Κεφάλαιο 12



11:00 μ.μ.









Κοίταξε το ρολόι: η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. «Μία ώρα ακόμη», σκέφτηκε, «και όλη ετούτη η ζωή και οι εμπειρίες θα είναι παρελθόν. Θα γίνω αεράκι, μια γλυκιά αύρα που απλώνει διάπλατα τα φτερά της πάνω από τον κόσμο. Μια ώρα ακόμη και όλα μου τα βάσανα θα γίνουν μακρινό παρελθόν, αρχαία γεγονότα που κανείς δε θα θυμάται. Μια ώρα ακόμη… μια ώρα ακόμη». Η σκέψη της αναμονής κλωθογύριζε αδιάλειπτα στο νου του και δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Υπήρχε, όμως, και μια άλλη έγνοια που τον τυραννούσε ταυτόχρονα. «Με ποιο τρόπο, άραγε, θα γίνουν όλα αυτά; Ούτε ρώτησα, ούτε και κανείς μου εξήγησε. Το μόνο που γνωρίζω αυτή τη στιγμή είναι πως θα φύγω από αυτό τον κόσμο και θα περάσω σε κάποια ανώτερη διάσταση. Πώς θα επιτευχθεί, όμως, κάτι τέτοιο;» Η φαντασία του οργίαζε, καθώς είχε βαλθεί να πλέκει με το νου του όλα τα πιθανά σενάρια που μπορούσε να διανοηθεί. Η χρόνια ενασχόλησή του με την επιστημονική φαντασία του προσέφερε πάμπολλες ιδέες και πιθανές λύσεις, τις οποίες τώρα επεξεργαζόταν, χωρίς ωστόσο να τον ικανοποιεί κάποια απ’ αυτές μεμονωμένα. Φανταζόταν, λόγου χάρη, πως το μέσο της εξαΰλωσής του μπορούσε να είναι κάποια άγνωστης φύσης ακτίνα, ή κάποιο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο, ή, πάλι, κάποια χωροχρονική σκουληκότρυπα που θα εμφανιζόταν ad hoc σε κάποιο σημείο του διαμερίσματός του και θα έχασκε αεικίνητα περιστρεφόμενη, καλώντας τον να μπει από το κωδωνοειδές άνοιγμά της. Όταν στέρεψαν πια όλες οι δυνατές επιστημονικές λύσεις, κατέφυγε στο χώρο της μυθολογίας. Θα ερχόταν κάποιο ολύμπιο σύννεφο στο μπαλκόνι του για να τον ανεβάσει δίκην ανελκυστήρα στους ουρανούς, ή θα έκανε την επανεμφάνισή της η τερατώδης, αποκρουστική χίμαιρα για να ανέβει στη ράχη της και να την καβαλικέψει προς την προκαθορισμένη του πορεία; Φαντάστηκε κι άλλες πιθανές εκδοχές, αλλά στο τέλος αποφάσισε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να περιμένει υπομονετικά την προαποφασισμένη γι αυτόν λύση. Δε χρειαζόταν να αδημονεί και να ταλαιπωρεί τον ήδη υπερφορτωμένο του εγκέφαλο με μάταιες σκέψεις και αγωνίες, γιατί το τέλος θα ήταν ένδοξο και ευεργετικό και ήθελε να είναι απελευθερωμένος από τα εγκόσμια και από περιττές έγνοιες εκείνη τη μοναδική κι ανεπανάληπτη στιγμή, για να μπορέσει να αισθανθεί πλέρια και μ’ όλες τις αισθήσεις του την άφατη ευτυχία της μέθεξής του με το Μηδέν.
Μία μονάχα εκδοχή δεν πέρασε από το νου του ούτε για μια απειροελάχιστη στιγμή: η αυτοκτονία. Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τον Ντανιέλ. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε συμπαθήσει τους αυτόχειρες, ποτέ δεν είχε καταφέρει να κατανοήσει τον παράλογο διανοητικό μηχανισμό που οδηγεί σε μια τέτοια αποτρόπαιη πράξη. Δεν ήταν, βέβαια, επηρεασμένος από τις μεσαιωνικές δοξασίες που ήθελαν τους αυτόχειρες να βασανίζονται αέναα σε κάποιο από τους κύκλους της Κόλασης όντας μεταμορφωμένοι σε δέντρα. Μπορεί να του προκαλούσε ένα ορισμένο δέος η αναπαράσταση της σχετικής σκηνής από τον Doré, ωστόσο, θεωρούσε όλες αυτές τις δοξασίες ξεπερασμένες και ανυπόστατες και δεν επέτρεπε στον εαυτό του να τις πιστέψει. Ούτε συμμεριζόταν τους δογματικούς θρησκευτικούς αφορισμούς περί αμαρτίας, γιατί δεν ήταν θρήσκος. Όχι, δεν ήταν όλο αυτό το συνονθύλευμα των καταδικαστικών «πιστεύω» που τον έκανε να μην αποδέχεται τη λύση της αυτοκτονίας. Ήταν κάτι άλλο, κάτι βαθύτερο κι ενδόμυχο που δεν τον άφηνε να διανοηθεί μια τέτοια λύση. Πίστευε πως η ανθρώπινη διάνοια είναι από τη φύση της τόσο ανεπτυγμένη και πολυμήχανη που μπορεί να δώσει μυριάδες λύσεις στα καθημερινά προβλήματα και στις υπαρξιακές αγωνίες, καθιστώντας τον αυτοχει-ριασμό αδιέξοδο και ανούσιο. Γι αυτό ποτέ δεν φαντάστηκε πως θα αυτοκτονούσε για να πετύχει τον ανώτερο σκοπό του, την ακραιφνή και άμωμη Ελευθερία, την υπαρξιακή νιρβάνα…
Ο Ντανιέλ ένιωθε, πλέον, μακάριος… μακάβρια μακάριος. Όλες οι ανίερες πράξεις που είχε κάνει την ημέρα των γενεθλίων του, την ημέρα που ήταν ακριβώς τριάντα οχτώ χρονών, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια προετοιμασία, η εξαγνιστική διαδικασία για να δεχτεί τη μοίρα του· όμοια όπως αυτοί που γύρευαν ένα χρησμό από την Πυθία έπρεπε να περάσουν από διαδοχικά στάδια σωματικού και ψυχικού καθαρμού για να είναι άξιοι να ακούσουν τα λόγια του Απόλλωνα μέσα από το ιερό της στόμα.
Είχε ήδη έτοιμες τις βαλίτσες του, κι αυτές δεν περιείχαν τίποτε άλλο από την ίδια την ψυχή του. Δε μπορούσαν, εξάλλου, να έχουν κάποιο άλλο περιεχόμενο. Θα έφευγε μόνος και γυμνός και κανένα αντικείμενο από όλα όσα είχε συλλέξει στη διάρκεια της ζωής του δεν του ήταν μπορετό να πάρει μαζί του στο άγνωστο ταξίδι. Το σύννεφο θα ερχόταν να πάρει μόνο αυτόν. Όλα τα υπόλοιπα θα διαπερνούσαν την αέρινη μάζα του νέφους και θα έπεφταν με πάταγο καταγής. Μονάχα η γυμνή ψυχή του Ντανιέλ, καθώς ήταν κι αυτή αέρινη και φασματική, μπορούσε να σταθεί επάνω στην επιφάνεια του μεταφορικού αυτού μέσου. Ούτε το πανάκριβο σπορ αυτοκίνητο, ούτε το καλαίσθητο γραφείο–αντίκα, ούτε τα βιβλία που με τόση λαχτάρα είχε συλλέξει, ούτε οι δυο του συλλογές με τα ποιήματα και τα διηγήματα, ούτε τίποτα απολύτως από όλα αυτά δεν θα ακολουθούσε στο κατόπι του. Όλα θα έμεναν πάνω στη Γη, ορφανοί μάρτυρες της διαδρομής ενός ανήσυχου πνεύματος. «Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν οι άνθρωποι διατηρούσαν διαρκώς στο νου τους την επίγνωση πως είναι θνητοί και πως κάποτε θα πεθάνουν και θα εξαϋλωθούν και πως μονάχα τα επιτεύγματα της ψυχής και του πνεύματος θα διατηρούν αιώνια στις αποσκευές τους! Ποιος τότε θα επιδίωκε τον πλουτισμό και τη συσσώρευση υλικών αγαθών; Οι άνθρωποι είναι κοντόφθαλμοι, θύματα μιας και μοναδικής μοιραίας ψευδαίσθησης: πως ο θάνατος είναι μια τραγική κατάσταση που αφορά άλλους και πως ποτέ δε θα χιμήξει με το αιματοβαμμένο του δρεπάνι καταπάνω τους. Την κοσμοϊστορική εκείνη στιγμή που ο κάθε άνθρωπος θα γνωρίζει πόσα χρόνια ζωής του απομένουν, πόσο είναι το μήκος της κλωστής του στον αργαλειό της Μοίρας, τότε το κάθε τι θα αλλάξει. Νοοτροπίες και συνταγές επιτυχίας που ως σήμερα υποβάλλουν τον τρόπο σκέψης, δε θα έχουν την παραμικρή αξία σ’ εκείνη τη μελλοντική εποχή, παρά θα κλειδαμπαρωθούν στα σκοτεινά υπόγεια της ιστορίας και θα φαντάζουν γελοίες και κενόδοξες». Από την άποψη αυτή ο Ντανιέλ ήταν ο επίλεκτος, ο τυχερότερος ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί γνώριζε ακριβώς πότε θα άφηνε τα εγκόσμια. Ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να του κάνει ποτέ το Υπέρτατο Ον που διαφεντεύει το σύμπαν. Έμελλε να γίνει ο πρώτος άνθρωπος από καταβολής κόσμου, που γνώριζε την ακριβή ώρα του θανάτου του. Θα περνούσαν πολλές δεκαετίες, ή ακόμη και πολλοί αιώνες, ώσπου να γίνει πλήρως κατανοητός ο μηχανισμός του βιολογικού θανάτου και οι ομάδες των γονιδίων που τον καθορίζουν. Θα γεννιόνταν και θα πέθαιναν πολλές γενιές ανθρώπων μέχρι να φτάσει η εποχή εκείνη που όλα θα υπόκεινται πλέον στην ντετερμινιστική επιστημονική πρόγνωση.
Μα για ποιο λόγο καθόταν και χαράμιζε τα πολύτιμα αποθέματα των σκέψεών του σε ιδέες και σενάρια μελλοντολογικά; Ειδικά μια τέτοια ώρα, τις τελευταίες αυτές στιγμές της ζωής του; Τι τον ένοιαζε η ανθρωπότητα και η τύχη της τη στιγμή που διένυε τα τελευταία εκατοστά της κλωστής της μοίρας του;
Κοίταξε πάλι το ρολόι: η ώρα ήταν έντεκα και τέταρτο. Είχαν περάσει μόνο δεκαπέντε λεπτά γεμάτα απελπισμένη προσμονή, ενώ απέμεναν σαράντα πέντε ολόκληρα λεπτά της ώρας για να φτάσει το τέλος. Αλίμονο, τα λεπτά δεν περνούσαν! Πόσο άδικα φέρεται ο χρόνος στους ανθρώπους! Όταν ζητάς με όλη σου την ψυχή να περάσει, τότε αυτός αργοσέρνεται σαν τη χελώνα και όταν εύχεσαι να διαρκέσει μια στιγμή ευτυχίας αιώνια, τότε τρέχει πεισματωμένος αδυσώπητα, ασταμάτητα· θαρρείς πως σε περιγελά, πως παίζει μαζί σου. Έλεγε, άραγε, την αλήθεια η χίμαιρα; Η λύση θα δινόταν ακριβώς τα μεσάνυχτα; Ο συμβολισμός του φάνηκε πολύ μελοδραματικός και κοινότοπος. Κι αν οι δείκτες του ρολογιού σήμαιναν δώδεκα και παρόλα αυτά δε γινόταν τίποτα; Άρχισαν να τον κατατρώγουν οι αμφιβολίες και τότε συνειδητοποίησε μια κι έξω πως δεν του ήταν μπορετό να περιμένει με απάθεια την έλευση του τέλους, αν και πολύ θα το ήθελε. Μίσησε τον εαυτό του για το γεγονός πως δε μπορούσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, πως ήταν ακόμη ένας ανολοκλήρωτος άνθρωπος με αδυναμίες και αγωνίες που δεν είχαν τελειωμό. Ευχόταν να ξανάβλεπε το σατανικό εκείνο τέρας στον καθρέφτη και να βεβαιωνόταν μια για πάντα για τον ακριβή τρόπο που θα μεθίστατο και θα αναλυόταν στους ουρανούς. Καταράστηκε χίλιες φορές το δαιμόνιο για το αινιγματικό του άγγελμα, και άλλες χίλιες φορές αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζουν οι αμφιβολίες. Κι όμως, το ήξερε πως το μόνο που κατάφερνε με σκέψεις σαν κι αυτές ήταν να βασανίζει το νου του. Δε χρειαζόταν να γίνουν όλα τόσο πολύπλοκα και ψυχοφθόρα. Δεν έπρεπε να σκέφτεται… το ήξερε. Έλα, όμως, που δε μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό. Οι σκέψεις είχαν αυτονομηθεί και βάλθηκαν να τρέχουν φρενιασμένες πάνω στις ατέρμονες ράγες τους. Ας ήταν η λογική να πέθαινε μεμιάς, παρά να τον παραφορτώνει με αναπάντητα ερωτήματα. Πώς μπορούσε να εξηγήσει με τη λογική πράγματα και καταστάσεις παράλογα, αόριστα και υποθετικά; Ο ασκός των συναισθημάτων άνοιξε και από μέσα του ξεχύθηκαν μυριάδες από δαύτα και τον κατέκλυσαν σύγκορμο. Άδικη ματαιοπονία…
Καταμεσής στο θρόνο της συνείδησής του πήγε και κάθισε η εικόνα της μητέρας του, της γυναίκας με τα χίλια χάδια και τις χίλιες αγκαλιές, με τα μελιστάλαχτα λόγια και τις τρυφερές φροντίδες. Μια εικόνα που δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα αν ήταν εκείνη της πραγματικής του μητέρας, ή της ίδιας της Παναγίας. Έκλαψε αιφνίδια δίχως να το συνειδητοποιήσει. Όμοια και η γυναικεία μορφή εντός του δάκρυσε. «Όχι, Δέσποινά μου, μην κλαις και μην πικραίνεσαι για μένα. Δεν χρειάζεται να με λυπάσαι, ούτε να με συγχωρήσεις. Άφησέ με μονάχο κι απόσυρε τη σκέπη σου από πάνω μου. Τύχη καλύτερη από αυτή δε μου αξίζει, γιατί εγώ ο ίδιος την προδιέγραψα με τις πράξεις μου». Και οι δυο τους έκλαιγαν, ο καθένας στη δική του γωνιά. Η μητέρα του χαμένη μες σε μιαν αδιόρατη αχλύ κι εκείνος αντίκρυ της, τόσο κοντά της και συνάμα τόσο μακριά. «Παναγιά μου, είναι αδύνατο για μένα τώρα να πισωγυρίσω. Τώρα πια ξέρω πως, σ’ όλη τη διάρκεια της μίζερης κι ανάξιας ζωής μου, Εσύ μου φανέρωνες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ριζικό μου, ενώ εγώ, αντίθετα, δε σε υπολόγισα και δεν κατάφερα να ξεκρίνω τις μικρές αποκαλύψεις Σου μέσα από το σωρό των φιλοδοξιών μου. Ήταν ρινίσματα που λαμποκοπούσαν κι απάστραπταν, μα ωστόσο μόνο ρινίσματα. Πώς θα μπορούσα να τα δω; Σταμάτησε, Σε παρακαλώ το κλάμα σου. Μη με βασανίζεις άλλο, παρά μονάχα άφησέ με να τραβήξω μονάχος το υπόλοιπο της στράτας μου. Πονάω… πονάω, μάνα!» Όση ώρα ωρυόταν και ούρλιαζε με ζωώδεις σκληριές, το σώμα του βολόδερνε και χτυπούσε εδώ κι εκεί μες στο σπίτι σαν καρυδότσουφλο. Μες στη φρενίτιδα και το ντελίριό του έσπαζε πράγματα, μπιμπελό, φωτιστικά και οτιδήποτε βρισκόταν στο δρόμο του, δίχως να καταλαβαίνει το παραμικρό, αφού ο πόνος ήταν πλέον μια αίσθηση που δεν τον άγγιζε.
Κάποια στιγμή σωριάστηκε στο πάτωμα, πέφτοντας με όλο του το βάρος πάνω στο τηλεκοντρόλ του στερεοφωνικού που βρισκόταν πεταμένο εκεί. Από μια παράξενη ιδιοτροπία της μοίρας πάτησε κατά τύχη το πλήκτρο “on” και το ξεχασμένο μες στη συσκευή CD άρχισε να περιστρέφεται. Η μουσική απλώθηκε στην ατμόσφαιρα και προστέθηκε στους λυγμούς του. Ήταν «ο θάνατος της Άσε» του Edward Grieg. Το πένθιμο κλίμα που επικρατούσε εντάθηκε από τη σουρντίνα των εγχόρδων. Τα βιολιά και η βιόλα του πρώτου μέρους φύτεψαν το δηλητηριώδη καρπό του θανάτου στην γόνιμη για ένα τέτοιο σπόρο ψυχή του Ντανιέλ, ενός Ντανιέλ που κειτόταν στο πάτωμα ημι-αναίσθητος κι εξαντλημένος. Έπειτα, ήρθε ένα δεύτερο αλγεινό χτύπημα· αυτή τη φορά από ένα κρεσέντο υψηλόφωνων εγχόρδων. Ο Ντανιέλ αισθάνθηκε να αποχωρίζεται το σώμα του και να πετά πάνω από αυτό σ’ έναν μελαγχολικό, ακύμαντο μετεωρισμό. Όλο το δράμα της ψυχής του συνοψιζόταν στην κατιούσα χρωματική μελωδία του δεύτερου μέρους. Άκουγε το πρελούδιο της τρίτης πράξης του εμπνευσμένου έργου «Πέερ Γκιντ». Όλα τριγύρω απέκτησαν μια μελαγχολική γλυκύτητα και θαλπωρή. Όλα έμοιαζαν τέλεια… τελειωτικά… τετελεσμένα.
Στο μυαλό του ήρθαν οι στίχοι από ένα ποίημα του αγαπημένου του ποιητή:

Γιατί φθορά μου της ευγένειας η Ακολασία
Με στείρα της στιγμάτισέ με σαν και σένα υφή,
Μα ενώ μες στο πέτρωμα του στήθους σου κατοικεί

Καρδιά που δεν σπαράζεται από κρίματος μανία,
Με κυνηγά το σάβανο, φυγάς τραντάζω ωχρός,
Εμπρός στον θάνατό μου όταν πλαγιάζω μοναχός.

«... φυγάς τραντάζω ωχρός, εμπρός στον θάνατό μου όταν πλαγιάζω μοναχός»· θαρρεί κανείς πως ο Malarmé έγραφε την «Αγωνία» του σκεπτόμενος και εμπνευσμένος από εκείνον τον ελάχιστο Ντανιέλ, το τραγικό άθυρμα στις σατανικές προθέσεις του εαυτού του. «Γιατί φθορά μου της ευγένειας η Ακολασία»… μια ευγενική Ακολασία που θα μπορούσε να είναι η Ελευθερία, το άπειρο και το μηδέν...

Ζητώ στην κλίνη σου τον χωρίς όνειρα ύπνο
. . . . . .
Εσύ που αντλείς το τίποτα πιότερο απ’ τους νεκρούς

Ναι, παρέα με το κτήνος του, το εσωτερικό του κτήνος, θα κοιμόταν ένα ύπνο δίχως όνειρα και αφιονισμένος από το μιαρό και καταχθόνιο δαιμόνιο της ψυχής του, θα μπορούσε να επαίρεται πως αντλεί το Τίποτα με φυσικότητα αβίαστη, πιότερο απ’ ότι οι νεκροί. Οι νεκροί ρουφούν το Τίποτα για να υφίστανται. Ο Ντανιέλ πορευόταν οικειοθελώς προς το Τίποτα για να το κατακτήσει. «Εσύ που αντλείς το τίποτα πιότερο απ’ τους νεκρούς»… ηρωικέ Ντανιέλ, είσαι μοναδικός ανάμεσα στους ανθρώπους. Και η μοναδικότητά σου είναι τα διαπιστευτήριά σου για τον υψηλό θρόνο που σε περιμένει εκεί κάτω στη Νεκρόπολη, βασιλιάς μονάχος ανάμεσα σε αμέτρητες οντότητες απορρέουσες και εισρέουσες στο Τίποτα, δηλαδή σε σένα…
...Γιατί εσύ αντλείς το τίποτα πιότερο και απ’ τους νεκρούς!
Βυθίστηκε στο λήθαργο…


Ο Ντανιέλ–θεατής παρακολουθούσε τον εαυτό του, το Ντανιέλ–ηθοποιό στο πανί προβολής της κινηματογραφικής ταινίας. Ο δεύτερος στεκόταν en face μπροστά στο φακό και έμοιαζε να κοιτά το θεατή, σα να τον έβλεπε πραγματικά. Τα μάτια του ήταν γυάλινα κι απόκοσμα και αστραποβολούσαν με μαγικές πούλιες. Το βλέμμα εκείνο ήταν το κλειδί στην όλη ιστορία, θαρρείς πως η ουσία του σεναρίου έπεφτε μ’ όλο της το βάρος πάνω στα παγερά μάτια του ηθοποιού. Πίσω από την πλάτη του Ντανιέλ–θεατή ακουγόταν ο συνεχόμενος, μονότονος ήχος της ταινίας που περιστρεφόταν γύρω από την μπομπίνα, όμοια με μηχανικό σύρσιμο πάνω σε τραχιά μεταλλική επιφάνεια. Ένας τρίτος, ο Ντανιέλ–σκηνοθέτης, που καθόταν κι αυτός μες στην αίθουσα προβολής, αρκετά καθίσματα μακρύτερα από το Ντανιέλ–θεατή, σκέφτηκε επιδοκιμαστικά: «Ναι, αγόρι μου, αυτή τη σκηνή θα την κρατήσουμε μετά το τελικό μοντάζ».
Έπειτα, η κάμερα μετατοπίστηκε περιστροφικά κατά εκατόν ογδόντα μοίρες με άξονα το κεφάλι του ηθοποιού, έτσι που τελικά να δίνει την ψευδαίσθηση στο θεατή ότι το πλάνο ήταν αυτό ακριβώς που έβλεπαν τα μάτια του ηθοποιού. Τώρα, το πρώτο πλάνο καταλάμβανε μια πανέμορφη γυναίκα, ψηλή, λυγερόκορμη, με γεωμετρικά αρμονικές καμπύλες. Ήταν ολόγυμνη με ακάλυπτο το τριχωτό τρίγωνο του εφηβαίου της και ορατή στο θεατή ως τη ρίζα των γοφών, ενώ τα πόδια της ήταν εκτός πλάνου. Τα μάτια της εξέπεμπαν ακόρεστο αισθησιασμό και τα σαρκώδη χείλη της ήταν προκλητικά μισάνοιχτα. Τα μακριά μαλλιά της έριχναν χυτά το βοστρυχωτό τους όγκο πάνω στους στενούς ολοστρόγγυλους ώμους και συνέχιζαν το κατηφόρισμα ως πίσω στην πλάτη της. Ούτε αυτή μιλούσε, παρά είχε περιοριστεί να κοιτά το Ντανιέλ–ηθοποιό, σα να τον καλούσε κοντά της, μες στην πολλά υποσχόμενη αγκάλη της. Η βαριά από την επιθυμία ανάσα του ηθοποιού ακουγόταν από τα κρυμμένα ηχεία της κινηματογραφικής αίθουσας και ανακατευόταν με τις επίσης βαριές και καυτερές αναπνοές του θεατή και του σκηνοθέτη, καθώς και με το μονότονο απόηχο του στροβιλίσματος της ταινίας γύρω από την μπομπίνα. Η έλλειψη ομιλίας και η ακινησία του πλάνου για κάμποσα λεπτά ενέτειναν το μεταφυσικό συναίσθημα που ήταν διάχυτο μες στον κινηματογράφο.
Μετά από αρκετή ώρα, η κάμερα έκανε μια σύνθετη κίνηση, που είχε ως συνιστώσες μία περιστροφή με άξονα το σώμα του Ντανιέλ–ηθοποιού, μία ευθεία κίνηση προς την κατεύθυνση της γυναίκας και μία κίνηση απομάκρυνσης από το ζευγάρι των ηθοποιών. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα πλάνο με τους δυο ηθοποιούς αντικριστά σε προφίλ, να κοιτούν ο ένας τον άλλο. Τα τμήματα των σωμάτων τους από τα γεννητικά όργανα και κάτω ήταν σκόπιμα εκτός πλάνου. Ήταν και οι δυο τους ολόγυμνοι, όπως ο Αδάμ και η Εύα. Η σκηνή είχε για φόντο ένα πέτρινο πλάτωμα, πέρα από το οποίο έχασκε μια άπατη άβυσσος, μια χαράδρα που έκοβε την ανάσα. Ένας δυνατός άνεμος φυσούσε ολούθε γύρω από το ζευγάρι και ανατάραζε τα μακριά μαλλιά της γυναίκας σα να ήθελε να τα συμπαρασύρει προς την κατεύθυνσή του και να τα ξεριζώσει από το κρανίο της.
Μες στην αίθουσα προβολής ο Ντανιέλ–σκηνοθέτης έβλεπε με έκδηλη ικανοποίηση τους καρπούς των κόπων του να βλαστάνουν, ενώ ταυτόχρονα κάπνιζε πούρο κι ο μυρωδικός καπνός διαχεόταν στην ατμόσφαιρα και εισχωρούσε στα ρουθούνια του Ντανιέλ–θεατή, που καθόταν στην αντίπερα άκρη της ίδιας σειράς καθισμάτων. «Ως τώρα όλα είναι καλά. Ο φωτισμός είναι άψογος, η γωνία λήψης δε θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχη, ο τεχνητός αέρας κάνει τη δουλειά για την οποία τον προόριζα…» σκεφτόταν ο σκηνοθέτης. Περίμενε με αγωνία τη συνέχεια, σα να μην ήταν εκείνος που είχε γυρίσει την ταινία, σα να μη γνώριζε τη θα συνέβαινε μετά. Ήθελε να δει τις αντιδράσεις του ενός και μοναδικού θεατή που βρισκόταν στην αίθουσα και έμοιαζε να παρακολουθεί απόλυτα απορροφημένος, με αμείωτο ενδιαφέρον. Χαμογέλασε ευχαριστημένος.
Κάποιες στιγμές αργότερα, ο πρωταγωνιστής ενέδωσε στο άηχο ερωτικό κάλεσμα της γυναίκας και την πλησίασε αργά και με σταθερό βήμα, κόντρα στον αέρα που λυσσομανούσε εναντίον του, θαρρείς και ήθελε να τον αποτρέψει… να τον προστατέψει από τον αδιόρατο κίνδυνο που ελλόχευε εδώ και ώρα. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της για να τον αγκαλιάσει. Η κάμερα άφησε την λήψη σε προφίλ του αγκαλιασμένου ζευγαριού και άρχισε να περιστρέφεται με σταθερή γωνιακή ταχύτητα γύρω από το σύμπλεγμα άντρα – γυναίκας, προσέχοντας πάντα να μη γίνουν ορατά τα κάτω ήμισυ των κορμιών τους. Η διάρκεια της περιστροφικής κίνησης ήταν ίσως λιγάκι πιο παρατεταμένη απ’ όσο θα έπρεπε και αυτό το σημείωσε ο σκηνοθέτης σε ένα μικρό μπλοκ.
- Με βρήκες, επιτέλους, αγάπη μου, ακούστηκε μια γλυκιά γυναικεία φωνή, σπάζοντας έτσι τη σιωπή που για τόσα πολλά λεπτά βασίλευε στην αίθουσα προβολής. Η όμορφη γυναίκα φίλησε το Ντανιέλ παθιασμένα, σαν να ήθελε με το στόμα της να του ρουφήξει την ψυχή.
- Ναι, σε βρήκα και δε θα σ’ αφήσω ποτέ πια, αποκρίθηκε ο Ντανιέλ, όταν απόσωσαν το παρατεταμένο φιλί.
Η κάμερα, που όλη αυτή την ώρα δε σταμάτησε να περιστρέφεται γύρω από το ζευγάρι, έξαφνα ακινητοποιήθηκε. Μεσολάβησε μια στιγμιαία μαύρη παύση κι έπειτα το πανί γέμισε από το πρόσωπο της γυναίκας. Η γοητεία κι ο αισθησιασμός αυτού του προσώπου ήταν τόσο έντονα που ο Ντανιέλ–θεατής δε μπόρεσε να μην αισθανθεί ένα σκίρτημα στο βουβώνα του. Χάιδεψε απαλά το ανασηκωμένο πέος του και κάρφωσε το βλέμμα στην ηθοποιό. Ήταν ένα μαγευτικό κοντινό πλάνο, πλημμυρισμένο με μια μαγευτική αχλή, τέτοια που φώτιζε ιμπρεσσιονιστικά και ασαφοποιούσε το όμορφο πρόσωπο, απαλλάσσοντάς το από τις δερματικές ατέλειες, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις παλιές αμερικάνικες ταινίες του Hollywood. Η πρωταγωνίστρια έμοιαζε έτσι με τη Rita Heyworth στην ταινία “Gilda”, ή με την Ingrid Bergman στην ταινία “Casablanca”. Ω, πόσο στοργική, γλυκιά και τρυφερή έμοιαζε η κοπέλα αυτή! Ο Ντανιέλ–θεατής μαγεύτηκε μεμιάς από τη μορφή της.
- Δε θα φύγω ποτέ ξανά μακριά σου. Στο υπόσχομαι αγάπη μου, του είπε και ξέσπασε σε αναφιλητά.
Στο πλάνο εμφανίστηκε το χέρι του ηθοποιού που χάιδευε το μάγουλο της κοπέλας και σκούπιζε τα κρυστάλλινα δάκρυα που λαμπίριζαν σα διαμαντάκια από το τεχνητό φως που έπεφτε πάνω στο αψεγάδιαστο πρόσωπό της.
- Έλα, μην κλαις. Σ’ αγαπώ και δεν έπρεπε να σε μαλώσω. Αν συγκρατούσα τα νεύρα μου τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα είχε γίνει. Δε θα έφευγες από το σπίτι μας με το αυτοκίνητο… Δε θα πάθαινες το μοιραίο ατύχημα και… δε θα ήσουν τώρα νεκρή…
Στο άκουσμα της τελευταίας λέξης, η γυναίκα αγρίεψε και όλα μαζί τα χαρακτηριστικά του προσώπου της συσπάστηκαν και παραμορφώθηκαν. Όλη η πρωτινή γλυκύτητα και η τρυφερότητα εξαφανίστηκαν αυτοστιγμεί. Το χέρι του άντρα άφησε με τρεμουλιαστή αμηχανία το μάγουλό της και απομακρύνθηκε.
Βλέποντας τη σκηνή, ο Ντανιέλ–σκηνοθέτης ρίγησε από ικανοποίηση για το αποτέλεσμα. Κρυφοκοίταξε το Ντανιέλ–θεατή, θέλοντας να εντοπίσει στο πρόσωπό του τις συναισθηματικές αντιδράσεις εξαιτίας της απροσδόκητης εξέλιξης της ταινίας. Όταν είδε αυτό που περίμενε, χάρηκε. Ο θεατής έδειχνε αναστατωμένος. Είχε τιναχτεί πάνω στο κάθισμά του, δίχως να ξεκολλά το βλέμμα του από την ταινία. «Και πού να δεις τι θα επακολουθήσει κακόμοιρε θεατή…» Γύρισε ξανά προς το πανί προβολής συνεχίζοντας την κριτική του παρακολούθηση.
- Τώρα που με βρήκες, Ντανιέλ, δεν πρόκειται να με ξαναχάσεις. Θα σε κρατήσω κοντά μου για μια ολάκερη αιωνιότητα και τίποτα δε θα μας χωρίσει.
Ο ηθοποιός ταράχτηκε από τα λόγια της. Δεν ήθελε να τον κρατήσει κοντά της. Κάτι τέτοιο δε συμφωνούσε με τους φυσικούς νόμους. Εκείνη ήταν μια νεκρή, ενώ αυτός ζωντανός. «Για δες θάμα κι αντίθαμα, να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους» ήχησε στο νου του Ντανιέλ–θεατή ο στίχος ενός γνώριμου παραδοσιακού ποιήματος. Ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη από τον πρώτο αυχενικό σπόνδυλο ως τον κόκκυγα. Αυτά που θα έβλεπε στη συνέχεια θα τον έκαναν να πεταχτεί από τη θέση του έντρομος. Διαισθανόταν ότι κάτι κακό θα συνέβαινε, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη υπόθεση. Φοβήθηκε τη γυναίκα εκείνη, παρόλη την ομορφιά και την τελειότητά της. Τότε είδε…
Η γυναίκα άνοιξε το στόμα της και από το σκοτεινό χάσμα του ξεπρόβαλλαν δυο μεγάλοι και κοφτεροί κυνόδοντες, ενώ η υπόλοιπη οδοντοστοιχία της έμοιαζε με τα δοντάκια του πριονιού. Η κάμερα αρχίνησε και πάλι να περιστρέφεται με ταχύτητα γύρω από το ζευγάρι, έτσι που ο θεατής μπορούσε να διακρίνει το εμβρόντητο ύφος του πρωταγωνιστή και τη ζωώδη αγριότητα της γυναίκας. Ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα, στο πανί προβολής κυριάρχησε ένα ακίνητο gross plan. Ήταν η πρώτη φορά στη διάρκεια της ταινίας που ο φακός της κάμερας αποκάλυπτε από κάποια απόσταση ολόκληρα τα κορμιά των δυο ανθρώπων. Ήταν η πρώτη φορά που ο θεατής αντίκρισε το φιδίσιο κάτω ήμισυ του σώματος της γυναίκας. Η λεπιδώδης, γλιστερή ουρά της τυλίχτηκε γύρω από τον πρωταγωνιστή και τον έσφιξε τόσο δυνατά που τον σκότωσε επί τόπου.
Ο Ντανιέλ–θεατής αισθάνθηκε ένα ελαφρό άγγιγμα στο δεξί του ώμο. Ένιωθε την ανάσα κάποιας σκοτεινής παρουσίας στον αυχένα του. Γύρισε έντρομος για να δει στο πίσω κάθισμα. Ήταν η ίδια η γυναίκα–φίδι και του χαμογελούσε με ένα καταχθόνιο χαμόγελο. Από το μισάνοιχτο στόμα της ξεπετάχτηκε μια μακριά διχαλωτή γλώσσα που του άγγιξε το μάγουλο.
- Του τη φέραμε, Ντανιέλ. Συμφωνείς;
Ο Ντανιέλ–σκηνοθέτης, τυλιγμένος στο σκοτάδι, γελούσε ηχηρά από την άλλη άκρη της κινηματογραφικής αίθουσας…
Ένα αόρατο χέρι άρπαξε το θεατή και τον γλίτωσε από το μοιραίο κίνδυνο. Ο Ντανιέλ ένιωσε να τον τραβάνε, να τον σέρνουνε στο πάτωμα, χωρίς να ξέρει πού τον πήγαιναν. Σφιχτοσφάλισε τα μάτια για να μη βλέπει από ποια ζοφερά και ανατριχιαστικά μέρη περνούσε το σώμα του. Κάποτε το χέρι τον πέταξε σε μια γωνιά και τον παράτησε. Αφού ο Ντανιέλ ένιωσε τη σταθερότητα του εδάφους κάτω από το κορμί του, άνοιξε τα μάτια που ως τότε είχε κλειστά.
Βρισκόταν στο πατρικό του σπίτι. Κοίταξε ένα γύρω τα έπιπλα, τα διακοσμητικά αντικείμενα, τα κάδρα στους τοίχους και τα βρήκε όλα ίδια και απαράλλαχτα όπως όταν ήταν παιδί και πήγαινε στο σχολειό. Ήταν νύχτα και επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί, ένιωθε παρόλα αυτά τη βεβαιότητα πως οι γονείς του κοιμούνταν στο υπνοδωμάτιό τους. Τότε ακούστηκε ένα τρομερό ροχαλητό, ίδιος επιθανάτιος ρόγχος και μετά…
- Βοήθεια! Χριστέ μου… βοήθεια! Ντανιέλ! Τα ουρλιαχτά ήταν της μητέρας του κι ερχόταν κατευθείαν από το υπνοδωμάτιο.
Ο Ντανιέλ πετάχτηκε σα σφεντόνα από το πάτωμα, όπου ήταν ριγμένος και έτρεξε προς το υπνοδωμάτιο των γονιών του.
- Βοήθεια! Τα ουρλιαχτά γινόταν ολοένα και πιο έντονα, ολοένα και πιο διαπεραστικά, απελπισμένα.
Κοντοστάθηκε στην πόρτα. Είδε τη μάνα του να έχει αρπάξει από τους ώμους τον πατέρα και να ταρακουνά το ακίνητο κορμί του. Ο Ντανιέλ περίμενε τον πατέρα του να ξυπνήσει, όλο περίμενε κι έστεκε άπραγος πάνω σε πόδια τρεμάμενα. «Να που τώρα θα ξυπνήσει… θα ξυπνήσει». Κι όμως, ο πατέρας του δεν ξυπνούσε. Τα πρησμένα βλέφαρά του έμεναν κλειστά και το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο. Ένιωσε ένα κάψιμο στο κρανίο, κάψιμο που έφτασε ως το σαγόνι και τις οδοντοστοιχίες του.
- Ντανιέλ, βοήθεια! Η μητέρα του είχε σταματήσει να ταρακουνά βίαια το σώμα του άντρα της. Τρέξε! Χριστέ μου, τρέξε!!
Τα πόδια του τον έφεραν ως το κρεβάτι των γονιών του. Τα χέρια του, που δεν τα όριζε, άρπαξαν από τους ώμους τον πατέρα του και τον ανασήκωσαν. Τον ταρακούνησε. Έπειτα του έριξε δυο χαστούκια για να τον συνεφέρει. Πρώτη φορά χαστούκιζε το πρόσωπο του πατέρα του κι αυτό τον έκανε να ριγήσει. Σαν δεν είδε αποτέλεσμα τον ξάπλωσε πάλι ανάσκελα. Η μάνα του είχε πεταχτεί από το κρεβάτι και έτρεχε από τη μια γωνιά του δωματίου ως την άλλη αλαφιασμένη, χτυπώντας ασταμάτητα τις παλάμες της και φωνάζοντας με την ίδια, ακατάβλητη δύναμη.
- Παναγιά μου βόηθα… Βοήθεια! Ζορζ ξύπνα… Ζόρζ!
Όπως και πριν, δίχως να ορίζει τις κινήσεις που έκανε, ο Ντανιέλ είδε τα χέρια του να τεντώνονται ενάντια στο στήθος του πατέρα του και τις δυο του παλάμες πλεγμένες πάνω στο κατώτερο σημείο του στέρνου. Άρχισε τις μαλάξεις. Ένα, δυο, τρία… πέντε. Έκλεισε με το δείκτη και τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού τη μύτη του Ζορζ και με το δεξί του χέρι τράβηξε προς τα κάτω το σαγόνι. Εφάρμοσε τα χείλη του στα χείλη του πατέρα του και φύσηξε δυνατά. Έπειτα ξανάρχισε τις μαλάξεις με τον ίδιο μηχανικό τρόπο. Σ’ όλη τη διάρκεια που έκανε αυτά, το κεφάλι του έκαιγε διάχυτα σα να είχε πάρει φωτιά. Αισθάνθηκε πως θα λιποθυμούσε, αλλά κινητοποίησε όσα αποθέματα δύναμης και ψυχραιμίας είχε μέσα του και κατάφερε να συνεχίσει τις απέλπιδες προσπάθειες. Ακόμη και ο ίδιος δε μπορούσε να φανταστεί πού είχε βρει τόση δύναμη.
Η μάνα του έτρεξε έξω από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε τρελή κι αλαφιασμένη προς την εξώπορτα του σπιτιού. Την άνοιξε κι άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Έπειτα το υπνοδωμάτιο γέμισε με άγνωστο κόσμο που μουρμούριζαν μεταξύ τους. Κάποιες γυναίκες ντυμένες στα μαύρα έκλαιγαν. Η μητέρα του είχε πάθει υστερία. Κάποιος από το πλήθος τηλεφώνησε για να έρθει ασθενοφόρο. Ο Ντανιέλ όλη αυτή την ώρα είχε βγει από το σώμα του κι έβλεπε τα χέρια του να κινούνται πάνω κάτω με δύναμη πάνω στο στήθος του ακίνητου πατέρα του. Δεν αντιλαμβανόταν κανέναν απ’ όσους ήταν μες στο δωμάτιο. Είχε βυθιστεί στην αχλή της μάχης με το θάνατο. Ήταν παντελώς μόνος του. Μόνος με τον πατέρα του. Μετά από μια αιωνιότητα οι τραυματιοφορείς κατέφθασαν και έσπρωξαν μακριά το Ντανιέλ, ενώ άρχισαν να κάνουν αυτοί πια την καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. «Θα ξυπνήσει… απλώς κοιμάται… πάντα κοιμάται βαθιά ο πατέρας μου…» σκεφτόταν ο Ντανιέλ και προσπαθούσε να κρατήσει τη σκέψη αυτή με όση δύναμη είχε για να μην του φύγει, να μην πετάξει μακριά και έρθει κάποια άλλη σκέψη ζοφερή και τελεσίδικη. Παραμέρισε τον κόσμο που παρακολουθούσε αμέτοχος το τραγικό συμβάν και έτρεξε προς τη μητέρα του που έκλαιγε. Την έπιασε από τους ώμους και την αγκάλιασε σφιχτά.
Έπειτα οι τραυματιοφορείς έφυγαν και μαζί τους πήραν το κορμί του πατέρα του. Έφυγε και η μητέρα του, έφυγε κι ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί. Ο Ντανιέλ απέμεινε μονάχος στο δωμάτιο να κοιτάζει το αδειανό κρεβάτι. «Θα ξυπνήσει… δεν είναι τίποτα. Πάντα ροχάλιζε δυνατά και δυσκολευόσουν πολύ να τον ξυπνήσεις από το βαθύ του ύπνο. Ναι, θα ξυπνήσει…» Η βαριά από το θανατικό ατμόσφαιρα του δωματίου τον έπνιγε.
Βγήκε στο μπαλκόνι. Εκεί στεκόταν ο πατέρας του και κάπνιζε ένα τσιγάρο. Κοίταξε το γιο του όλο στοργή κι αγάπη. Μια λάμψη περηφάνιας έβγαινε από τα μάτια του.
- Ακόμη δεν κοιμήθηκες γιέ μου; Είναι αργά.
- Δε μπορώ να κοιμηθώ πατέρα. Νιώθω μια ανησυχία…
- Πήγαινε κοιμήσου, για να ξεκουραστείς λιγάκι. Τελευταία κουράζεσαι πολύ με το ιατρείο σου. Έχεις κι αυτές τις διαλέξεις στη Σχολή που είναι επιπρόσθετη κούραση κι ευθύνη. Έλα, πήγαινε… Θα καπνίσω αυτό το τελευταίο τσιγάρο και θα κοιμηθώ κι εγώ.
- Πατέρα, κάτι μου έτυχε σήμερα.
- Τι σου έτυχε Ντανιέλ;
- Να… δεν ξέρω πώς να στο πω... νομίζω πως θα πεθάνω.
Ο πατέρας του τον κοίταξε έντονα σα να τον μάλωνε. Η σπίθα της περηφάνιας για το γιο του δεν έλεγε να σβήσει από τα μάτια του.
- Τι είναι αυτά που λες; Δε θέλω ν’ ακούω βλακείες. Πήγαινε και κοιμήσου και θα δεις πως αύριο θα ξημερώσει μια ωραία μέρα για σένα. Σύμφωνοι;
Ο Ντανιέλ κάρφωσε το βλέμμα του κατάκεντρα στις κόρες των ματιών του πατέρα. Ένιωθε μια χαώδη ανασφάλεια, όπως όταν κανείς δεν βρίσκει ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο γης για να πατήσει σταθερά. Τότε από τη μεριά του πατέρα του φύσηξε μια γλυκιά, μυρωδάτη και θερμή αύρα και του χάιδεψε το πρόσωπο. Αμέσως, το συναίσθημα της ανασφάλειας εξανεμίστηκε και μια μεταφυσική θαλπωρή τον τύλιξε σύγκορμο.
- Σύμφωνοι, πατέρα. Καληνύχτα.
Ο πατέρας του χαμογέλασε γλυκά και τρυφερά.
- Καληνύχτα Ντανιέλ.
Έπειτα, ο Ντανιέλ κοίταξε τα κτίρια απέναντι από το μπαλκόνι. Κοίταξε το ολόγιομο φεγγάρι και τις φωτοσκιάσεις που προκαλούσε το φέγγος του πάνω στους δρόμους και τα σπίτια. Γύρισε να δει τον πατέρα του για τελευταία φορά. Στο μπαλκόνι δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο…


Ξύπνησε απότομα με ένα τίναγμα.
- Πατέρα… είπε και η λέξη στριφογύρισε για λίγο στο δωμάτιο κι έπειτα χάθηκε. Τον κυρίευσε μια μελαγχολία.
Βρισκόταν καθισμένος στο πάτωμα και στηριγμένος με την πλάτη του στα πόδια του καναπέ. Στ’ αυτιά του έφτασε η μελωδία από το «Θάνατο της Άσε» του Grieg. Προφανώς το CD είχε γυρίσει κάμποσες φορές στην αρχή και τώρα έπαιζε το ίδιο κομμάτι που είχε ακούσει πριν τον πάρει ο ύπνος. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου: ήταν ακριβώς μεσάνυχτα. Είχε κοιμηθεί για μισή μόνο ώρα.

1 σχόλια:

Dimitriou Konstantinos 24 Ιανουαρίου 2009 3:18 μ.μ.  

Με χαρά σου ανακοινώνω ότι κέρδισες το Βραβείο proximidade. πέρασε απο τη σελίδα μου να το παραλάβεις και στη συνέχεια χάρισε το σε οκτώ ακόμη άτομα.

SYNDICATION

Αφιερωμένο...

Στη Σούζη...

Για Μένα

Η Φωτό Μου
Αυτοαποκαλούμενος συγγραφέας - κειμενογράφος. Τα υπόλοιπα είναι κοινότοπα και για τούτο δεν αφορούν κανένα. Το μυθιστόρημα που έγραψα τιτλοφορείται "Χίμαιρας Εγκώμιον" και βρίσκεται στο link: http://eulogyofchimera.blogspot.com