κοπέλα. Είσαι σίγουρος γι αυτό; Για κοίταξέ την καλύτερα…
Ο Ντανιέλ κοίταξε τη Ναντίν με προσποιητή απάθεια σα να την έβλεπε πρώτη του φορά. Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε περίτεχνα μια έκφραση έκδηλης απορίας. Πάντα τα πήγαινε καλά με τις μπλόφες. Άραγε, θα τα κατάφερνε κι αυτή τη φορά;
- Ε, λοιπόν, όχι. Δεν τη γνωρίζω. Δεν την έχω δει ποτέ μου… Σιμών τι σ’ έπιασε και φέρεσαι έτσι; Είσαι στα καλά σου, ή να φωνάξω το ασθενοφόρο να σε μεταφέρει στο κοντινότερο ψυχιατρείο;
Η Σιμών εξερράγη. Δε μπορούσε να κατακρατήσει εντός της όλο αυτό το μένος που την έπνιγε.
- Ελεεινέ! Σάτυρε! Γιατί μου το έκανες αυτό; Γιατί ρίχτηκες σ’ αυτή την κοπελίτσα;
Η Σιμών ήταν φανερά εκτός εαυτού. Έσφιξε ασυναίσθητα το μπράτσο της Ναντίν με μεγαλύτερη δύναμη, τόσο που τα νύχια της άφησαν ημισεληνοειδή αποτυπώματα επάνω στο δέρμα της κοπέλας. Η Ναντίν αντέδρασε και προσπάθησε να της ξεφύγει, δίχως να τα καταφέρει. Όταν είδε πως η αντίστασή της είχε υπερνικηθεί, έμεινε ακίνητη, αποδεχόμενη την τιμωρία της. Ο Ντανιέλ κοιτούσε τις δυο γυναίκες απέναντί του και δεν ήξερε αν έπρεπε να συνεχίσει να δείχνει θυμωμένος μαζί τους, ή να ξεσπάσει σε ακράτητα γέλια. Παρέμεινε, ωστόσο, σιωπηλός και υπολογιστικός.
- Για κακή σου τύχη, αυτή η άμοιρη τηλεφώνησε στο ιατρείο λίγο μετά από… ξέρεις από τι. Εσύ εκείνη τη στιγμή ήσουν στο νοσοκομείο για τις διατυπώσεις του… ξέρεις ποιου.
- «ξέρεις από τι… ξέρεις ποιου…» Τι είναι αυτά που λες Σιμών; Έλα στα συγκαλά σου σε παρακαλώ. Με τρομάζεις. Ο Ντανιέλ συνέχιζε να μπλοφάρει κι αυτό φούντωσε ακόμη περισσότερο την αγανάκτηση της γυναίκας. Τα λόγια της έβγαιναν τώρα ασθματικά, όπως και η αναπνοή της. Συνέχισε από το σημείο στο οποίο την είχε διακόψει ο Ντανιέλ.
- Μου τα εξομολογήθηκε όλα. Άκουσες; Όλα…
- Ποια όλα, δηλαδή;
- Όλα, με το νι και με το σίγμα. Μου είπε πως τη φλέρταρες στο κυλικείο της Σχολής, πως την πήρες στο αυτοκίνητό σου και πως θέλησες να τη βιάσεις…
Άλλο πάλι και τούτο. Άκουσε καλά; Η Σιμών είπε τη λέξη «βιασμός»; «Αναιδέστατο νυμφίδιο. Ακούς εκεί… Πώς μπορούσα ποτέ να σε βιάσω τη στιγμή που ανταποκρινόσουν με τέτοιο πάθος στα φιλιά μου; Καταραμένη!» Ο Ντανιέλ κοίταξε με μίσος τη Ναντίν. Εκείνη τα έχασε με τη δύναμη του βλέμματός του και χαμήλωσε τα μάτια, ενώ το χαμόγελο εμφανίστηκε και πάλι στα χείλη της. Αυτή τη φορά ο Ντανιέλ δε μπορούσε να πει αν αυτό το χαμόγελο οφειλόταν σε αμηχανία, ή σε εκδικητικότητα. Τη μισούσε. Ευχήθηκε να την είχε πραγματικά βιάσει.
- Κοίταξέ με, Ντανιέλ και άκουσε καλά αυτά που έχω να σου πω, συνέχισε η Σιμών με ακατάβλητη ορμή. Όταν μου είπε όλα αυτά τα ανομολόγητα και πρωτάκουστα, την έπεισα να συναντηθούμε για να μιλήσουμε από κοντά. Γύρισε προς τη Ναντίν: Μου είπες πως μπορούσες στις δέκα το βράδυ, έτσι δεν είναι; Η φοιτήτρια κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, δίχως να βγάλει τσιμουδιά. Ξανάριξε το αγριεμένο κι επικριτικό βλέμμα της στον Ντανιέλ: Κλείσαμε, λοιπόν, ραντεβού στις δέκα έξω από ένα καφέ. Εκεί μου επανέλαβε σταθερά τα ίδια που μου είχε πει και στο τηλέφωνο. Μιλούσαμε επί δύο ολόκληρες ώρες. Κόντεψα να τρελαθώ. Την πήρα και ήρθαμε στο σπίτι σου. Τώρα θα μας πεις τη δικιά σου εκδοχή. Λέγε, λοιπόν… λέγε! Πώς μπόρεσες και μίανες ένα τέτοιο λουλούδι;
Στο άκουσμα της λέξης «λουλούδι» ο Ντανιέλ δεν κρατήθηκε και ξέσπασε σε ηχηρά γέλια. Γέλασε, γέλασε.. γέλασε με την ψυχή του. Και όταν το γέλιο στέρεψε ξανακοίταξε τις δυο γυναίκες, που τον κοιτούσαν τώρα με μεγάλη απορία. Η Σιμών αναστέναξε με τα ρουθούνια της, σαν μαινόμενος ταύρος. Η Ναντίν σκούπιζε αμήχανα με τη σόλα της γόβας της κάτι αόρατο στο πάτωμα. Η εικόνα αυτή των δυο γυναικών του φάνηκε κωμική και του προκάλεσε ένα στερνό κύμα γέλιου. Μετά σιώπησε. Η φουρτούνα εντός του είχε, πλέον, κοπάσει.
- Ε, λοιπόν, και τι έγινε; Ρώτησε με θράσος.
- Ρωτάς τι έγινε;! Τσίριξε υστερικά η Σιμών και όρμησε καταπάνω του με ασυγκράτητη μανία, έχοντας προτεταμένα τα σφιχτά κυρτωμένα δάκτυλά της για να του βγάλει τα μάτια. Ο Ντανιέλ την πρόλαβε και την ακινητοποίησε, αρπάζοντάς την με δύναμη από τους καρπούς. Η Σιμών έδειξε πως πόνεσε από το δυνατό σφίξιμο και έκανε να απελευθερωθεί από τις αρπάγες του άντρα. Ο Ντανιέλ την κοίταξε με παράταιρη ηρεμία. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα ξέσφιξε τις παλάμες του, και η Σιμών απελευθερώθηκε. Έτρεξε ευθύς πίσω στην πρωτινή της θέση, δίπλα στη φοιτήτρια, που κοιτούσε τον Ντανιέλ με ύφος χαμένο και μπερδεμένο.
Ο άντρας κοίταξε τη Ναντίν κατάματα και με προσποιητή περιέργεια και κίβδηλο ενδιαφέρον τη ρώτησε:
- Πώς ονομάζεσαι κοπέλα μου; Σε γνωρίζω;
- Ώστε διαφθείρεις τις κοπέλες του κόσμου και δεν κάνεις τον κόπο ούτε το μικρό τους όνομα να θυμηθείς! Ούρλιαξε έξαλλη η Σιμών από την ασφαλή απόσταση στην οποία βρισκόταν.
- Μα, αγάπη μου –πρόφερε την προσφώνηση με εμφαντική ειρωνεία– αν θυμόμουν τα ονόματα όλων αυτών των δύστυχων –όπως εσύ λες– κοριτσιών, η μνήμη μου θα είχε εξαντληθεί και δε θα χωρούσε πράγματα που είναι πιο σημαντικά στη ζωή. Σαν τέτοια θεωρώ τους ασθενείς μου, εσένα…
Σ’ απάντηση των σαρκαστικών του λόγων, η Σιμών αρκέστηκε να μισοκλείσει μισερά τα μάτια της και να σουφρώσει τα όμορφα, άβαφα χείλη της. Αναπάντεχα, ο Ντανιέλ αισθάνθηκε ερωτική διέγερση γι αυτή. Ένιωσε φλογερή την επιθυμία να αρπάξει αυτή τη μαινόμενη γυναίκα και να τη ρίξει στον πάτωμα όπου θα την έκανε δική του γι ακόμη μια φορά. Με ανάμικτα συναισθήματα θαυμασμού και απορίας συνειδητοποίησε πως το όργανο ανάμεσα στα πόδια του, εκείνος ο μικρός τύραννος της ζωής του, άρχισε να ανασαλεύει και να φουσκώνει με σφύζον αίμα. Εδώ και τόσες ώρες είχε ξεχάσει την ύπαρξή του, δεν του είχε δώσει καμία σημασία. Πίστευε πως οι άκαιρες στύσεις είχαν λάβει τέλος και πως ήταν ένας ανίκανος, όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι κάποιος προορισμένος για ανώτερες πνευματικές σφαίρες. Να, όμως, που το πέος του ζούσε ακόμη· δεν είχε ξεψυχήσει.
- Ναντίν με λένε, είπε ντροπαλά και μετά από μεγάλη χρονική απόσταση η φοιτήτρια, έτσι που η απάντησή της έμοιαζε παντελώς άκαιρη και ανούσια. Αλήθεια, δε θυμόσαστε το όνομά μου;
Είπε την τελευταία φράση της αποκαρδιωμένη και απογοητευμένη. Αισθάνθηκε εντελώς ξένη μες στο ξένο εκείνο σπίτι και λαχταρούσε μ’ όλη την ψυχή της να τελειώσει η τραγελαφική σκηνή ανάμεσα στο Ντανιέλ και τη Σιμών, για να φύγει τρέχοντας από εκεί. Το ζευγάρι την κοίταξε παραξενεμένο. «Μου φαίνεται πως ό,τι έπαθες το άξιζες βρωμοθήλυκο» σκέφτηκε η Σιμών καθώς την κοιτούσε με επίμονα διερευνητικό βλέμμα. «Ώστε, λοιπόν, στενοχωρήθηκες με την ιδέα πως δεν είσαι τίποτα για μένα, ασήμαντο πορνίδιο…» σκέφτηκε ο Ντανιέλ. Κανείς από τους δυο τους, όμως, δεν εξωτερίκευσε τις σκέψεις αυτές.
- Ναντίν, γιατί απευθύνθηκες στη γραμματέα μου, αντί να έρθεις κατευθείαν σε ‘μένα, που είμαι εξάλλου και ο υπαίτιος της σεξουαλικής βεβήλωσής σου;
Η Σιμών, πήγε κάτι να ξεστομίσει, μα την έκοψε η τρεμάμενη και αβέβαιη φωνή της Ναντίν:
- Δεν βρήκα το τηλέφωνο ούτε την οδό του σπιτιού σας σε κανέναν κατάλογο. Μάλλον τα έχετε κάνει απόρρητα. Το μόνο που μπόρεσα να βρω ήταν το τηλέφωνο του ιατρείου σας.
- Και για ποιο λόγο δε ζήτησες τα στοιχεία μου από την καλή μας τη Σιμών; Γύρισε και κοίταξε με δηκτικό χαμόγελο τη γραμματέα. Η Ναντίν είχε αφήσει για τα καλά τη σιωπηλή στάση που διατηρούσε τόση ώρα. Χωρίς δισταγμούς αυτή τη φορά, απάντησε θαρρετά και με σταθερό τόνο:
- Να… όταν η γραμματέας σας απάντησε στο τηλεφώνημά μου δε φαινόταν να είναι σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Με παραξένεψε που έκλαιγε… ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα, δεν το περίμενα. Όταν ζήτησα να μου δώσει εσάς στο τηλέφωνο και της είπα πως είμαι φοιτήτριά σας, εκείνη άρχισε να με ρωτά αν μου είχατε κάνει κάτι κακό. Τα έχασα. Χωρίς να ξέρω γιατί, πίστεψα πως η δεσποινίς Σιμών τα ήξερε όλα για μένα. Έτσι κι εγώ έκανα το λάθος και τις τα επιβεβαίωσα.
Όση ώρα η Ναντίν μιλούσε, η Σιμών την κοίταζε με μια ιδέα εχθρότητας στο πρόσωπό της. «Δεν είμαστε καλά…» απόρησε. «Πριν λίγη ώρα φαινόταν τόσο ταραγμένη και προσβεβλημένη, που με έκανε να τη συμπονέσω για τον δήθεν βιασμό της. Και τώρα, μιλά σαν να μετάνιωσε που μου εκμυστηρεύτηκε το μαρτύριό της, σαν να μην έπρεπε να με εμπιστευτεί, σαν να είμαι μια απλή γραμματέας και τίποτε άλλο. Θα με τρελάνει αυτή η κοπέλα…» Ο Ντανιέλ από την πλευρά του, είχε διακρίνει το εχθρικό βλέμμα της Σιμών και διασκέδαζε με τη σκηνή που εκτυλισσόταν ενώπιόν του σε όλο το κωμικοτραγικό της μεγαλείο. Η Ναντίν συνέχισε:
- Συγχωρέστε με, ήταν λάθος μου. Δεν έπρεπε να σας εκθέσω έτσι στη γραμματέα σας. Ήθελα απλώς να σας δω για να σας πω… για να σας πω πως το περιστατικό που συνέβη μεταξύ μας σήμερα το μεσημέρι, σημαίνει για μένα κάτι περισσότερο από κάποιο τυχαίο και ασήμαντο γεγονός. Μου είστε πολύ συμπαθής και…
- Ώστε έτσι, άθλιο πουτανάκι! Βρυχήθηκε έντονα διαμαρτυρόμενη η Σιμών.
Την έπνιγε η αγανάκτηση για την αδικία που συντελούνταν εις βάρος της. Άρπαξε την κοπέλα από την τιράντα της κατακόκκινης φούστας με το αποκαλυπτικό ντεκολτέ και άρχισε να την τραβά και να την ταρακουνά, ώσπού τελικά έσκισε το λεπτό εκείνο σχοινάκι. Τότε το κομμένο τμήμα της τιράντας, μαζί με τη σύστοιχη γωνία του ντεκολτέ υποχώρησαν και διπλώθηκαν προς τα εμπρός, ξεσκεπάζοντας σκανδαλιστικά τον ένα μαστό της Ναντίν. Ο Ντανιέλ, που ως εκείνη τη στιγμή έκανε χάζι με το γελοίο θέαμα της συμπλοκής των δύο γυναικών και έδειχνε να το χαίρεται με όλη την απάθεια της ψυχής του, τα έχασε μπρος στη θέα του γυμνού στήθους. Ήταν ολοστρόγγυλο, πελώριο, στητό, με μια τέλεια ροδαλή ρόγα λίγο κάτω από το κέντρο του. Έτσι όπως έχασκε μέσα από το ρούχο, ήταν σα να τον καλούσε να το αρπάξει με το χέρι του και να το χαϊδέψει τρυφερά. Το πέος του μες στο παντελόνι πάλευε ενάντια στη στενότητα του κλουβιού του. Η Σιμών, που τον ήξερε καλά, κοίταξε αυτόματα προς το συγκεκριμένο σημείο του κορμιού του και είδε, προς μεγάλη της αγανάκτηση και απογοήτευση, ένα νεοσχηματισμένο εξόγκωμα που σκιρτούσε αδιόρατα. Κόρωσε, φούντωσε από οργή. Στο ίδιο σημείο έπεσε και το βλέμμα της Ναντίν που αμέσως κοκκίνισε από ντροπή και σκέπασε με το χέρι της το γυμνωμένο στήθος της. Παρόλα αυτά δε μπόρεσε να μη νιώσει μια κρυφή ικανοποίηση.
- Νομίζεις πως θα μείνεις ατιμώρητος για όλα όσα έκανες σήμερα; Στρίγκλισε έξαλλη η Σιμών. Και δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ρίχτηκες σ’ αυτήν εδώ την άθλια… έκανες και κάτι άλλο. Κάτι απείρως χειρότερο.
- Σαν τι, δηλαδή;
- Σκότωσες έναν άνθρωπο!!
Ο Ντανιέλ θυμήθηκε έξαφνα το Ματιέ. Τον είχε σκανδαλιστικά λησμονήσει τις τελευταίες ώρες. Είχε σκοτώσει άθελά του έναν ασθενή και «φίλο» του και δεν έκανε τον κόπο ούτε να του αφιερώσει μερικών λεπτών σκέψη. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση συνειδητοποίησε πως καμία τύψη δεν τον είχε καταλάβει, καμία Ερινύα δεν είχε καταφτάσει προς βασανισμό του. Όλες οι Άρπυες του αρχαίου κόσμου μαζί δεν ήταν ικανές να τον απειλήσουν με αιώνια τιμωρία. Ήταν τόσο δυνατός που κανείς άνθρωπος, ακόμη και η ίδια η Σιμών του, δε μπορούσε να αναμοχλεύσει μες στην παγερή ψυχή του συναισθήματα αποτροπιασμού και μετάνοιας για την ηθική αυτουργία στο θάνατο ενός βδελυρού, γλοιώδους υπανθρώπου, όπως ήταν ο Ματιέ –ας συγχωρεθεί ο μακαρίτης, καλή του ώρα εκεί που είναι. Στο άκουσμα της κατηγορίας του φόνου, η Ναντίν τα έχασε προς στιγμήν. Κοίταξε στα μάτια τη Σιμών για να βεβαιωθεί πως σοβαρολογούσε. Έπειτα, κοίταξε το Ντανιέλ για να διακρίνει στο βλέμμα του την ενοχή του δολοφόνου, μα δεν την είδε. Έπρεπε το δίχως άλλο να φύγει από εκεί μέσα, και μάλιστα, όσο το δυνατό γρηγορότερα. Φοβήθηκε για τη σωματική της ακεραιότητα. Οπωσδήποτε το ζευγάρι αυτό δεν ήταν φυσιολογικό. Οι λάμψεις των ματιών τους της προκαλούσαν εδώ και ώρα ανησυχία, αλλά κάτι τέτοιο… ένας πραγματικό φόνο, ποτέ δεν της είχε περάσει από το νου.
- Τα είπα όλα. Ναι, τα ξέρασα όλα στην αστυνομία.
Ο Ντανιέλ δεν ανησυχούσε. Ήξερε πως ήταν στο απυρόβλητο, λόγω του επικείμενου, προκαθορισμένου θανάτου του. Τι μπορούσε να του κάνει η αστυνομία και όλοι οι εισαγγελείς μαζί; Κούφια λόγια… κούφιες απειλές. Δεν μπορείς να συλλάβεις κάποιον που είναι ετοιμοθάνατος και ψυχορραγεί…
Από την άλλη, ήταν η σειρά της Σιμών να μπλοφάρει. Έλεγε ψέματα· σε κανέναν δεν είχε αποκαλύψει το κοινό μυστικό τους, ούτε καν στον φίλο τους το Ζαν, που είχε βαλθεί να της εκμαιεύσει πιεστικά μια εξομολόγηση. Αυτό την έκανε να αισθάνεται συνένοχη και το συναίσθημα αυτό τη βασάνιζε τόσο που έπρεπε να το βγάλει από μέσα της. Είχε αναγκαστεί να γίνει συνωμότης, συνεργός στο έγκλημα. Για τίποτα, όμως, στον κόσμο δε θα κατέδιδε τον Ντανιέλ. Ίσως γιατί σιγόκαιγαν ακόμη κάποιες ελπίδες εντός της, ελπίδες πως όλα όσα έγιναν, όλη εκείνη η παράξενη και αδικαιολόγητη μεταστροφή του χαρακτήρα του αγαπημένου της, κάποτε θα ξεχνιούνταν και όλα θα γινόταν φυσιολογικά όπως πριν. Περίμενε από τον άντρα της ένα σημάδι αλλαγής, μια απειροελάχιστη ένδειξη επιστροφής στον παλιό, καλό εαυτό του, αυτόν που τόσο πολύ είχε αγαπήσει, αυτόν που είχε κυριολεκτικά λατρέψει δίχως όρους και απαιτήσεις.
- Τι ακριβώς είπες, δηλαδή, ρώτησε με προσποιητή αγωνία ο Ντανιέλ. Κατά βάθος δεν του καιγόταν καρφί.
- Όλα. Όπως ακριβώς έγιναν.
Η Ναντίν στεκόταν ορθή πλάι στη γυναίκα και άκουγε με έκδηλο ενδιαφέρον και περιέργεια. Ήθελε κι αυτή να μάθει τι ακριβώς είχε κάνει ο καθηγητής της. Με ποιο τρόπο έφτασε στη δολοφονία.
Ο Ντανιέλ άφησε να περάσουν κάποια δευτερόλεπτα, κατά τη διάρκεια των οποίων προσποιήθηκε όσες εκφράσεις μπόρεσε να θυμηθεί που να θυμίζουν απελπισία και φόβο. Το παιχνίδι αυτό είχε γούστο. Τουλάχιστον έτσι περνούσε γρηγορότερα η ώρα και υπήρχε κάποιο ενδιαφέρον στη διάρκεια της αναμονής της εξαγνιστικής εξαΰλωσής του.
- Γιατί, Σιμών; Γιατί, αγάπη μου! Γιατί θέλεις να με καταστρέψεις; Αφού το ξέρεις καλά πως μαζί με τη δική μου καταστροφή θα έρθει και η καταστροφή της σχέσης μας, της ευτυχισμένης μας ζωής, και τελικά θα έρθει και η δική σου καταστροφή. Τόσο ανόητη είσαι λοιπόν; Κι όλα αυτά για ένα παλιοκόριτσο σαν κι αυτό εδώ; Μόνη σου κατάλαβες το ήθος της. Μπορείς, επομένως, να φανταστείς ποιος παρέσυρε ποιον…
Η Ναντίν δεν ήξερε αν έπρεπε να προσβληθεί, ή να παραμείνει αμέτοχη και άλαλη. Προτίμησε σοφά το δεύτερο. Η Σιμών έδειξε να χάνει την αυτοπεποίθησή της για λίγο, αλλά τελικά κατάφερε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της.
- Η καταστροφή σου αξίζει απόλυτα· είναι το αποτέλεσμα των άδικων πράξεών σου. Το ίδιο μου αξίζει κι εμένα, που εμπιστεύτηκα την ευτυχία μου σε σένα, σε ένα σάτυρο και μανιακό. Δε μένει παρά να σε φτύσω κατάμουτρα, μιας και δεν αξίζει ούτε καν να σου μιλώ. Είσαι ένα βδέλυγμα, μια βδέλλα που ρουφάς το αίμα των ανθρώπων, ένας έκφυλος που ζεις μόνο και μόνο για να ικανοποιείς τα σκοτεινά πάθη σου. Θυμάσαι που μου μιλούσες κάποτε για το Μαρκήσιο ντε Σαντ; Θυμάσαι το έργο του «Ζαστίν»; Ε, λοιπόν, η Ζαστίν δεν είναι παρά ένα αμβληχρό υποκατάστατο της δικής μου της ζωής!
Μίλησε σκληρά και άκαρδα· το ήξερε. Έλα, όμως, που δε μπορούσε να σκεφτεί άλλο τρόπο για να τον συνεφέρει.
- Τα παραλές, Σιμών. Ωστόσο, σε διαβεβαιώνω πως θα το μετανιώσεις και, μάλιστα, οικτρά…
- Μπα, μήπως διακρίνω μια αυτοπεποίθηση, τη στιγμή που δε θα έπρεπε να υπάρχει;
- Δεν είναι αυτοπεποίθηση, ούτε κομπασμός. Έτσι ήσουν πάντα: παρεξηγούσες κάθε πράξη και κάθε λόγο μου. Γιατί να μην το κάνεις και τώρα… σ’ αυτές τις όλο αγωνία στιγμές για μένα; Τη λέξη «αγωνία» την τόνισε ιδιαίτερα. Με έκπληξη, άκουσε τα δίχως οίκτο και έλεος λόγια της αγαπημένης του προς απάντησή του:
- Ούτε τα λυπημένο ύφος σου, ούτε τα εμφαντικά λόγια σου έχουν τη δύναμη να με κάνουν να αλλάξω γνώμη. Έχω ξεπεράσει εδώ και αρκετά χρόνια το ρομαντικό στάδιο, το οποίο διέρχεται η φίλη σου η Ναντίν, και έχω μάθει πια να βλέπω τις καταστάσεις ρεαλιστικά και να λέω τα πράγματα με το όνομά τους, δίχως να χρησιμοποιώ ευφημισμούς και βερμπαλισμούς. Είσαι, πλέον, ανίκανος να προκαλέσεις τη συμπόνια μου. Εγώ δε μπορώ να σε συγχωρήσω, ή να σε λυπηθώ. Μονάχα ο Θεός μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Είμαι απλά μια συνηθισμένη γυναίκα, που αγάπησε ένα συνηθισμένο γιατρό και τόλμησε να ονειρευτεί πως θα τον παντρευτεί και θα ευτυχίσει μαζί του, ζώντας μια συνηθισμένη ζωή, όπως όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι εσύ με απομύζησες, ρύπανες την ψυχή μου με τις προστυχιές σου και τα εφηβικά σου ανώριμα φερσίματα. Δεν αντέχω άλλο μια τέτοια κατάσταση. Προτιμώ να σε δω να σαπίζεις στην φυλακή, αφού δε θέλεις να είσαι στο πλευρό μου, μοναδικός αγαπημένος μου.
Τα είπε όλα αυτά μονοκοπανιάς, με μια παρατεταμένη πνοή που έβγαινε καυτερή από τα κατάβαθα του «είναι» της. Αποτέλειωσε την τελευταία φράση της ξέπνοη και ολοφυρόμενη, κατειλημμένη από ένα ασταμάτητο τρέμουλο και ποτισμένη στον ιδρώτα του αγωνιώδους πυρετού. Η καταιγίδα που είχε σπείρει, τώρα πια κόπασε. Έντονη συμπόνια έσκισε μεμιάς την καρδιά του άντρα. Αλίμονο, αυτός, που με κόπο είχε καταφέρει να απαλλαχτεί από συναισθήματα σαν κι αυτά, τώρα υποτροπίαζε; Ξεστράτιζε από την πορεία προς την Ελευθερία, μια πορεία που τόσο ακριβά είχε πληρώσει ως εκείνη τη στιγμή; Την αγαπούσε ακόμη, κι αυτό ήταν κάτι που τον καταδίκαζε σε παραμονή σ’ αυτόν τον μίζερο και άχαρο κόσμο. Η Σιμών κάλυψε με τις παλάμες της το πρόσωπό της και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα και λυγμικά. Η Ναντίν, δίπλα της, έμοιαζε με άβουλο ον που δε μπορεί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και αφήνεται να παρασυρθεί από την ορμητική ροή των καταστάσεων.
- Αν ήξερες… είπε εκείνος κι αμέσως έκοψε τη φράση του. Ίσως δεν ήταν ακόμη τόσο αργά για να της δώσει να καταλάβει τι περνούσε, ποιο μεγάλο σκοπό περίμενε από στιγμή σε στιγμή. Η Σιμών, μες στους λυγμούς της, δεν άκουσε τη φράση του κι έτσι την επανέλαβε:
- Αν ήξερες, μονάχα…
- Αν ήξερα τι, τέλος πάντων; Τι άλλο έχεις να μου πεις; Τι έχεις να πεις και σ’ αυτή εδώ τη μικρή τρελή που κρέμεται από τα χείλη σου; Το ξέρω πως πιότερο απευθύνεσαι σ’ αυτήν, παρά σε μένα. Γνωρίζω καλά πού αποσκοπείς.
- Αυτή η κοπέλα δε σημαίνει τίποτα για μένα, δήλωσε με απάθεια εκείνος. Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στη Ναντίν για να δει την αντίδρασή της στα λόγια του, συνέχισε απευθυνόμενος αποκλειστικά στη Σιμών, σαν να ήταν οι δυο τους μόνοι μες στο σπίτι: Άκουσέ με, Σιμών. Αν με κατηγορείς για τις πολλές επιπόλαιες σχέσεις που κατά καιρούς είχα, δεν έχεις άδικο. Αν πάλι με κατηγορείς για την έντονη και ασυγκράτητη σεξουαλικότητά μου, δεν έχεις, επίσης, κανένα απολύτως άδικο. Αν, όμως, με κατηγορείς πως δε σε αγαπώ και δε νοιάζομαι για σένα, τότε γίνεσαι ο πιο άδικος και σκληρός δικαστής που μπορεί να υπάρξει.
- Μπα… περιορίστηκε να πει η Σιμών.
- Μη με ειρωνεύεσαι, αγάπη μου…
Σταμάτησε να μιλά για λίγο και παρατήρησε τη Σιμών απέναντί του. Εκείνη έδειχνε να τα έχει χαμένα ολότελα από αυτή την αναπάντεχη μεταστροφή του. Αντίθετα, περίμενε πως θα θύμωνε με τα σκληρά, άκαρδα λόγια της, πως θα την έβριζε. Όλα τα περίμενε· μια τέτοια, όμως, αντίδραση της προκάλεσε απόλυτη σύγχυση. Ο Ντανιέλ συνέχισε στον ίδιο απολογητικό τόνο:
- Ναι, αγάπη μου… αν ήξερες ποια αποκαλυπτική αλήθεια συνειδητοποίησα σήμερα, ποιο τέλος με περιμένει, δε θα μου μιλούσες μ’ αυτό τον τρόπο.
- Τι θες να πεις; Εξηγήσου… Η γυναίκα ήταν ένα ψυχικό ράκος.
Ο Ντανιέλ είχε αποφασίσει να της ανοίξει την ψυχή του, να της πει τα πάντα. Την τελευταία, όμως, στιγμή δίστασε, δείλιασε. Ο πονηρός δαίμονας που κατασκήνωνε μες στην ψυχή του, αντέδρασε αστραπιαία, εξεγέρθηκε. «Τι πας να κάνεις ανόητε; Θα τα καταστρέψεις όλα! Είσαι ένας άθλιος, κοινός ανθρωπάκος και σου αξίζει η ίδια άδοξη μοίρα που αξίζει σ’ έναν τέτοιο ανθρωπάκο. Σε συμβουλεύω να μην πεις τίποτα. Λίγες ακόμη στιγμές μεσολαβούν μέχρι τη μέθεξή σου με την πολυπόθητη Ελευθερία. Μην κάνεις, επομένως, κάτι που θα το μετανιώσεις οικτρά». Αυτά είπε το δαιμόνιο. Ο Ντανιέλ ένιωσε φόβο, όχι εξαιτίας της εσωτερικής αυτής φωνής, αλλά εξαιτίας της αδυναμίας που τον έκανε να νιώθει αγάπη και συμπόνια, που τον έβαζε σε πειρασμό να απολογηθεί στη Σιμών και να της αποκαλύψει τον ιερό σκοπό του. Το δαιμόνιο τον συνέφερε. Ας ήταν αυτός ο τελευταίος πειρασμός…
Έπρεπε να βρει κάτι άλλο να πει. Έξαφνα, φωτίστηκε.
- Ακόμη δεν κατάλαβες, ανόητη γυναίκα; Είχα αποφασίσει να σε παντρευτώ, να σε κάνω γυναίκα μου και να ζήσουμε μαζί μια ευτυχισμένη, γαλήνια συζυγική ζωή. Κι εσύ τα κατέστρεψες όλα…
Η Σιμών ταράχτηκε. Ρίγησε σύγκορμη. Η νευρικότητά της εξαπλώθηκε ως τα πόδια της και από εκεί επέστρεψε προς το κεφάλι της. Τα χείλη της έτρεμαν, τα μάτια της βούρκωσαν και το βλέμμα της θόλωσε. Τα δάκρυα την πλημμύρισαν και άρχισαν να ξεχειλίζουν από το χείλος του κάτω βλεφάρου και να κυλούν πάνω στα ωχρά μάγουλά της. Τα στήθη της φούσκωσαν από τον αέρα μιας βαθιάς, παρατεταμένης εισπνοής. Οι χτύποι της καρδιάς της έγιναν τόσο έντονη που θάρρησε πως έφταναν ως τα αυτιά του Ντανιέλ.
- Είδες που τα κατέστρεψες όλα; Τι έχεις να πεις τώρα γι αυτό; Συνέχιζε σαδιστικά κι αλύπητα ο Ντανιέλ. Την κεραυνοβολούσε με τύψεις και ενοχές που δε μπορούσε άλλο να αντέξει.
Η Ναντίν παρακολουθούσε σα χαμένη τα τεκταινόμενα, ενώ έσφιγγε το χέρι της πάνω στο γυμνό της στήθος, όχι πια τόσο για να το κρύψει από την κοινή θέα, όσο γιατί ένιωθε την καρδιά της να σφίγγεται καθώς συνειδητοποιούσε την αγωνία της Σιμών.
Η Σιμών άρπαξε στις μικρές της χούφτες τούφες από τα μαλλιά της και άρχισε να τις τραβά με μανία, σα να ήθελε να τις ξεριζώσει, σε μια προσπάθεια αυτοτιμωρίας.
- Αγάπη μου συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ! Ω, τι έκανα η δύστυχη! Πες μου πώς μπορώ να επανορθώσω για το λάθος μου… συγχώρεσέ με!
Έτρεξε προς τον Ντανιέλ και έπεσε στην αγκαλιά του. Τον έσφιξε με τα ίδια χέρια που λίγα λεπτά πριν θα του έβγαζαν τα μάτια. Ω, πόσο τον αγαπούσε! Ο Ντανιέλ έμεινε ακίνητος κι ορθός, έχοντας γαντζωμένη επάνω του τη Σιμών. Έκλαιγε με λυγμούς πάνω στο στήθος του και τα δάκρυά της έβρεξαν με σταλαγματιές το πουκάμισό του. «Καταραμένε διάβολε! Γιατί να ξεπεταχτείς εμπρός μου σήμερα; Αυτή την ημέρα των γενεθλίων μου; Γιατί δε με άφησες να χαρώ με την γλυκιά μου γυναίκα την κοινή αυτή γιορτή; Γιατί… γιατί τρισκατάρατο ον;» Έσκυψε και της φίλησε τα μαλλιά. Παραλίγο να κλάψει κι ο ίδιος. Κι όμως, δεν την άξιζε μια τόσο μεγάλη αγάπη, γιατί δεν ήταν καν άνθρωπος. Ήταν ένα τέρας όμοιο με την αποτροπιαστική χίμαιρα που του είχε φανερωθεί πάνω στην επιφάνεια του καθρέφτη. Τι κι αν έμοιαζε με άνθρωπο εξωτερικά; Στα σπλάγχνα του έκρυβε μια καταχθόνια φύση, ένα σιχαμερό δαίμονα. Η Σιμών έπρεπε να αγαπήσει έναν αληθινό άνθρωπο, έναν άντρα φυσιολογικό. Σίγουρα θα έβρισκε κάποιον αντάξιο της καρδιάς της. Εκείνος είχε άλλη αποστολή και θα την εκπλήρωνε ακόμη κι αν η Σιμών αυτοκτονούσε μπροστά στα μάτια του.
- Ντανιέλ, αγάπη μου, τι σου έκανα η τρελή! Δεν το φαντάστηκα ούτε για μια στιγμή… Συγχώρα με! Άσε με να σε βοηθήσω. Ας φύγουμε μαζί μακριά από αυτό το καταραμένο μέρος και ας μην ξαναγυρίσουμε ποτέ πια πίσω. Θα γίνω δούλα σου, σκλάβα σου για την υπόλοιπη ζωή μου. Δέξου με, ακόμη κι αν σε πρόδωσα με τα ασυλλόγιστα λόγια μου. Σου το ορκίζομαι πως δε θα σε ξαναπροδώσω ποτέ πια όσο ζω!
Τον γράπωνε με τα νύχια της στην προσπάθειά της να μην τον χάσει, όπως κάποιος που πέφτει από ένα βράχο και γαντζώνεται με τα νύχια του πάνω στην πέτρα για να σταματήσει το κατρακύλισμα. Δεν έπρεπε να τον χάσει. Τόσα χρόνια ήταν αγαπημένο ζευγάρι. Ήταν τόσα πολλά αυτά που είχαν ζήσει μαζί, τα ταξίδια, οι βόλτες, οι ατέλειωτες συζητήσεις, τα γέλια, οι λύπες, ο έρωτας… όλα αυτά ήταν πάρα πολλά για να πάνε χαμένα σε μια άτυχη μέρα. Θα τον κρατούσε κοντά της, ακόμη κι αν έπρεπε να κάνει τις πιο μεγάλες θυσίες. Έξαφνα, μέσα στην τρέλα και τον αφηνιασμό της, δέχτηκε κάτι που δεν επρόκειτο ποτέ να δεχτεί εν ηρεμία. Ο γυναικείος της εγωισμός είχε εξασθενίσει σε τέτοιο βαθμό, που επισκιάστηκε πλήρως από την αγωνία του αποχωρισμού. Άφησε την αγκαλιά του και έκανε ένα βήμα πίσω. Τον κοίταξε με ένα τρελό βλέμμα. Έτρεξε προς τη Ναντίν, που είχε μείνει στην ίδια θέση σαν άγαλμα, την άρπαξε από το μπράτσο και την έσυρε με πρωτόφαντη δύναμη και βία κοντά στον Ντανιέλ. Εκείνη έκανε μια ελάχιστη προσπάθεια να αντισταθεί, αλλά ενέδωσε. Η Σιμών έπεσε στα γόνατα, αγκαλιάζοντας με το ένα της χέρι το πόδι του άντρα, ενώ με το άλλο κρατούσε σταθερά την άπραγη Ναντίν. Ο ένας μαστός της κοπέλας έμεινε πάλι ξέσκεπος.
- Δέξου με, αφέντη μου. Δέξου και τούτο εδώ το γύναιο. Δέξου και τις δυο μας. Θα κάνουμε ό,τι επιθυμήσεις· θα σε υπηρετούμε και οι δυο σα σκλάβες. Πάρε μας… σε εκλιπαρώ… σε ικετεύω, πάρε μας!
Η Ναντίν δεν ήξερε ούτε τι να πει, ούτε πώς να αντιδράσει. Αφέθηκε μονάχα να παρασυρθεί από την ορμητικότητα της παράξενης εκείνης γυναίκας. Ήταν μια κακή ηθοποιός πάνω στο θεατρικό σανίδι της ζωής. Σαν φυσική συνέπεια της ανεπάρκειάς της, σκέφτηκε πως έπρεπε να ενεργήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ώστε να μην παραμείνει ασήμαντη κομπάρσος στο εκτυλισσόμενο δράμα. Σε ποιο αποκορύφωμα οδηγούσε, άραγε, η φρενιτιώδης πορεία που είχε πάρει η σκοτεινή αυτή κατάσταση; Ποιος ο δικός της ρόλος στην όλη πλοκή του δράματος; Έμοιαζαν όλα πολύ σύνθετα και δυσκολονόητα για το νεαρό της μυαλό, το τόσο άπειρο από καταστάσεις σαν κι αυτές. Ως τη μέρα εκείνη ήξερε τους άντρες μέσα από το πρίσμα της συμπεριφοράς των συνομηλίκων της, καθώς και μέσα από το πρίσμα του επιφανειακού και στυλιζαρισμένου μοτίβου των πρωταγωνιστών του κινηματογράφου. Δεν είχε ποτέ ως τώρα στη ζωή της συναντήσει ένα πραγματικό άντρα, έναν άντρα όπως ο Ντανιέλ. Της είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποία χειριζόταν τη Σιμών, το αυστηρό και συνάμα σαδιστικό ύφος του απέναντι στις γυναίκες, η σταθερότητα των αποφάσεών του. Υπήρχε και κάτι άλλο επάνω του που τη γοήτευε. Δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν αυτό, αλλά ήταν σίγουρη για την ύπαρξή του και την επιρροή του επάνω της.
Από την άλλη, το ίδιο ολωσδιόλου παράξενη και πρωτόγνωρη ήταν για τη Ναντίν η συμπεριφορά της Σιμών. Ασυνήθιστη γυναίκα, το δίχως άλλο. Έμοιαζε με βαθιά θάλασσα, που τις διαθέσεις της δεν μπορεί κανείς να προβλέψει. Εκεί που λες πως η επιφάνειά της είναι ακύμαντη και γαλήνια σαν το λάδι, ξάφνου, από το μακρινό ορίζοντα καταφτάνει μια φοβερή φουρτούνα, που τα κύματά της ανασηκώνουν το βαθυγάλανο σάλι της επιδερμίδας της και ο φλοίσβος τους φτάνει τρομερός ως τα αυτιά των ναυτικών και τους τρομοκρατεί. Έτσι ευμετάβλητη και ανεξιχνίαστη ήταν και η Σιμών. Τη μία στιγμή εξαπέλυε μύδρους και ριπές θυμού κι οργής, ενώ την αμέσως επόμενη στιγμή έμοιαζε με μικρό κοριτσάκι που κλαίει εξαιτίας της τιμωρίας που της επιβλήθηκε. Τη μια στιγμή φάνταζε γυναίκα χειραφετημένη, με ακλόνητη αυτοπεποίθηση και σαγηνευτικό μπρίο, ενώ σε κλάσματα του δευτερολέπτου μετατρεπόταν σε ζητιάνο, σε επαίτη για την αποδοχή και την αγάπη του άντρα που αγαπούσε. Για ένα πράγμα, όμως, ήταν βέβαιη η Ναντίν: η Σιμών αγαπούσε δίχως όρια τον Ντανιέλ και τον ήθελε για πάντα κοντά της, όπως η Κίρκη τον Οδυσσέα. Αν μπορούσε να τον μαγέψει θα το έκανε, ακόμη κι αν καταδικαζόταν γι αυτό στις αιώνιες φωτιές της Κόλασης.
Κι αυτή η ίδια, η Ναντίν… τι ακριβώς ήταν αυτή και ποιος ο ρόλος της; Ο εγωιστικός της χαρακτήρας δεν της επέτρεπε με κανένα τρόπο να παραδεχτεί την ασημαντότητά της, την κατωτερότητά της σε σχέση με το τραγικό εκείνο ζευγάρι. Νέοι ορίζοντες και καινούργιες δυνατότητες απλώθηκαν μπρος στα μάτια της. Δεν μπορούσε εκείνη να είναι μια κοινή φοιτητριούλα, με τις κοινότυπες φιλοδοξίες της, ανάμεσα στους κοινότυπους και βαρετούς συμφοιτητές της. Αναλογίστηκε το φίλο της, το Λεό. Πόσο άδικη ήταν μαζί του όταν τον καταδίκαζε και τον κατηγορούσε για τις συγγραφικές του ανησυχίες, θεωρώντας πως το παν στη ζωή του θα έπρεπε να είναι η επιστημονική καριέρα! Μια εικόνα εγκαταστάθηκε στο νου της και της προκάλεσε αναγούλα: η εικόνα μιας μεσόκοπης, ρυτιδωμένης γιατρού, πίσω από το στείρο κι αποστειρωμένο γραφείο της, μέσα σε κάποια κλινική πλημμυρισμένη στην αποφορά του οινοπνεύματος και του αντισηπτικού. Όχι, δεν της άξιζε ένα τέτοιο μέλλον, ένας τόσο οικτρός συμβιβασμός. Μετά από μια αποκαλυπτική εμπειρία σαν αυτή που ζούσε εκείνη τη στιγμή, ένιωθε πως δε θα μπορούσε ποτέ πια να ανεχτεί μια συνηθισμένη ζωή. Αυτός ο άντρας μπροστά της ήταν, αναμφίβολα, ο υψηλός προορισμός της, το πεπρωμένος της. Ένιωσε να φουσκώνει από ηδονή και έπαρση. Ήθελε να παραμερίσει τη Σιμών, για να σταθεί η ίδια δίπλα στον μοιραίο αυτό άντρα. Το μέλλον φάνταζε τόσο πεζό και τετριμμένο δίχως εκείνον στο πλάι της. Ένιωσε έτοιμη να κάνει ό,τι κι αν εκείνος της ζητούσε… αρκεί να της ζητούσε κάτι… οτιδήποτε. Θα του δινόταν με άφατη ευχαρίστηση, ενώ από τώρα ένιωθε το κύμα του επερχόμενου οργασμού να εφυγραίνει τον κόλπο της. Χίλιες και μία εικόνες παθιασμένης συνουσίας μαζί του πότιζαν το άνθος του αισθησιασμού της, άνθος που για πρώτη φορά στη ζωή της ξεφύτρωσε μεθυστικά μυρωδάτο μες από το άγουρο έδαφος της θηλυκότητάς της. Ω, ας την έκανε ό,τι ήθελε· ας τη μεταχειριζόταν κατά βούληση. Το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να αισθανθεί πλέρια την ολκή του γεννητικού του μορίου μέσα της, να μετατραπεί σε εκμαγείο μες στο οποίο η κολασμένη λάβα του αντρικού πόθου θα έπαιρνε μορφή. Καθώς το πάθος την πυράκτωνε και την έκανε ευλύγιστη, όπως το σίδερο που είναι έτοιμο να δεχτεί το σφυροκόπημα πάνω στο αμόνι, μια και μόνη επιθυμία την κυρίευσε και την έκανε να ασφυκτιά από το βάρος της: ήθελε να νιώσει την ηδονή μέσα από τα σώμα του Ντανιέλ. Ήθελε να καταλάβει για λίγο το κορμί και τις αισθήσεις του άντρα, σαν παράσιτο, και να νιώσει τον ερεθισμό μέσα από το πέος του, να δει μέσα από τα μάτια του, να ηδονιστεί μέσα από την αφή του. Ήθελε, μ’ άλλα λόγια, να είναι ο ίδιος ο Ντανιέλ, να ζήσει και να αισθανθεί μέσα απ’ αυτόν. Ποθούσε να κάνει έρωτα μαζί του και συνάμα μαζί με όλες τις γυναίκες που αυτός είχε γνωρίσει στη ζωή του, από την πρώτη ως την τελευταία, τη Σιμών. Αδημονούσε να νιώσει αυτό που αισθάνεται ένας άντρας όταν κατακτά μια γυναίκα, την ίδια στιγμή που η ίδια θα γινόταν μια ακόμη κατάκτησή του. Ήταν ένα αντικείμενο προς εκμετάλλευση από τον Ντανιέλ και θα έβρισκε την απόλυτη σεξουαλική ικανοποίηση μόνο αν αυτός της φερόταν όπως σε ένα άψυχο αντικείμενο. Του έδινε το ελεύθερο να τη βρίσει, να τη σκοτώσει, να τη βιάσει, γιατί κάθε φορά θα της χάριζε την ίδια ευχαρίστηση…
Ο Ντανιέλ έμεινε ακίνητος να παρατηρεί ψυχρά και αηδιασμένα τις δυο γυναίκες. Τώρα πια το όργανό του είχε καταλαγιάσει και έμενε ακίνητο και μουδιασμένο. Δεν ένιωθε κανένα πόθο. Ήταν ελεύθερος. Έκλεισε τα μάτια του κι ένιωσε ναυτία να αναμοχλεύει τα γαστρικά του υγρά. Κρύος ιδρώτας έλουζε το μέτωπό του και του ερχόταν να λιποθυμήσει. Με έκδηλη κι απροκάλυπτη αηδία έσπρωξε μακριά το σύμπλεγμα των δυο γυναικών και κατάφερε να ελευθερωθεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα, γιατί ασφυκτιούσε. Κοίταξε με βλέμμα πλήρες κενότητας τη Σιμών. Η ματιά του την τρόμαξε.
- Σε αγαπώ, Ντανιέλ. Σε λατρεύω με κάθε μικρό μόριο της ψυχής μου. Είμαι όλη δική σου… αρκεί να με κάνεις γυναίκα σου. Μην αλλάζεις γνώμη, σε παρακαλώ. Για μένα δεν έχει αλλάξει τίποτα. Θυμήσου όλα όσα ζήσαμε μαζί, όλες τις χαρές και όλες τις λύπες της κοινής ζωής μας. Είναι πάρα πολλά όλα αυτά για να τα πετάξεις έτσι άκαρδα κι απερίσκεπτα. Δεν είναι αργά, όπως πιστεύεις. Θα δεις… όλα θα πάνε καλά. Θα ζήσουμε για πάντα ευτυχισμένοι οι δυο μας. Εν ανάγκη θα φύγουμε απ’ αυτή την πόλη… ακόμη κι απ’ αυτή τη χώρα, αν χρειαστεί. Δε θα έχουμε παρελθόν, μονάχα παρόν και μέλλον… καταλαβαίνεις πόσο πολύ σ’ αγαπώ;
Τον αγαπούσε πολύ, είναι αλήθεια. Μα τον αγαπούσε με μια αγάπη παθολογική, ανώμαλη, εκτρωματική. Μια αγάπη που τον γέμισε με αηδία όσο ποτέ άλλοτε ως τότε. Κι αν η Σιμών είχε δίκιο; Αν, όντως, έμελλε να ζήσουν οι δυο τους ευτυχισμένοι από εδώ και πέρα; Δεν είχε καμία σημασία τώρα πια για τον Ντανιέλ. Έτσι κι αλλιώς είχε μια αποστολή να φέρει εις πέρας. Τα χρονικά περιθώρια είχαν στενέψει ασφυκτικά. Όλα ήταν υπόθεση μερικών λεπτών.
- Ντανιέλ, αγάπη μου, είσαι η μοναδική προοπτική της ζωής μου. Το μοναδικό μέλλον στο οποίο πιστεύω με όλη μου την ψυχή. Η ζωή μου είναι μια κλωστή και η απόφασή σου μια φλόγα κάτω απ’ αυτή, που την καίει αλύπητα. Δέξου με για γυναίκα σου κι εγώ θα δεχτώ κάθε σου ιδιορρυθμία, κάθε σεξουαλική σου επιθυμία. Μπορούμε να έχουμε μαζί μας ακόμη και όποια άλλη γυναίκα ποθείς. Φτάνει μονάχα να είσαι ο άντρας μου, να ξέρω ότι ανήκω σε σένα και ότι μου ανήκεις. Ας πάρουμε κι αυτό το κορίτσι μαζί μας. Δέχομαι να μας έχεις και τις δύο. Σε έχω απόλυτη ανάγκη. Θα σου σταθώ σε κάθε δυσκολία, αρκεί να είμαι μέρος της ζωής σου αναπόσπαστο, αναφαίρετο…
Η Σιμών παραλογιζόταν. Δεν ήξερε κι εκείνη τι την είχε πιάσει και έπεφτε τόσο χαμηλά, τσαλαπατώντας αλύπητα την αξιοπρέπειά της. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. Ένιωθε φτηνή και τιποτένια. Όμως, η παρόρμηση της στιγμής εκείνης δεν της επέτρεπε να αντιδράσει διαφορετικά. Ως ένα βαθμό ηδονιζόταν με τον ξεπεσμό της.
Έξαφνα, ο Ντανιέλ άρπαξε τη σαστισμένη Ναντίν και βγήκαν οι δυο τους έξω από το διαμέρισμα. Στους διαδρόμους των ορόφων της πολυκατοικίας οι πόρτες των διαμερισμάτων μισάνοιξαν και από στενά, φωτεινά χάσματα ξεπρόβαλαν πρόσωπα όλο περιέργεια. Κάποιος χασμουριόταν, κάποιος άλλος ήταν εκνευρισμένος από τη φασαρία, ενώ δυο γειτόνισσες έπιασαν ψηλή κουβέντα σχολιάζοντας φανταστικά σενάρια. Η Ναντίν είχε αφεθεί να παρασύρεται από την ακατάβλητη δύναμη με την οποία την κρατούσε ο Ντανιέλ μες στο παραλήρημά του.
Η Σιμών έμεινε μονάχη στο αδειανό διαμέρισμα. Ήταν αναμαλλιασμένη και τα μάγουλά της μουτζουρωμένα από το μολύβι των βλεφάρων που είχε παρασυρθεί από τα δάκρυα. Κοίταξε τριγύρω στα χαμένα. Είδε στο πάτωμα τα διάσπαρτα κομμάτια από σπασμένα βάζα, κρυστάλλινα και πορσελάνινα μπιμπελό και γυάλινα ποτήρια. Αντίκριζε μια ολική καταστροφή. Το σπίτι έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο. Ένας τοίχος του σαλονιού ήταν λεκιασμένος με ουίσκι κι ένα κάδρο κρεμόταν στο ένα από τα δυο καρφιά. Τι είχε γίνει εκεί μέσα; Όλη αυτή την καταστροφή την είχε προκαλέσει ο Ντανιέλ; Την κατέλαβε ένας φόβος που όμοιό του δεν είχε ξανανιώσει ως τότε. Έτρεξε προς το τηλέφωνο, που ήταν κι αυτό πεσμένο στο πάτωμα. Σήκωσε το ακουστικό και πληκτρολόγησε το νούμερο του Ζαν. Πέρασε κάμποση ώρα ώσπου να σηκώσουν το ακουστικό από την άλλη άκρη της γραμμής.
- Ναι; Ακούστηκε μια παραξενεμένη φωνή. Τον είχε ξυπνήσει.
- Ζαν, ντύσου γρήγορα κι έλα στο σπίτι του Ντανιέλ!
- Ποιος είναι; Ακούστηκε και πάλι η νυσταγμένη φωνή. Ποιος είναι;… Σιμών εσύ είσαι;
- Ναι, Ζαν, η Σιμών είμαι. Σε παρακαλώ να έρθεις όσο γρηγορότερα μπορείς στο σπίτι του Ντανιέλ.
- Μα, τι τρέχει; Συνέβη κάτι; Δεν καταλαβαίνω… Στο βάθος ακούστηκε και μια άλλη νυσταγμένη φωνή. Ήταν η Μαρί που είχε κι αυτή ξυπνήσει και ρωτούσε τον άντρα της ποιος ήταν στο τηλέφωνο τέτοια ώρα.
- Δεν έχω χρόνο να σου εξηγήσω αυτή τη στιγμή. Θα τα μάθεις όλα όταν φτάσεις. Μόνο έλα όσο πιο σύντομα μπορείς. Ο φίλος σου κινδυνεύει!
Έκλεισε το τηλέφωνο με ένα λυγμό. Έπειτα, έτρεξε έξω από το διαμέρισμα στο κατόπι του Ντανιέλ και της Ναντίν.


Ήταν εξουθενωμένος από την πολύωρη δοκιμασία του «εξαγνισμού» και την επώδυνη εξάντληση των ψυχικών του αποθεμάτων. Τι είχε συμβεί; Τι μπορούσε να έχει ανακόψει την πορεία προς το τέλος του; Ποια κατάληξη θα είχε, άραγε, η προσωπική του οδύσσεια; Κάποιος θεός, ή δαίμονας, ή όποιος άλλος είχε αποφασίσει προ πολλού για τη μοίρα του, έστεκε απέναντί του και τον περιγελούσε· ήταν σίγουρος γι αυτό. Ένιωθε σαν πιόνι πάνω σε σκακιέρα, που ο αφέντης του το έχει καταδικάσει σε άσκοπες κινήσεις, μιας και δε θέλει να παραδεχτεί πως έχει χάσει το παιχνίδι. Έτρεχε σαν αφηνιασμένο άλογο μες στους δρόμους, τραβώντας μαζί του τη Ναντίν, σαν να ήταν κονσερβοκούτι. Ποια θα ήταν η επιβράβευσή του και πότε θα ερχόταν; Πού ο τερματισμός; Υπήρχε, άραγε, η Ελευθερία που αποζητούσε; Κι αν υπήρχε, πότε θα αποκαλυπτόταν σ’ αυτόν; Κι αν δεν ερχόταν ποτέ;… Όσο το καλοσκεφτόταν, τον βόλευε η σκέψη πως έμοιαζε με πιόνι, γιατί σαν τέτοιο δεν ήταν δυνατό να έχει την ευθύνη των πράξεών του· η ευθύνη έπεφτε ολόκληρη σ’ εκείνον που τον κινούσε και τον όριζε. «Ευθύνη… ευθύνη». Μήπως, τελικά, σ’ αυτή και μόνο τη λέξη κρυβόταν η σωτηρία του Ντανιέλ; Ελεύθερος είναι εκείνος που ενεργεί χωρίς ευθύνη, γιατί δε θα έρθει αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του, γιατί κανείς δεν θα τον κατηγορήσει, ούτε θα τον επαινέσει, γιατί δεν είναι τίποτε άλλο παρά μονάχα το εκτελεστικό όργανο κάποιας ανώτερης ευφυΐας που σκέπτεται για λογαριασμό του. Κανείς δε διανοήθηκε ποτέ να κατηγορήσει το χέρι που διέπραξε ένα φόνο. Το χέρι δεν έχει νου, δεν αποφασίζει, δε λυπάται, δε συγχωρεί, δε χαίρεται, δεν αισθάνεται: είναι, απλά, το εκτελεστικό όργανο. Ο νους είναι ο δολοφόνος, ο μόνος υπαίτιος του εγκλήματος. Από την άλλη, ο νους από μόνος του δε μπορεί να σκοτώσει ούτε ένα μυρμήγκι. Χωρίς εκτελεστικά όργανα, ο εγκέφαλος υπάρχει μονάχα για τον εαυτό του και δεν μπορεί να επιδράσει στο περιβάλλον του· είναι ανήμπορος. Κι όμως, το χέρι του δολοφόνου ποτέ κανείς δεν το κατηγόρησε. Ένα τέτοιο χέρι ήταν κι ο Ντανιέλ και γι αυτό δε μπορούσε να έχει καμία ευθύνη για τις πράξεις του. Ήταν ελεύθερος, με μια ελευθερία που πήγαζε από τη έλλειψη ευθύνης. Ναι, τελικά ήταν κάτι τόσο απλό, που απορούσε πώς δεν το είχε σκεφτεί από πριν. Δεν ήταν υποχρεωμένος να φτάσει με τις δικές του δυνάμεις στο προδικασμένο του τέλος. Θα άφηνε τον από μηχανής θεό να οδηγήσει τα πόδια του και να κινήσει τα χέρια του, δίχως ο ίδιος να αποφασίσει για τίποτα. Αυτό που θα μπορούσε να ονομάσει κάθε λογικός άνθρωπος τυχαία γεγονότα, ο Ντανιέλ το έλεγε άνωθεν καθοδήγηση, κι έτσι βρήκε ένα απλανές σημείο για να πατήσει, απαλλαγμένος από περαιτέρω αμφιβολίες και απορίες. Την είχε απόλυτη ανάγκη μια τέτοια διαπίστωση για να μπορέσει να διατηρήσει την ψυχραιμία του, να κατασιγάσει την εσωτερική του αναστάτωση.
Αφού ο άντρας και η κοπέλα διένυσαν αρκετά μέτρα, περνώντας από μεγάλους δρόμους κι από στενά σοκάκια, κάποτε σταμάτησαν καταϊδρωμένοι και ξέπνοοι. Οι καρδιές και των δύο χτυπούσαν δυνατά σαν ταμπούρλα και τα μέλη τους έτρεμαν. Γύρισε ασθμαίνοντας προς τη Ναντίν και την κοίταξε με βλέμμα εκστατικό και σπινθηροβόλο. Εκείνη τρόμαξε από την ένταση αυτού του βλέμματος που έμοιαζε να τη διαπερνά και να κοιτά σε κάποιο σημείο πίσω της. «Μικρή μου Ναντίν, έχεις κι εσύ σημαντικό ρόλο στο όλο δράμα. Θα γίνεις ο αμνός προς θυσία στο λατρευτικό βωμό της Ελευθερίας. Θα επισφραγίσεις τη νίκη μου επί της μιζέριας και της αθλιότητας του κόσμου τούτου. Η μοίρα θέλησε να είσαι εσύ το εισιτήριο για το στερνό ταξίδι μου…» Στη διάρκεια των λίγων εκείνων δευτερολέπτων που την κοιτούσε, πήρε και τις τελικές του αποφάσεις: θα τη σκότωνε και μετά θ’ αυτοκτονούσε πηδώντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας του. Συνειρμικά, στο μυαλό του μπήκε η εικόνα του κύκλου της Κόλασης, όπου είναι φυτεμένοι με τη μορφή δέντρων άνθρωποι που διέπραξαν το αμάρτημα της αυτοκτονίας. Οι κακόηχες θρηνωδίες και οι μάταιοι ολοφυρμοί τους πλημμύρισαν το φανταστικό σκηνικό που είχε στηθεί στο μυαλό του Ντανιέλ. Έμοιαζαν τόσο γελοία αυτά τα δέντρα… Η Ναντίν τον είδε να χαμογελά απόκοσμα αινιγματικά. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι ακριβώς σκεφτόταν ο άντρας εκείνη τη στιγμή, όμως θεώρησε πως το χαμόγελο ήταν παράταιρο με τη δραματική κατάσταση στην οποία παρέπαιαν οι δυο τους. Ο Ντανιέλ ένιωθε κύριος της κατάστασης και επικυρίαρχος πάνω στο άμοιρο πλάσμα που τραβολογούσε μαζί του. Ήταν για τη Ναντίν ένας μικρός θεός, προορισμένος για να καταστρέφει μιας και δε μπορεί να δημιουργήσει. «Προτελευταίο βήμα μου πριν το τέλος: η Ναντίν» σκέφτηκε παραλογιζόμενος.
Το σαγηνευτικό κορίτσι, τραγικό άθυρμα στις προθέσεις του Ντανιέλ, κοίταζε τον καθηγητή της κατακόκκινη από την έξαψη και τον πόθο. Δεν υπολόγιζε ούτε το κρύο της φθινοπωρινής νύχτας, ούτε την τρέλα που στραφτοκοπούσε στα γυάλινα μάτια του άντρα. Παρασυρμένη από κάποια μυστήρια και ανεξιχνίαστη αιτία, ένιωθε βαθιά εντός της ότι εκείνος ήταν ο μέντοράς της, το πεπρωμένο της, ότι ήταν εκείνος που θα έδινε νόημα στη ζωή της. Δεν υπήρχε συνέχεια δίχως εκείνον. Την είχε στιγματίσει ανεπανόρθωτα. Στροβιλιζόταν σε ένα βαλς συναισθημάτων πρωτόφαντων και άγνωρων για τη νεαρή της ψυχή. Όσο κι αν προσπαθούσε να συγκεκριμενοποιήσει την αιτία που την έκανε να ακολουθεί τον καθηγητή της στην απονενοημένη διαδρομή τους, δε μπορούσε να διακρίνει τι ήταν αυτό που την είχε αρπάξει με τις λαβίδες του και την καθιστούσε έρμαιο των διαθέσεων του Ντανιέλ. Ωστόσο, μια φωνή μέσα της την προέτρεπε να φύγει όσο το δυνατό γρηγορότερα από κοντά του, να σπάσει τις αλυσίδες που την έδεναν μες στο λημέρι του άγριου εκείνου θηρίου, που έδειχνε τα δόντια του και βρυχιόταν πριν την καταβροχθίσει. Μια φωνή προσπαθούσε να την πείσει πως κάτι πολύ κακό, κάτι αναπάντεχα μοιραίο την περίμενε. Αχνάκουγε τη φωνή αυτή, όμως καθώς τα λεπτά περνούσαν, ο ψυχισμός της έγινε μαλθακός και δυσκίνητος. Η σωτήρια φωνή ολοένα αδυνάτιζε, αργόσβηνε, ώσπου έγινε ψίθυρος· κι ο ψίθυρος έγινε σιγή· και η σιγή έμελλε να γίνει μοιραία για τη ζωή της.
Κάποτε έφτασαν σε μια έρημη, μισοφωτισμένη πλατεία, όπου στάθηκαν πίσω από δυο ψηλούς θάμνους που τους έκρυβαν από τους τυχαίους περαστικούς και τους ηδονοβλεψίες. Το μόνο που ήθελε εκείνη ήταν να της κάνει έρωτα. Αδημονούσε με όλο της το «είναι» να αισθανθεί το υγρό, ζεστό κενό ανάμεσα από τα πόδια της να γεμίζει από το σκληρό, καυτερό όργανο του άντρα. Ευχόταν να ήταν ρουφήχτρα για να τον ρουφούσε και να τον εξαφάνιζε μέσα στον κόλπο της. Έτσι καθώς ήταν γεμάτη με φιλήδονη χαύνωση και κορωμένες αισθήσεις, δέχτηκε το βίαιο φιλί του Ντανιέλ. Ένιωσε το χέρι του πάνω στο γυμνό της μαστό και τα μεγάλα του δάχτυλα να τσιμπούν την τεταμένη ρόγα, μαστιγώνοντάς τη με κύματα πνιγηρού ερεθισμού. Ο Ντανιέλ άρπαξε με δύναμη και αποφασιστικότητα τον μακρύ λαιμό της και άρχισε να τον σφίγγει ολοένα περισσότερο. Σκέφτηκε να την πνίξει, αλλά το μετάνιωσε. «Όχι… καλύτερα όχι μ’ αυτό τον τρόπο. Παραείναι βίαιος και κοινότυπος». Χαλάρωσε τη λαβή του. Η Ναντίν θεώρησε πως η κίνησή του αυτή ήταν μέρος των αισθησιακών χαδιών του και απογοητεύτηκε όταν αισθάνθηκε να χαλαρώνει το σφίξιμό του. Ο λαιμός της κοκκίνισε και έτσουζε από τις νυχιές που της είχε κάνει. Όμως, αυτό της άρεσε· την ερέθιζε στο έπακρο, θαρρείς πως η ψυχή της αποζητούσε την κακοποίηση του κορμιού της, παρασυρμένη από κάποιο ανεκδιήγητο μαζοχιστικό ντελίριο. Ο Ντανιέλ συνέχιζε ακάθεκτος να τη φιλά και να της δαγκώνει που και που τα χείλη. Έπειτα το στόμα του, κολλημένο καθώς ήταν πάνω στη σάρκα της, κατηφόρισε στο πηγούνι της, στο λαιμό, στους ώμους, στο στέρνο και κατέληξε στον υπέροχο, κατάλευκο μαστό της, που ξεπρόβαλε γυμνός εξαιτίας της σκισμένης τιράντας. Έβαλε τη γλώσσα του στη ροδαλή της ρόγα και την πιπίλησε. Έπειτα, απομόνωσε με το στόμα του όσο μεγαλύτερο τμήμα του μαστού χωρούσε και βάλθηκε να τον ρουφά, σα να ήθελε να τον καταπιεί.
Η κορωμένη του ηδονή και η άγρια λαγνεία έφτασαν σε τέτοιο αποκορύφωμα, που το πέος του δεν άντεξε τον ασταμάτητο καταιγισμό ερεθισμάτων και εκσφενδόνισε στο εσωτερικό του παντελονιού του τον λευκό, κολλώδη χυμό της άνθισής του. Έμεινε τότε κολλημένος, με όσα περισσότερα σημεία του σώματός του μπορούσε, πάνω στα αντίστοιχα σημεία του σώματος της Ναντίν. Δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί τίποτα εκείνη τη στιγμή, παρά μονάχα έμενε ακίνητος και απολάμβανε τα τελευταία κύματα της ανακουφιστικής εκσπερμάτισης του.
Η Ναντίν δεν κατάλαβε αρχικά το λόγο που ο Ντανιέλ σταμάτησε έτσι απότομα να τη φιλά και να τη χαϊδεύει. Με ηλίθια απορημένο ύφος έμεινε να κοιτά το ανθρώπινο εκείνο ράκος που κρεμόταν με όλο του το βάρος από εκείνη κι αναταράζοντας από τους τελικούς σπασμούς. Όταν, όμως, κατάλαβε τι είχε γίνει, κοκκίνισε από ντροπή ανάμικτη με απογοήτευση. Ο Ντανιέλ ένιωσε κι αυτός ντροπή, όχι όμως για τους ίδιους λόγους με τη Ναντίν, αλλά γιατί είχε παρασυρθεί από το ερωτικό του πάθος απερίσκεπτα και δίχως να σεβαστεί το ρόλο που έπρεπε να επιτελέσει. Ακόμη και μέσα στα ελάχιστα εκείνα λεπτά πριν την μεταφυσική του ολοκλήρωση, πριν το θάνατό του, συνέχιζε να ποδοπατεί το πνεύμα και την ανωτερότητά του. Ενώ μια ολάκερη, ολόλαμπρη αιωνιότητα τον περίμενε λίγα βήματα μπροστά του, εκείνος πισωπατούσε, υπακούοντας στα αταβιστικά, ευτελή ένστικτά του. «Ιδού ο Ντανιέλ! Ιδού ο θεΐσκος, μικρή τελειότητα, ο άρχων που αποφασίζει για τη ζωή τη δική του και των άλλων! Ιδού πόσο γρήγορα κατρακυλά σε βάραθρο απύθμενο… πόσο αβοήθητα κατακρημνίζεται από το γκρεμό… Πόσο λεπτή είναι, αλήθεια, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην τελειότητα και τη… γελοιότητα! Θαρρεί κανείς πως αυτές οι έννοιες είναι τόσο σύμφυτες, που από τη στιγμή που οικειοποιηθεί κανείς την πρώτη, παρασύρεται στη δεύτερη». Τέτοια σκεφτόταν ο Ντανιέλ μετά την εκσπερμάτιση κι ευθύς μελαγχόλησε.
Οι θεοί τους κοίταζαν με μάτια τ’ άστρα τ’ ουρανού και γελούσαν με τους κωμικούς ρόλους που είχαν διανείμει στους δυο ανθρώπους, που έμοιαζαν με μυρμήγκια κάτωθέ τους. Είχαν πραγματικά ξεκαρδιστεί και κάποιοι μεταξύ αυτών είχαν δακρύσει από το ξέσπασμα. Έπειτα, είδαν τον άντρα να σηκώνει το βλέμμα και να κοιτάζει προς το μέρος τους με πραγματικό μίσος και μεμιάς το γέλιο έσβησε από τα τέλεια πρόσωπά τους. Όσο μικροσκοπικοί κι ασήμαντοι είναι οι άνθρωποι από το ύψος των θεών, άλλο τόσο μικροσκοπικοί κι ασήμαντοι είναι οι θεοί από το βάθος των ανθρώπων…
«Εμπρός, λοιπόν, για το βήμα της προόδου! Εμπρός για το προτελευταίο σκαλοπάτι πριν το τέλος!» πρόσταξε μέσα του ο Ντανιέλ.
- Τι κατάλαβες, λοιπόν, κορίτσι μου; Τι κατάλαβες που έψαξες να με βρεις για να με συναντήσεις;
Η Ναντίν απέφευγε να τον κοιτάξει. Ένα χοντρό, αλμηρό δάκρυ αυλάκωσε τα μάγουλά της. Τα χέρια της αιωρούνταν πλάι στις πλευρές της αδύναμα και μουδιασμένα. Ήθελε να τα σηκώσει ως το πρόσωπό της και να καλύψει με τις παλάμες τα μάτια, μα δεν τα αισθανόταν, δεν τα όριζε. Ο Ντανιέλ την κοίταζε με μελαγχολική συμπόνια. «Είσαι, πλέον, νεκρή. Είσαι πιο νεκρή κι από πεθαμένο, πιο αδιάφορη για μένα κι από το θρόισμα των φύλλων για κάποιον θεόκουφο…» Η μελαγχολική του διάθεση στολίστηκε έξαφνα από την πένθιμη μελωδία του «Θανάτου της Άσε» το Grieg, που έφτανε ως τα αυτιά του από το πουθενά και διηθούσε την ψυχή του. Έκλεισε τα μάτια του και οι φανταστικές νότες πλημμύρισαν σύσσωμο το «είναι» του με μια στυφή γεύση, όμοια με τη γεύση που απομένει στον ουρανίσκο κάποιου όταν πιει την πρώτη γουλιά ξηρού κόκκινου κρασιού. Η εσωτερική του φουρτούνα, όμοια όπως το κλειδί που ανοίγει ένα δωμάτιο πλημμυρισμένο από νερό, άνοιξε το στόμιο του ασκού της θλίψης. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως έκρυβε τόση θλίψη εντός του, τόση πολλή δυστυχία.
Ο άντρας και η κοπέλα έγειραν ο ένας πάνω στον ώμο του άλλου και απελευθέρωσαν με ανακούφιση όλη τη ντροπή τους για κάμποση ώρα.
Έναν αιώνα έπειτα, ο Ντανιέλ προσέφερε το σακάκι του στη Ναντίν, την σκέπασε με αυτό καλά, ώστε να σιγουρευτεί πως δεν κρυώνει, την αγκάλιασε και άρχισαν οι δυο τους να περπατούν, βγαίνοντας από το πάρκο, όπου είχαν αφήσει κάτι από τον εαυτό τους. Στιγμές, στιγμές κοιτάζονταν στα μάτια και χαμογελούσαν γεμάτοι ευγένεια και καλοσύνη. Ένιωθαν τόσο όμορφα, τόσο φιλιωμένοι και αγαπημένοι με μιαν αόριστη, ανώτερη αγάπη –αγάπη που δεν απαιτεί τίποτα και δεν δίνει τίποτα, μα που ωστόσο υπάρχει μόνο για να χαίρεται την ύπαρξή της.
Περπατούσαν αμίλητοι. Ωστόσο, κάποια στιγμή η Ναντίν ρώτησε γεμάτη συγκίνηση:
- Θα σε ξαναδώ;
- Γιατί θέλεις κάτι τέτοιο, μικρή μου;
- Να... γιατί… γιατί σε αγαπώ... σε αγαπώ πολύ!
- Σώπασε. Δεν μπορείς να λες κάτι τέτοιο. Όχι, δε μ’ αγαπάς. Δεν αξίζω να με αγαπάς, δεν αξίζω ούτε καν να με μισείς. Είμαι μια χαμένη υπόθεση. Εσύ έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου –είχε προς στιγμήν ξεχάσει πως σκόπευε να τη σκοτώσει.
- Μην το λες αυτό. Δεν είσαι χαμένη υπόθεση. Δεν είσαι σαν κανένα από όλους όσους έχω γνωρίσει. Είσαι τόσο ξεχωριστός και νομίζω πως ζώντας μαζί σου κλέβω κι εγώ λίγη από τη λάμψη σου και τη διαφορετικότητά σου. Χωρίς εσένα είμαι ένα τίποτα, κάτι λιγότερο από τίποτα...
Του μιλούσε σαν μεγάλη γυναίκα που ξέρει τι θέλει από τη ζωή και μπορεί να συμπαρασταθεί σε κάθε ανάγκη ενός άντρα. Ο Ντανιέλ τότε συνειδητοποίησε πως η Ναντίν ήταν, ίσως, η πιο κατάλληλη απ’ όλους για να την κάνει κοινωνό της αποκάλυψης που είχε ζήσει εκείνη την ημέρα. Σε λίγο θα ήταν νεκρή. Ποιος καταλληλότερος φύλακας ενός μυστικού από κάποιον που από στιγμή σε στιγμή πεθαίνει;
- Μη μιλάς άλλο. Το μέλλον είναι τόσο άγνωστο για όλους μας. Μην προεξοφλείς και μην προδικάζεις τίποτα απολύτως. Δύο μυστήρια κατατρώγουν και διαβρώνουν την τραγική ψυχή του ανθρώπου σε τούτο τον κόσμο. Δύο πράγματα δεν θα μάθει ποτέ ο άνθρωπος όσο ζει: το τι ήταν πριν γεννηθεί και το τι θα απογίνει αφότου πεθάνει.
- Θάνατος... τι σκληρή λέξη. Ας μη μιλάμε για τόσο σκοτεινά πράγματα, απάντησε η Ναντίν. Και συνέχισε: Μαζί σου δε φοβάμαι μήτε το θάνατο. Πίστεψέ με. Μόλις σήμερα το πρωί σε γνώρισα, αλλά οι λίγες αυτές ώρες από εκείνη τη στιγμή, στάθηκαν για μένα αιώνας ολόκληρος. Είσαι ένας χείμαρρος από έντονα συναισθήματα και εμπειρίες που θέλω κι εγώ να αποκτήσω. Μη μ’ αφήσεις ποτέ…
- Μη φοβάσαι, αγάπη μου. Δε θα σ’ αφήσω ποτέ.
- Θέλω η ζωή μου να συνυφανθεί με τη δική σου από εδώ και πέρα. Τα λόγια της πρόδιδαν τον κεραυνοβόλο έρωτα που ένιωθε για τον καθηγητή της. Τίποτα απ’ όσα του έλεγε δεν είχε την παραμικρή ιδέα προσποίησης. Όλα ήταν αληθινά, ακραιφνή και αγνά.
- Αφού αυτό θέλεις, αυτό και θα γίνει. Αρκεί να μου έχεις εμπιστοσύνη.
Ο Ντανιέλ ένιωθε σα να εκφωνεί τον επικήδειο της νεαρής κοπέλας. Είχε μπερδευτεί εντός του, γιατί ανακάλυπτε πως έκρυβε κι αυτός μια σπιθίτσα αγάπης για εκείνη.
- Δε μου αρκεί. Πρέπει να μου το υποσχεθείς… να μου το ορκιστείς σε ό,τι έχεις πιο ιερό.
Ο Ντανιέλ αναρωτήθηκε ποιο ήταν το πιο ιερό πράγμα γι αυτόν. Είχε, άραγε, απομείνει κάτι ιερό μες στα τρίσβαθα ερέβη της ψυχής του; Σκέφτηκε… Έξαφνα, σαν την πριγκίπισσα του παραμυθιού που ξυπνά από χρόνιο λήθαργο μ’ ένα φιλί, συνειδητοποίησε πως διατηρούσε, πράγματι, ακόμη κάτι ιερό μέσα του: την Ελευθερία!
- Στο ορκίζομαι… στην Ελευθερία μου, της απάντησε ικανοποιημένος.
Η Ναντίν έδειξε για λίγο σαστισμένη, μιας και δεν κατάλαβε το νόημα της φράσης του. Για ποια ελευθερία μιλούσε; Τι μπορεί να ήταν αυτή η ελευθερία που εκτόπιζε μέσα του όλες τις δοκιμασμένες στους αιώνες και διαχρονικά παραδεκτές αξίες, ώστε να τη θεωρεί ως την πιο ιερή του αξία; Άνοιξε τα χείλη της, θέλοντας να του εκφράσει την απορία της, μα ο Ντανιέλ απέθεσε το δείκτη του στα μισάνοιχτα χείλη της, αποτρέποντάς την.
- Σουτ, μη με ρωτάς τίποτα. Σου ορκίστηκα σε ό,τι πιο ιερό έχω. Δέξου το χωρίς αμφισβήτηση. Απόψε, γλυκιά μου, ενώνουμε τις μοίρες μας. Στο υπόσχομαι και δένω τον εαυτό μου μ’ αυτό τον όρκο, τον πιο ιερό και ερεβώδη όρκο που μπορώ να κάνω. Ησύχασε…
Η Ναντίν τον κοίταξε γλυκά. Κανένα σημάδι στο όμορφο, νεανικό της πρόσωπο δεν είχε απομείνει για να θυμίζει την πρωτινή της απορία. Πλέον, όλα της τα χαρακτηριστικά διαδήλωναν εμφαντικά και εναρμονισμένα μια κρυφή ευτυχία. Του χαμογέλασε.
- Αγάπη μου... είπε και έγειρε στον ώμο του.
Ο άντρας δεν ξαναμίλησε. Περπατούσε πλάι της σκυθρωπός και μελαγχολικός. Κοιτούσε το βρεγμένο δρόμο μπροστά τους. Ο νους του εκκενώθηκε από κάθε σκέψη· ήταν αδειανός σαν κέλυφος αυγού που το έσπασαν και χύθηκε από μέσα του νεκρή η καινούργια ζωή...
Ο αυτοκινητόδρομος μπροστά τους ήταν έρημος. Στάθηκαν στο πεζοδρόμιο. Μπορούσαν να τον διασχίσουν άφοβα. Το κορίτσι έκανε να προχωρήσει μα ο Ντανιέλ, κρατώντας την σταθερά και ακλόνητα από τους ώμους, δεν την άφησε. Έστρεψε το πρόσωπό της προς τη μεριά του άντρα. Δεν καταλάβαινε, ωστόσο του χαμογέλασε καλοσυνάτα. Εκείνος της ανταπέδωσε ένα σιβυλλικά θλιμμένο χαμόγελο. Έμειναν οι δυο τους εκεί, στην άκρη του άδειου δρόμου, ακίνητοι, αναποφάσιστοι, αμήχανοι.
Μες στην ψυχή του ο Ντανιέλ έδινε μια μεγάλη κι άνιση μάχη για να αποδιώξει τις αμφιβολίες γι αυτό που θα έκανε. Δεν έπρεπε να κυριευτεί από δισταγμούς και ηθικές αναστολές. Αυτό που είχε προαποφασίσει όφειλε να το κάνει, όπως ο ήλιος οφείλει να ξεπροβάλλει κάθε χαραυγή από την ανατολή. Μονάχα μια διάχυτη νευρικότητα απέμεινε να πλανιέται γύρω τους κι ανάμεσά τους, καθώς ο δρόμος συνέχιζε, προς πείσμα της παιχνιδιάρας μοίρας, να είναι άδειος από αυτοκίνητα.
Κι όμως, να το τέλος... πλησίαζε, δεν ήταν μακριά, μόλις διαφαινόταν από τη μακρινή στροφή του δρόμου που η άκρη της ήταν χαμένη μες στη νύχτα. Το τέλος ερχόταν εν είδει αυτοκινήτου που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο.
Στα αυτιά του Ντανιέλ έφτασε αυτή τη φορά μια μελωδία διαφορετική από εκείνη του «Θανάτου της Άσε», γιατί η μελαγχολία είχε πια σβήσει και τη θέση της πήρε η αγωνία. Το μυαλό του πλημμύρισε η μουσική από την «Αίθουσα του Βασιλιά των Ορέων». Ο εμβατηριακός ρυθμός alla marcia e molto marcato τον κατακυρίευσε. Ένιωσε τις αρτηρίες στους κροτάφους του να σφύζουν με το ρυθμό της μουσικής, σα να ήταν σε δαιμονισμένο συντονισμό. Το αυτοκίνητο τους πλησίαζε όλο και περισσότερο, αλλά για τον Ντανιέλ ο χρόνος είχε επιμηκυνθεί και έμοιαζε με αιωνιότητα. Τα λάστιχά του έσμιγαν ερωτικά με την άσφαλτο και τη φιλούσαν, ενώ το φως από τους φανούς του αστραποβολούσε σαν τους κεραυνούς στην Αποκάλυψη.
Το κορμί του Ντανιέλ σκίρτησε, και η αδιόρατη τάση προς κίνηση μεταδόθηκε αναλλοίωτη από τα πόδια στο κορμί του, από το κορμί στα χέρια του, από τα χέρια του στους ώμους της Ναντίν και από εκεί στο σώμα της. Την ύστατη, ελάχιστη στιγμή το μυαλό της είδε τη μοιραία αλήθεια. Τη στιγμή αυτή, που το κρεσέντο της συγχορδίας επαναλήφθηκε για έβδομη και στερνή φορά, δυο χέρια την έσπρωξαν προς το δρόμο και έπειτα, όλα άστραψαν και Ντανιέλ και ρόδες έγιναν μες στα αιματοκυλισμένα μάτια της ένα και το αυτό· ένα σατανικό μοντάζ της μοίρας, η τελευταία εικόνα που αντίκρισε η Ναντίν στη μικρή ζωή της…

SYNDICATION

Αφιερωμένο...

Στη Σούζη...

Για Μένα

Η Φωτό Μου
Αυτοαποκαλούμενος συγγραφέας - κειμενογράφος. Τα υπόλοιπα είναι κοινότοπα και για τούτο δεν αφορούν κανένα. Το μυθιστόρημα που έγραψα τιτλοφορείται "Χίμαιρας Εγκώμιον" και βρίσκεται στο link: http://eulogyofchimera.blogspot.com