«Γενικός καλλωπισμός, ή μπροστά στον καθρέπτη». Κάπως έτσι θα τιτλοδοτούσε εκείνη την προσωπική του στιγμή ο Ντανιέλ. Ένας μικρός θεός ολόγυμνος μπροστά στην ασημένια, στιλπνή επιφάνεια του καθρέφτη. Θα έπρεπε, ίσως, να γραφτεί από κάποιον ιδιοφυή νου μια σονάτα αφιερωμένη σ΄ αυτόν και τα πολλά κατορθώματά του εκείνης της καθοριστικής ημέρας. Ένα πραγματικό έπος για όλα τα φράγματα που είχε σπάσει, για όλους τους κανόνες που είχε παραβεί. Και τι δεν είχε κατορθώσει… Τσαλαπάτησε τις εκπαιδευτικές διαδικασίες της Ιατρικής Σχολής, παραπλάνησε μια φοιτήτριά του, απόδιωξε από κοντά του τη μόνη γυναίκα που τον αγάπησε τυφλά και, πάνω απ΄ όλα, κατέστρεψε μια ανθρώπινη ζωή! Ο Ματιέ είχε πεθάνει εξαιτίας του και η κοινωνία απαλλάχτηκε έτσι από ένα ακόμη σιχαμερό παράσιτο. Οι Ερινύες δεν τον κυνηγούσαν πια• τον φοβούνταν γιατί είχε μετατραπεί σε θεό• ήταν πολύ ανώτερος αυτών των δαιμονικών γυναικόμορφων πλασμάτων και πέρα κι έξω από τη δικαιοδοσία τους. Κανείς και τίποτα δε μπορούσε να τον αγγίξει• ήταν στο απυρόβλητο. Κι όλα αυτά είχαν συντελεστεί χάρη στη σταδιακή μέθεξή του με την Ελευθερία, την ανώτατη πνευματική κατάσταση σ’ ολάκερο το σύμπαν, το μοναδικό απλανές σημείο μες στο άναρχο χάος. Η πορεία του είχε χαραχτεί αμετάκλητα και απαράγραπτα και καμία δύναμη, θεϊκή είτε σατανική, δε μπορούσε να τον εκτρέψει απ΄ αυτή.
Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και χαμογέλασε ναρκισσικά. «Οι δυο μας τώρα…» σκέφτηκε μακάρια. Απέναντί του, το λατρεμένο είδωλο του χαμογελούσε κι αυτό με το ίδιο μακάριο χαμόγελο. Ένιωθε ακαταμάχητος, παντοδύναμος, γοητευτικός. Ήταν αυτός και μόνο αυτός που είχε επιλεγεί ως ο εκλεκτός, μέσα από μυστηριακές διαδικασίες που δεν τις χωρά ανθρώπου νους. Η επίγνωση της αδιαμφισβήτητης ανωτερότητάς του πυροδότησε ασυνείδητα εντός του μια συναισθηματική αντίδραση συγκαταβατικού οίκτου για όλους τους άλλους ανθρώπους που είναι αναγκασμένοι να μοιράζονται ως το τέλος των καιρών τη μίζερη και κοινότυπη μοίρα τους. Πόσο τους λυπόταν όλους αυτούς, την ομοιογενή μάζα των αμέτρητων ψυχών που σαν ανερμάτιστο κοπάδι τρέχουν όλοι μαζί από εδώ κι από εκεί, οδηγημένοι από το φόβο του θανάτου! Είναι όλοι τους θύματα κάποιας πονηρής συνωμοσίας που συντελέστηκε στις απαρχές του χρόνου και που αποτελμάτωσε ολόκληρο τον κόσμο μες στην ανελευθερία και τις προλήψεις. Αντίθετα, ο Ντανιέλ έστεκε πέρα και πάνω από το ανθρώπινο κοπάδι, γιατί δεν ήταν άνθρωπος συμβατικός. Ήταν ο εκλεκτός, ο αγγελιοφόρος της αιώνιας Αλήθειας: της Ελευθερίας. Γι αυτό μπορούσε να γελάσει κατάμουτρα στην ανθρωπότητα, να σαρκάσει με τις εναγώνιες προσπάθειές της για διαιώνιση και αυτοσυντήρηση. Δεν υπήρχε, όμως, λόγος να αγαπά ή να μισεί, να χαίρεται ή να λυπάται, να γελά ή να κλαίει. Όλα αυτά τα συναισθήματα προσιδιάζουν σε κοινούς θνητούς. Ο Ντανιέλ ήταν ένας ήρωας…
Από την άλλη, όχι… όχι, ο Ντανιέλ δεν ήταν ήρωας, ούτε και έπρεπε να αισθάνεται ως τέτοιος. Ο ηρωισμός είναι μια στιγμιαία πράξη και όχι μια ιδιότητα που μπορεί να φέρει κάποιος για όλη του τη ζωή. Είναι κάτι που συμβαίνει σε μια στιγμή και δε μπορεί να διαρκέσει. Ο ηρωισμός είναι φύσει περιορισμένος σε χρονικά πλαίσια και παύει να υφίσταται στο διηνεκές. Σε επίπεδο αιωνιότητας, ο ηρωισμός είναι μια μηδαμινή στιγμή, καταδικασμένη να εξαφανιστεί, να χαθεί μες στην ελαχιστότητα της διάρκειάς του. Όμοια, κανένας άνθρωπος δε μπορεί να συγκριθεί με τον ήρωα–εαυτό του• ο δεύτερος βρίσκεται πάντοτε σε υψηλότερο επίπεδο. Σ΄ αυτή, λοιπόν, την ασυμβατότητα μεταξύ στιγμής και διάρκειας έγκειται η όλη τραγικότητα των ηρώων: κανείς ήρωας δε μπορεί, όσο κι αν το θέλει, να είναι ήρωας για όλη του τη ζωή. Αυτό που τον τυραννά είναι η επόμενη ημέρα, η ημέρα που δε θα μπορεί να είναι άλλο ήρωας. Μήπως, άραγε, ο Ηρακλής της Μυθολογίας θα αποκτούσε τέτοια ασύγκριτη υστεροφημία αν δεν τον ανέβαζε ένα σύννεφο στον Όλυμπο; Αλίμονο σ΄ αυτόν αν παρέμενε πάνω στη Γη! Ο χρόνος θα τον διέβρωνε, θα κατακρεουργούσε τους άθλους του. Ποιος μπορεί να διανοηθεί έναν Ηρακλή γέρο και ξεπεσμένο, να πίνει κρασί και να μεθοκοπά σε κάποιο καπηλειό; Το ίδιο πονηρό τέχνασμα απαντά κανείς και στον κινηματογράφο. Η σκηνή που περιέχει την ηρωική πράξη του πρωταγωνιστή σταματά απότομα και τη διαδέχεται μια άλλη σκηνή, χρονικά απομακρυσμένη από την προηγούμενη. Κι όμως, αναρωτιέται κανείς τι μεσολάβησε σ’ όλο αυτό το κρυμμένο διάστημα, το διάστημα που έπεται του ηρωισμού και που κόβεται και αποσιωπείται από τον παμπόνηρο σκηνοθέτη. Για τον Ντανιέλ, αυτό ήταν μια από τις μεγαλύτερες συνωμοσίες στην ιστορία. Τη συναντά κανείς στη Μυθολογία, το ίδιο όπως και στον κινηματογράφο, το θέατρο, τη λογοτεχνία και κάθε άλλη μορφή τέχνης.
Πολλές ήταν οι φορές που είχε συζητήσει με τη Σιμών πάνω στο συγκεκριμένο θέμα και πάντα κατέληγαν και οι δυο τους στο ίδιο συμπέρασμα. «Φαντάσου» της έλεγε «πως αποφασίζεις να κάνεις μια πράξη ηρωική, γεμάτη αυταπάρνηση». Εκείνη τον άκουγε με προσοχή και ενθουσιασμό. Πάντα της άρεσαν τέτοιου είδους συζητήσεις γιατί την έκαναν να νιώθει σημαντική. Κάποια φορά του απάντησε πως γι εκείνη μια τέτοια ηρωική πράξη είναι να χαρίσει κανείς όλη του την περιουσία και τα υπάρχοντα στους φτωχούς. «Εντάξει» της απάντησε εκείνος. «Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως αποφασίζεις να κάνεις κάτι τέτοιο…» Η Σιμών κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και απορροφήθηκε στα επιχειρήματά του. «Το κάνεις. Ως εδώ όλα είναι καλά και θεάρεστα. Δε σου μένει ούτε μία δραχμή. Την πρώτη ημέρα δε θα φας τίποτα και θα κοιμηθείς σε κάποιο παγκάκι, μιας και το σπίτι σου θα ανήκει, πλέον, στους καημένους τους άστεγους». «Ναι. Θα κοιμηθώ νηστική σ’ ένα παγκάκι» του απάντησε και αμέσως της ήρθε να γελάσει συνθέτοντας στο νου της τη σχετική εικόνα. «Μη γελάς, μιλώ σοβαρά. Τη δεύτερη ημέρα θα αρχίσεις να αισθάνεσαι τα πρώτα συμπτώματα της πνευμονίας, αφού η νύχτα αποδείχτηκε πολύ κρύα για τον ευαίσθητο και καλομαθημένο οργανισμό σου. Εμφανίζονται, επίσης, οι πρώτοι στομαχικοί πόνοι και τα εντερικά γουργουρητά εξαιτίας της πείνας. Την τρίτη ημέρα θα συμβιβαστείς με την ιδέα της ζητιανιάς για να επιβιώσεις. Τη δε ημέρα την τετάρτη, μες στην απόγνωσή σου, θα ληστέψεις ή θα σκοτώσεις τον πρώτο τυχόντα που θα περάσει από μπροστά σου, για να του πάρεις έστω και δυο–τρία κέρματα που έχει στις τσέπες του. Η αστυνομία θα σε συλλάβει και θα κλειστείς στη φυλακή». Η Σιμών γούρλωσε τα μάτια της στο άκουσμα της διαδοχής των γεγονότων που θα τις συνέβαιναν αν αποφάσιζε να χαρίσει τα πάντα στους φτωχούς. «Πες μου, λοιπόν, ποιος θα βρεθεί να πει για σένα: “Να ένας ήρωας! Στην υγειά του ήρωα!”; Κανείς δε θα πει κάτι τέτοιο, να είσαι σίγουρη. Για τον πολύ κόσμο δε θα είσαι παρά μια κοινή εγκληματίας, μια αλήτισσα του δρόμου. Η στιγμή που χάρισες ό,τι είχες και δεν είχες στους απανταχού πένητες αυτής της γης, η στιγμή δηλαδή του ηρωισμού σου, θα ξεχαστεί». Η Σιμών έμεινε να τον κοιτάζει λυπημένη και απογοητευμένη. Τι κρίμα… γιατί να πάθαινε όλα αυτά αν αποφάσιζε να φερθεί χριστιανικά; Γιατί να έχουν καταφέρει οι Απόστολοι κάτι που γι αυτή την ίδια φάνταζε τόσο αδύνατο; «Από την άλλη, φαντάσου πως είσαι η πρωταγωνίστρια κάποιου μυθιστορηματικού δράματος. Πάρε ως δεδομένο πως έκανες τον ίδιο ηρωισμό. Η ζωή σου, σ΄ αυτή την περίπτωση, θα πάγωνε απότομα τη στιγμή της μεγαλόψυχης πράξης, της ηρωικής απόφασης. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο θα ήσουν μεγαλύτερη στα χρόνια και θα απολάμβανες τη δικαίωση του τολμήματός σου, δαφνοστεφανωμένη και εξυμνησμένη. Κατάλαβες, λοιπόν, τι γελοία έννοια είναι ο ηρωισμός; Μπορείς να συνειδητοποιήσεις πως οι ήρωες είναι πλάσματα επιπόλαια, που αυτό που καταφέρνουν σε τελική ανάλυση είναι μια απειροελάχιστη παραμόρφωση στην ομαλή ροή της ιστορίας; Αν ήσουν μαθηματικός, αγαπητή μου Σιμών, θα σου έλεγα πως η ζωή ενός ήρωα περιγράφεται από μια καμπύλη Gauss, δηλαδή μια συμμετρική κωδωνοειδή καμπύλη με τα κοίλα προς τον άξονα του χρόνου, στην οποία το μέγιστο είναι η στιγμή του ηρωισμού και όλο το εκατέρωθεν εύρος τιμών δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι αμέτρητες, άχαρες στιγμές της υπόλοιπης ζωής. Όμως, δεν είσαι μαθηματικός και δε μπορείς να καταλάβεις την παρομοίωση…»
Όση ώρα ο Ντανιέλ καθρεφτιζόταν, γοητευμένος από το γιγάντιο είδωλό του, όλα σιγά–σιγά άρχιζαν να ξεγυμνώνονται, να διαφανοποι-ούνται, να αποκρυσταλλώνονται. Όχι, με κανένα τρόπο δεν ήθελε να γίνει ήρωας, ούτε να θεωρηθεί ως τέτοιος. Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχοι για το τι θα τους ξημερώσει και για το αν θα μπορέσουν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να δικαιώσουν τον τίτλο που τους απονεμήθηκε. Ο Ντανιέλ δε θα έκανε τίποτα το ηρωικό. Απλά, θα ελευθερώνονταν μια για πάντα από τον κόσμο, από την καθημερινότητα, από τις αποτρόπαιες έξεις της σωματικής του ύλης…
Χρησιμοποίησε τους δυο φοιτητές, το Ζακ και τη Ναντίν, για να απαξιώσει την πανεπιστημιακή του καριέρα, την καριέρα για την οποία τόσο πολύ είχε μοχθήσει και που είχε αποτελέσει τη μοναδική του εμμονή για χρόνια. Ύστερα, έδωσε τέλος στη φιλία του με το Ζαν και τη Μαρί, κι έτσι κατάφερε να αποδεσμευτεί από τις κοινωνικές συμβάσεις. Αρνήθηκε την αγάπη της Σιμών, της μοναδικής γυναίκας που τον αγαπούσε με μια λατρεία σπάνια και ανυστερόβουλη και, μ’ αυτό τον τρόπο, έδωσε τέλος στην πολύχρονη επικυριαρχία του γεννητικού του μορίου πάνω στο πνεύμα του. Και τέλος, σκότωσε περίτεχνα το Ματιέ, τον υπάνθρωπο της νύχτας και των χαμαιτυπείων, δίχως να χρησιμοποιήσει την παραμικρή βία. Είχε απελευθερωθεί! Βάδιζε αργά και σταθερά προς την ολοκλήρωση, προς τη μέθεξη με την πολυπόθητη Ελευθερία, προς τη συνουσία με το απόλυτο και τέλειο Μηδέν.
Παρατήρησε το πρόσωπο που τον κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη και το βρήκε πολύ όμορφο, με μια ομορφιά διαφορετική από την κοινή έννοια του όρου. Ήταν όμορφος γιατί στο πρόσωπό του αντιφέγγιζαν τα κατορθώματά του, γιατί κάτω από τη σάρκα υπήρχε μια δύναμη που ποτέ ως τότε δεν είχε φανταστεί πως θα μπορούσε να κατέχει. Ήταν όμορφος γιατί μπορούσε να δει στα μάτια του τις εμπειρίες εκείνης της ημέρας να αστραποβολούν και να διαχέονται παντού τριγύρω. Ήταν όμορφος γιατί βίωνε μια εμπειρία αλλιώτικη από οποιαδήποτε άλλη στη μίζερη ζωή του, μια εμπειρία απ΄ αυτές που αποδυναμώνουν το φόβο του θανάτου και τον εκμηδενίζουν. Σκέφτηκε να παίξει με το είδωλό του, να χαριεντιστεί μ’ αυτό. Άπλωσε το δεξί του χέρι και άγγιξε με τον δείκτη τον καθρέφτη. Το αγαπημένο είδωλο τον μιμήθηκε, απλώνοντας το αριστερό του χέρι. Οι ράγες των δακτύλων τους ακούμπησαν η μια την άλλη στην ίδια ευθεία. Ο Ντανιέλ χαμογέλασε και είδε το είδωλο να χαμογελά. Όταν, όμως, χάιδεψε με τη δεξιά του παλάμη το ομόπλευρο μάγουλο διαπίστωσε έντρομα πως κάτι είχε αλλάξει στη μίμηση του ειδώλου του. Το είδε να χαϊδεύει το μάγουλό του ακριβώς όπως κι αυτός, μόνο που ακουμπούσε κι εκείνο τη δεξιά του παλάμη πάνω στο δεξί μάγουλο. Τα έχασε… συγχύστηκε. Αυτό που έβλεπε δεν ήταν κατοπτρισμός. Ο Ντανιέλ του καθρέφτη είχε αυτονομηθεί και αποκτήσει δική του ζωή. Και σα να μην έφτανε αυτό, το είδωλο του χαμογέλασε αινιγματικά, αυτή τη φορά χωρίς διόλου να τον μιμείται. «Δεν είμαστε καλά…» σκέφτηκε ο Ντανιέλ και σφάλισε με δύναμη τα βλέφαρα για να συνέλθει. Έπειτα τα ξανάνοιξε και κοίταξε και πάλι στον καθρέφτη. Το είδωλο τον κοιτούσε με το ίδιο παγωμένο χαμόγελο, ακίνητο, σα ζωγραφιά. Έντρομος μπροστά στην αποκάλυψη, έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω, χωρίς να ξεκολλά το βλέμμα του από τον καθρέφτη. Βεβαιώθηκε γι αυτό που έβλεπε. «Πάει, τρελάθηκα!»
Τότε όλα έγιναν όπως πριν, το ίδιο ξαφνικά όπως είχαν αρχίσει. Το είδωλο υπάκουε και πάλι στο αφεντικό του, σα να μην είχε αυτονομηθεί ποτέ. Ο Ντανιέλ, παρόλα αυτά, δεν ηρέμησε. «Ωραία, λοιπόν, ήταν μια παραίσθηση. Το ότι τελείωσε δε σημαίνει πως είμαι καλά. Ακόμη και οι λίγες αυτές στιγμές είναι αρκετές για να πυροδοτηθεί η σχιζοφρένεια στην πλήρη μορφή της. Θεέ μου… δε νιώθω καλά, ζαλίζομαι…»
Η απόκοσμη εμπειρία στάθηκε η αφορμή για πολλές σκέψεις, σκέψεις που ακύρωναν το θρίαμβο στον οποίο πίστευε, σκέψεις αντίθετες προς όλες τις προηγούμενες. Τα κατορθώματα ενός τρελού δεν είναι παρά μια πλάνη, δεν έχουν καμία αξία. Η αμφιβολίες τον κυρίεψαν σύγκορμο. «Άραγε, όλα όσα έκανα σήμερα έγιναν στ’ αλήθεια, ή τα φαντάστηκα; Μήπως τα ονειρεύτηκα; Μήπως ζω ακόμη μες στο όνειρο της προηγούμενης νύχτας;» Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Τσιμπήθηκε και πόνεσε. Όχι, ήταν όλα πραγματικότητα. Ο Ματιέ ήταν νεκρός, η Σιμών αποδιωγμένη, η Ναντίν προσβεβλημένη… «Κι αυτή η υποτιθέμενη Ελευθερία; Όλες οι σκέψεις ανωτερότητας και μεγαλείου; Από ποια μεταφυσική αιτία προκλήθηκαν;» Αναλογιζόμενος αυτά, άρχισε να αισθάνεται πως δεν ήταν κύριος του εαυτού του, πως ο νους του είχε καταληφθεί από κάποια σκοτεινή διάνοια και δεν του ήταν μπορετό να τον ελέγξει συνειδητά. Όμοια, ο κυκεώνας τόσων αμέτρητων σκέψεων, διαπιστώσεων και συνειρμών που μέχρι μόλις προ ολίγου έκανε, του φαινόταν τώρα πια ξένος. Κάποια παντοδύναμη εξωγενής επίδραση τον είχε μετατρέψει σε ανήμπορη και άβουλη μαριονέτα και του υπαγόρευε όλα όσα έπρεπε να σκεφτεί και να κάνει. Ήταν δαιμονισμένος… για όλα υπεύθυνος ήταν ο μικρός διαβολάκος εντός του, το δαιμόνιο που ως τότε ήταν πιότερο ένα σχήμα λόγου παρά κάτι το υπαρκτό, και που άρχισε πλέον να αποκτά συγκεκριμένο σχήμα και να υπάρχει σαν οντότητα. Αυτό το δαιμόνιο του έπλεξε το παραμύθι περί τελευταίας ημέρας, περί ημέρας της κρίσεως, περί υπαρξιακής ελευθερίας… Όλα… όλα αυτό τα είχε κάνει• τον είχε αφιονίσει.
Έξαφνα, ένας ψίθυρος απλώθηκε σ’ όλο το δωμάτιο. Ήταν ένα συνονθύλευμα από πάμπολλες διαφορετικές χαμηλόφωνες φωνές, που συζητούσαν μεταξύ τους κατά τρόπο ατέρμονα και ασυνάρτητο. Το συνονθύλευμα αυτό δεν έδειχνε να προέρχεται από κάπου συγκεκριμένα• ήταν παντού, σε όποια κατεύθυνση κι αν στρεφόταν ο Ντανιέλ. Προσπάθησε να εντείνει την ακοή του προκειμένου να ξεχωρίσει και να ξεδιαλέξει κάποιες συγκεκριμένες λέξεις μες από το συνεχόμενο βουητό. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τίποτα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, όμως, άρχισαν να ξεχωρίζουν ολοκληρωμένες λέξεις, που δεν ήταν τίποτε άλλο από κοινές πρόστυχες βρισιές. Γυναικείες και αντρικές φωνές διαπλέκονταν σε ένα οργιαστικό χορό και η μια έβριζε την άλλη χυδαία κι αδικαιολόγητα. Οι βρισιές, ωστόσο, έδειχναν να μην αφορούν στο Ντανιέλ, σαν να μην του είχαν δώσει σημασία, σαν να τον αγνοούσαν.
«Θεέ μου, δεν πρόλαβε να τελειώσει η οπτική ψευδαίσθηση που μόλις πριν έζησα, και τώρα έχω και ακουστικές ψευδαισθήσεις!» Τρομοκρατήθηκε και αλληλοδιάδοχα ρίγη διαπέρασαν τη σπονδυλική του στήλη απ’ άκρου εις άκρον. «Πάει… τρελάθηκα!»
Κάποτε ήρθε στ΄ αυτιά του μια βρισιά που αφορούσε τον ίδιο… αλίμονο, οι φωνές τον είχαν αντιληφθεί. Αίφνης, το μουρμουρητό σταμάτησε για λίγο. Έπειτα, ξανάρχισε και πάλι• μόνο που αυτή τη φορά οι φωνές απευθύνονταν σ΄ αυτόν, σαν να είχαν καθυστερήσει να τον αντιληφθούν. Βρισιές χυδαίες, βρισιές ανήκουστες, βρισιές παιδιάστικες εξαπολύονταν ολούθε εναντίον του. Το πυρ του αναθέματος είχε φουντώσει και εκτοξευόταν εναντίον του• η κολασμένη, καυτερή του ανάσα τον κατέκαιγε. Κάπου μες στο μυαλό του αισθάνθηκε σουβλιές και διάχυτο κάψιμο. Επρόκειτο αναμφισβήτητα για ακουστικές ψευδαισθήσεις• ήταν σίγουρος γι αυτό. «Ζω μια βραχεία ψυχωσική διαταραχή, ή στέκομαι στο κατώφλι της σχιζοφρένειας; Όχι, όχι… δεν είμαι σχιζοφρενής… δεν είμαι σχιζοφρενής γιατί έχω συναίσθηση του μη αληθινού, ξέρω πως όλα αυτά είναι μια ψευδαίσθηση, ξέρω πως είναι φαντασία και τίποτε άλλο…»
Ανέτρεξε στη μνήμη του και ανέσυρε από εκεί όλα όσα είχε διαβάσει σε διάφορα εγχειρίδια Ψυχιατρικής. Θυμήθηκε πως οι ακουστικές ψευδαισθήσεις εξελίσσονται σε τρεις φάσεις. Πρώτη έρχεται η φάση του ξαφνιάσματος, στην οποία οι φωνές εμφανίζονται αιφνίδια και απροσδόκητα και προκαλούν απορία και φόβο. Σ’ αυτό το στάδιο βρισκόταν ο Ντανιέλ. Ένιωθε φόβο, τρόμο αληθινό. Όχι, όμως, γιατί κάποια αόρατα πλάσματα από το υπερπέραν τον έβριζαν απροκάλυπτα, αλλά γιατί έμοιαζε πιθανή η έλευση της σχιζοφρένειας. Έτρεμε από φόβο για τον ίδιο του τον εαυτό, για την ημιθανή λογική του. «Αχ, Θεέ μου, κάνε να μην έρθουν ποτέ τα δυο επόμενα στάδια! Κάνε όλη αυτή η ψευδαίσθηση να σταματήσει και να μην εμφανιστεί ποτέ πια!» Απευχόταν την υπόλοιπη εξέλιξη, έτσι όπως την περιγράφουν τα ψυχιατρικά συγγράμματα. Τη φάση του ξαφνιάσματος διαδέχεται η φάση της οργάνωσης, που δεν είναι άλλο από το στάδιο στο οποίο ο ψυχωσικός ενδίδει στην επεξεργασία των φωνών και αρχίζει να συνδιαλέγεται μ΄ αυτές. Τέλος, έρχεται η φάση της εξοικείωσης, στην οποία ο ασθενής, αφού έχει ολοκληρώσει την επεξεργασία των ομιλιών, τις εντάσσει στην ίδια του τη ζωή και τις κάνει μέρος του εαυτού του• με άλλα λόγια τις αποδέχεται.
Υπό το βάρος του καταιγισμού των πρόστυχων ύβρεων ο Ντανιέλ γύρισε σπασμωδικά το κεφάλι και έψαξε με το βλέμμα του ένα γύρο όλες τις κατευθύνσεις, για να ανακαλύψει τελικά πως οι φωνές ήταν άναρχες και απροσδιόριστες στο χώρο.
«Βλάκα!»
«Τιποτένιε!»
«Ανάξιε!»
«Αηδιαστικό ανθρωπάριο!»
«Στυγνέ δολοφόνε!»
Δεχόταν επίθεση… επίθεση κατά μέτωπο, επίθεση στα νώτα, επίθεση από τα πλάγια… σφοδρή και ανελέητη επίθεση. Έκλεισε τα αυτιά με τις παλάμες για να φράξει την είσοδο στις βρισιές. Κανένα αποτέλεσμα. Οι φωνές συνέχιζαν να διατρυπούν το τύμπανο και να κάνουν έφοδο μες στον ανυπεράσπιστο εγκέφαλό του, έχοντας βρει, προφανώς, κάποια άλλη είσοδο εκτός από τα αυτιά. Οι φωνές ήταν μες στον ίδιο του τον εγκέφαλο και δεν έλεγαν να σταματήσουν, δεν είχαν τελειωμό. Σε μια ύστατη προσπάθεια να τις αποφύγει, καταπιάστηκε να τραγουδά όποιο τραγούδι του ερχόταν στο μυαλό, χωρίς να πολυνοιάζεται αν το έλεγε σωστά, δίχως να συνειδητοποιεί πως μπέρδευε τους στίχους του ενός μ΄ εκείνους κάποιου άλλου. Πριν καλά–καλά περάσει ένα λεπτό είχε τραγουδήσει βιαστικά ίσα με δέκα τραγούδια. Ένιωσε τα κυκλώματα του εγκεφάλου του να υπερφορτώνονται, ζαλίστηκε και σταμάτησε. Οι ψίθυροι και οι φωνές σταμάτησαν κι αυτές.
Αυτό ήταν; Η ψευδαίσθηση είχε τελειώσει; Είχε λυτρωθεί από το βασανιστήριο; Αλίμονο… όχι. Αυτή τη φορά αντήχησε μία και μόνη φωνή, καθαρή και κρυστάλλινη, αγνή κι απόκοσμη:
«Ντανιέλ…»
Ο Ντανιέλ έκανε πως δεν άκουσε. Η ίδια προσφώνηση στον ίδιο κι απαράλλαχτο τόνο επαναλήφθηκε: «Ντανιέλ…». Καθώς δεν απάντησε ούτε αυτή τη φορά, η φωνή επαναλήφθηκε… κι επαναλήφθηκε… κι επαναλήφθηκε κάμποσες φορές. Όποιος κι αν ήταν αυτός που τον καλούσε, σίγουρα διέθετε ιώβεια υπομονή. Ο Ντανιέλ προχώρησε σφυρίζοντας προς το σαλόνι και κάθισε στον καναπέ. Ήλπιζε πως η φωνή θα σταματούσε. Όταν, όμως, κατάλαβε πως δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα, απάντησε:
«Ποιος με φωνάζει; Ποιος είσαι;»
«Δεν πρέπει να σου αποκαλύψω ακόμη ποιος είμαι…»
«Δεν υπάρχεις», προσπάθησε για ύστατη φορά να πείσει τον εαυτό του. «Είσαι αποκύημα της φαντασίας μου. Πάντα είχα μεγάλη και οργιώδη φαντασία».
«Υπάρχω. Είμαι εδώ κοντά σου».
Να, λοιπόν, που η ακουστική του ψευδαίσθηση εξελισσόταν και έμπαινε στο δεύτερο στάδιο, το στάδιο της οργάνωσης και της επεξεργασίας. Μάταια είχε παρακαλέσει το Θεό να εμποδίσει κάτι τέτοιο. Ίσως Αυτός να μην τον είχε ακούσει… ίσως Αυτός να μην υπήρξε ποτέ. Αφού είχε μπει στο παιχνίδι, θα το έπαιζε μέχρι τέλους. Απόδιωξε τους φόβους και τις ανασφάλειές του και άρχισε να συζητά με τη φωνή.
«Δε σε βλέπω. Πού είσαι; Μου αρέσει να βλέπω αυτόν με τον οποίο μιλώ».
«Δε μπορείς να με δεις… τουλάχιστον προς το παρόν».
«Με φοβάσαι;» Χρησιμοποίησε για άλλη μια φορά το μοναδικό όπλο που είχε στη ζωή του: την ειρωνεία. Το σχέδιό του ήταν να καταφέρει να εξοργίσει τη φωνή. Τι θα μπορούσε, άλλωστε, να του κάνει; Μια φωνή ήταν και τίποτε άλλο.
«Όχι, δε σε φοβάμαι». Η απάντηση έδειχνε πως η φωνή δεν καταλάβαινε από αστεία.
«Πρέπει να είσαι ον ανώτερό μου για να μη με φοβάσαι». Ίσως με την τακτική των πλαγιοκοπημάτων κατάφερνε να εκμαιεύσει την ταυτότητα του όντος.
«Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης μεταξύ μας. Εσύ είσαι άνθρωπος, ενώ εγώ δεν είμαι». Το πρώτο στοιχείο βγήκε στην επιφάνεια: δεν ήταν άνθρωπος. Φυσικά και δεν ήταν. Πώς μπορούσε να είναι άνθρωπος και να του μιλά από το υπερπέραν; Ο Ντανιέλ πέρασε στην επίθεση.
«Τι είσαι τέλος πάντων;»
«Δε μπορώ να σου πω».
«Ε, αφού δε μπορείς να μου πεις τίποτα, τότε γιατί μπήκες στον κόπο να μου μιλήσεις;»
«Δεν υπάρχει τίποτα το κοπιαστικό για μένα. Δεν ξέρω τι θα πει κόπος. Αυτό είναι χαρακτηριστικό των ζώντων». Από τα τελευταία του λόγια προέκυψαν τόσο μια επιβεβαίωση όσο και ένα νέο στοιχείο. Για τον Ντανιέλ επιβεβαιώθηκε η υπόθεση πως η φωνή δεν ήξερε ούτε από αστεία, ούτε είχε οποιαδήποτε αίσθηση του χιούμορ. Το νέο στοιχείο ήταν πως το αινιγματικό αυτό ον δεν ανήκε στους ζώντες οργανισμούς. Δεν ήταν, λοιπόν, ούτε άνθρωπος, ούτε ζων.
«Άφησες να εννοηθεί πως δεν είσαι ζων. Μήπως είσαι φάντασμα; Μήπως είσαι ο Ματιέ;»
«Σου δήλωσα προηγουμένως πως δεν είμαι άνθρωπος».
«Εντάξει, λοιπόν. Δεν είσαι μήτε άνθρωπος, μηδέ φάντασμα. Επίσης, δεν είσαι ζωντανός…»
«Είναι εύλογες οι απορίες σου, Ντανιέλ. Σε διαβεβαιώνω, όμως, πως δεν υπάρχει λόγος να προτρέχεις. Θα τα μάθεις όλα εν καιρώ».
«Είναι πολλά αυτά που πρέπει να μάθω;»
«Προς το παρόν, ένα μόνο πράγμα πρέπει να μάθεις».
«Και ποιο είναι αυτό;»
«Πως απόψε τα μεσάνυχτα θα ελευθερωθείς».
Η μαγική λέξη τελικά ειπώθηκε. Ώστε, λοιπόν, είχε δίκιο: σκοπός του ήταν η ελευθερία! Τώρα πια είχε την επιβεβαίωση ενός όντος ανώτερού του, ενός πραγματικού δαιμονίου. Οι αμφιβολίες που τον κατέτρωγαν και τον ταλαιπωρούσαν άρχισαν να διαλύονται και όλα μπροστά του έγιναν διάφανα. Πορευόταν προς την Ελευθερία, προς την υπαρξιακή εκείνη κατάσταση όπου το ον είναι ταυτόχρονα και μη–ον, όπου οι πράξεις δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές παρά μονάχα εκούσιες ενεργειακές μετατροπές. Κι όμως, κάτι εντός του διαμαρτυρόταν έντονα και του φώναζε πως όλα όσα πίστευε προέρχονταν από μια πρωτοφανή αυτοκαταστροφική μανία που σιγόβραζε μες στην ψυχή του• πως, για κάποιο σκοτεινό λόγο, όλη του η πορεία εκείνης της ημέρας ήταν το προοίμιο της ίδιας του της καταστροφής. Ποιο ήταν αυτό το δαιμόνιο που του έλεγε πράγματα τα οποία μόνος του είχε διαισθανθεί;
«Ποιος είσαι τέλος πάντων!» βρυχήθηκε ο Ντανιέλ. Δεν άντεχε άλλο την κωμωδία στην οποία είχε αναγκαστεί να παίξει ρόλο.
«Χάνεις το χρόνο σου με ερωτήσεις σαν κι αυτές. Δεν έχει σημασία ποιος είμαι, ή τι είμαι. Οι ώρες που σου απέμειναν μέχρι το τελικό βήμα είναι λίγες και πρέπει να τις αξιοποιήσεις με τον προσφορότερο τρόπο».
Η φωνή ήταν όπως πάντα ήρεμη και κρυστάλλινη, μήτε γυναικεία μηδέ αντρική. Ο δύστυχος Ντανιέλ αισθάνθηκε πως έχανε τα λογικά του, πως εισχωρούσε όλο και βαθύτερα στα σκοτεινά, υγρά καλντερίμια της σχιζοφρένειας. Θα κατάφερνε, άραγε, να βρει το δρόμο του γυρισμού; Θα συνερχόταν από την ψύχωση; Ακροβατούσε στο λεπτό, τεντωμένο σχοινί που χωρίζει τη λογική από την παράνοια και κοίταζε το ιλιγγιώδες, πισσωμένο χάος κάτω από τα τρεμάμενα πόδια του, μια χαίνουσα άβυσσο που τον τραβούσε με ένα τρόπο ακαταμάχητο. Άρχισε να κλαίει λυγμικά σα μικρό παιδί που το ξερίζωσαν βίαια από τη θαλπωρή της μητρικής αγκάλης.
«Γιατί κλαις;»
«Εξαφανίσου, σε παρακαλώ. Φύγε από τη ζωή μου, όποιος ή ό,τι και να σαι!»
«Δε σε καταλαβαίνω. Έχεις επιλεγεί για ανώτερο σκοπό, εσύ ανάμεσα σε τόσους άλλους ομοίους σου, και η μόνη σου αντίδραση σ΄ αυτή την αποκάλυψη είναι το κλάμα; Αλήθεια, δεν καταλαβαίνω…»
«Για ποια ελευθερία μου μιλάς άθλιο δαιμόνιο;» Η φωνή βγήκε υστερική από το στεγνό στόμα του Ντανιέλ. Μα, σε τι ωφελούσε; Το καταχθόνιο ον συνέχιζε να διατηρεί αξιοθαύμαστη ηρεμία και υπομονή. Τίποτα δε μπορούσε να το ταρακουνήσει.
«Άκουσέ με άνθρωπε. Θέλοντας ή μη, εσύ έμελλε να γίνεις αυτός που επιλέχτηκε για να αγγίξει την Ελευθερία, την απόλυτη Ακινησία, το καθαρό και αγνό Μηδέν. Μια τέτοια επιλογή δεν έγινε, προφανώς, τυχαία. Οι τρεις Κυράδες που διαφεντεύουν των ανθρώπων όλων τις ζωές και που υπήρχαν πριν από τους ανθρώπους και θα υπάρχουν και μετά από αυτούς, έστειλαν εμένα ως αγγελιοφόρο της κρίσης τους. Σε είδαν, σε έκριναν και σε διάλεξαν ανάμεσα από πολλούς άλλους. Πρέπει να σεβαστείς την κρίση τους και να υπακούσεις. Κανείς θεός δεν τα βάζει μαζί τους• πόσο μάλλον κάποιος θνητός σαν εσένα. Εναπόκειται σε σένα το αν θα καταφέρεις να υψώσεις το ανάστημά σου και να βγεις από τη διαδικασία ακέραιος».
Αυτά είπε το δαιμόνιο και σώπασε. Πέρασαν κάμποσες στιγμές αχανούς διάρκειας, στιγμές όπου τα πάντα ακινήτησαν, μετεωρίστηκαν, υπήρχαν μες στην ανυπαρξία και ήταν ορατά μες στη διαφάνεια. Τα λόγια του Ντανιέλ έσπασαν το εύθραυστο κρύσταλλο της σιωπής ανεπανόρθωτα. Κάτι στα μάτια του σπιθοβολούσε και διαδήλωνε εμφαντικά πως είχε βρει τρόπο να προκαλέσει σύγχυση σ’ εκείνη την οντότητα.
«Θα ήθελα να μου απαντήσεις στο εξής: Όλα όσα έπραξα στη διάρκεια της ημέρας ως τη στιγμή αυτή, με οδηγούν στο σωστό προορισμό;»
«Αναμφίβολα, ναι».
«Επιβεβαιώνεις πως ως τώρα είχα την αμέριστη συμπαράστασή σου και την υπόγεια καθοδήγησή σου;»
«Οπωσδήποτε, ναι».
«Πώς, λοιπόν, παρ’ όλες τις φροντίδες και τις διαβεβαιώσεις σου, νιώθω τύψεις και ενδοιασμούς για όλα όσα έκανα; Αυτό είναι κάτι που μπορώ να εξηγήσω μόνο ως αποτέλεσμα διττής επιρροής. Δεν είσαι εσύ, μήτε οι Κυράδες που ανέφερες, η μόνη δύναμη που με καθοδηγεί. Υπάρχει και μια άλλη δύναμη εξίσου σημαντική και υπολογίσιμη, που έχει την τάση να με εκτρέψει από την πορεία που επέλεξα. Και σε διαβεβαιώνω πως η δύναμη αυτή δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη».
«Μη φοβάσαι. Αυτή η δύναμη για την οποία μιλάς δεν είναι τίποτε άλλο από τη δύναμη της συνήθειας και της αυτοσυντήρησης. Είναι μια δύναμη εντελώς ανθρώπινη και, για τούτο, απείρως μικρότερη από τη δική μου και των Κυράδων μου».
«Παραδέχεσαι, λοιπόν, πως είναι κι αυτή μια δύναμη, έτσι δεν είναι;» Για λίγο απλώθηκε σιωπή, σαν να ήταν να είχε διστάσει το δαιμόνιο για πρώτη φορά. Ο Ντανιέλ συνέχισε θριαμβευτικά: «Άρα, γεννάται αυτόματα κάποια διαμάχη… η αιώνια διαμάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Επομένως, η μία από αυτές τις δυνάμεις εκπροσωπεί το Καλό και η άλλη το Κακό».
«Ίσως να είναι κι έτσι. Μα πού θέλεις να καταλήξεις;»
«Αγαπητό μου δαιμόνιο, εύκολα έπεσες στην παγίδα που έστησα για σένα. Δεν συνειδητοποίησες πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, παραδέχτηκες πως δεν υπάρχει στην ουσία η Ελευθερία που επαγγέλλεσαι και πως όλα υπόκεινται στον αιώνιο νόμο της διαρχίας Καλού και Κακού; Δεν είσαι τίποτε άλλο παρά το τμήμα του εαυτού μου, που αντιπροσωπεύει τις τύψεις και τις συνειδησιακές συγκρούσεις. Δεν είσαι τίποτα περισσότερο από την προβολή ενός μέρους της ίδιας της ψυχής μου, που δρα αυτόνομα και με τον δικό του ιδιορρυθμό. Μην παρουσιάζεσαι, λοιπόν, σε μένα ως δαιμόνιο ερχόμενο δεν ξέρω κι εγώ από ποιο μυστηριακό τόπο».
Για άλλη μια φορά απλώθηκε στο δωμάτιο άκρα σιγή. Για άλλη μια φορά ο Ντανιέλ ρίγησε σύγκορμος. Δεν έπρεπε να λυγίσει και να ενδώσει στην καταιγίδα της σχιζοφρένειας που μαίνονταν γύρω του. Έπρεπε να βγει σώος και αβλαβής. Ήταν καθηγητής Ιατρικής και ήταν πέρα και πάνω από τέτοιες καταστάσεις. Είχε κάνει λυσσαλέο αγώνα σ’ ολάκερη τη ζωή του για να μπορεί να κατέχει ένα αξίωμα σαν κι αυτό. Η τρέλα ήταν κάτι ζοφερό και μακρινό• δεν τον αφορούσε. Η τρέλα ήταν για άλλους, όχι για κείνον. Ενώ όλα έδειχναν πως η ψευδαίσθηση είχε τελέψει κι εκείνος είχε βγει από τη διαβρωτική δοκιμασία νικητής και αλώβητος, η φωνή, που δεν ήταν ούτε γυναικεία ούτε αντρική, επανήχησε στα αυτιά του:
«Σήκω από τη θέση σου και πήγαινε ξανά στον καθρέφτη. Θα με δεις πάνω στην επιφάνειά του».
Ο Ντανιέλ τρομοκρατήθηκε. Τον κυρίευσε και πάλι ο φόβος, φόβος που πλανήθηκε στην ατμόσφαιρα, ένας φόβος γέννημα–θρέμμα αποκλειστικά δικό του. Όχι, δεν ήθελε να ξαναπάει στον καθρέφτη. Δεν ήθελε να βιώσει πάλι κάποια οπτική ψευδαίσθηση. Θεωρούσε πως οι οπτικές ψευδαισθήσεις είναι πολύ χειρότερες προγνωστικά σε σχέση με τις ακουστικές. Πολλοί άνθρωποι έχουν έστω και μια απλή ακουστική ψευδαίσθηση στη διάρκεια της ζωής τους, πολλοί είναι αυτοί που κάποτε άκουσαν μια φωνή να λέει το όνομά τους σε αδειανό δωμάτιο. Ελάχιστοι, όμως, βλέπουν πράγματα που δεν υπάρχουν. Αλίμονο, η τρέλα είχε φτάσει προ των πυλών… Ένιωσε την ανάγκη ενός σταθερού σημείου, κάποιου απλανούς αστέρα για να γαντζωθεί πάνω του και να σωθεί. Ήρθε στο νου του η εικόνα της Σιμών. Έπειτα αναθυμήθηκε τη μητέρα του. Αλίμονο, πουθενά δε βρήκε την απάνεμη σκέπη που χρειαζόταν.
«Πήγαινε στον καθρέφτη για να με δεις» είπε πάλι το δαιμόνιο. Τότε ο Ντανιέλ υπάκουσε και σηκώθηκε από τον καναπέ σαν υπνωτισμένος. Βάδισε προς το υπνοδωμάτιο χωρίς να είναι σίγουρος για το αν ήταν ο ίδιος που έδινε τις εντολές στα πόδια του για να κινηθούν, ή αφηνόταν να παρασυρθεί από κάποιο ρεύμα. Έφτασε μπροστά από τον καθρέφτη. Πίεσε πολύ τον εαυτό του για να κατανικήσει το φόβο και να σηκώσει το βλέμμα να κοιτάξει. Και τότε, πάνω στην ασημένια επιφάνεια του καθρέφτη αντίκρισε το πιο αλλοπρόσαλλο και απροσδόκητο πλάσμα που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Απέναντί του καθρεφτιζόταν ένα ον με κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά φιδιού. Τον κοιτούσε με μάτια αγριεμένα και από το μισάνοιχτο στόμα με τα κοφτερά δόντια αχνόφεγγε μια μικρή φωτίτσα. Κουνούσε νευρικά την ουρά και κάθε τόσο την τίναζε αστραπιαία, όπως το φίδι τη στιγμή που κάνει τον τελικό σπασμό για να δαγκώσει το θύμα του. Τα πίσω πόδια του ανασηκώνονταν ανήσυχα, χτυπώντας το έδαφος με τις οπλές τους. Το γνώριζε καλά αυτό το πλάσμα. Το είχε δει σε πίνακες ζωγραφικής, το είχε διαβάσει σε βιβλία. Ήταν η χ ί μ α ι ρ α και τον κοιτούσε με θανάσιμο μίσος. Αντίθετα με το τρομακτικό βλέμμα της, η φωνή της ήχησε απαθής και καθάρια.
«Θυμήσου. Απόψε, μετά τα μεσάνυχτα…»
Ο Ντανιέλ ζαλίστηκε. Όλα αυτά ήταν πέρα από τη λογική του. Δεν μπορούσε να τα αντέξει. Έκλεισε τα μάτια. «Θα μετρήσω ως το δέκα. Έπειτα θα ανοίξω τα μάτια. Θα κοιτάξω και πάλι στον καθρέφτη και δε θα δω τίποτε διαφορετικό από το είδωλό μου• το είδωλο που μόνος αφέντης του είμαι εγώ και μόνο εγώ μπορώ να το προστάζω. Λοιπόν, αρχίζω να μετρώ: ένα, δύο… εννιά, δέκα». Άνοιξε τα μάτια και είδε με ικανοποίηση στον καθρέφτη τον εαυτό του. Η χίμαιρα είχε εξαφανιστεί, όπως ο εφιάλτης διαλύεται από τον διαπεραστικό ήχο του ξυπνητηριού. Όμοια, η απόκοσμη φωνή σίγησε και δεν ξανακούστηκε ποτέ πια. Όλα πλέον ήταν κανονικά και φυσιολογικά, υπάκουαν στους γνωστούς νόμους της φύσης. Δε στάθηκε για πολύ να κοιτάζει στον καθρέφτη, γιατί είχε ένα ακαθόριστο φόβο πως ίσως η ψευδαίσθηση τον ξανακυρίευε. Έφυγε από το δωμάτιο τρέχοντας και επέστρεψε στο σαλόνι.
Αυτή τη φορά προτίμησε να καθίσει σε μια πολυθρόνα παρά στον καναπέ, σα να ήταν το έπιπλο αυτό που είχε προκαλέσει τον εφιάλτη. Άνοιξε την τηλεόραση και ανέβασε πολύ την ένταση του ήχου, από φόβο μην ξανακουστεί η φωνή του δαιμονίου. Ήταν η ώρα των ειδήσεων. «Ο τυφώνας “Κατρίνα” σάρωσε τη Νέα Ορλεάνη. Χιλιάδες οι νεκροί και οι αγνοούμενοι…» έλεγε ο εκφωνητής με ύφος τάχα συντετριμμένο. Η επικαιρότητα βοήθησε να υποβαθμιστεί η ψυχωσική εμπειρία του Ντανιέλ και μετρίασε το αίσθημα φόβου εντός του. Άκουγε για την καταστροφή και τους νεκρούς και ένιωθε ξαλαφρωμένος, σα να ήταν όλη η πραγματικότητα του κόσμου να είχε εισβάλει στο δωμάτιο και να είχε ξεκινήσει μανιασμένο πόλεμο ενάντια στα φαντάσματα, τις φωνές και τα μυθολογικά τέρατα. Θυμήθηκε πως έπρεπε να ξυριστεί. Τότε σκέφτηκε πως κάτι τέτοιο απαιτούσε καθρέφτη και ο καθρέφτης απαγορευόταν για εκείνη την ημέρα. Δε θα προκαλούσε τη μοίρα του για κάτι τόσο ασήμαντο όσο ένα ξύρισμα. «Θα ξυριστώ αύριο… ή μεθαύριο» αποφάσισε.
Η αίσθηση της πραγματικότητας, που είχε αρχίσει να εισχωρεί μες στο μυαλό του και να διαλύει τις θύμησες των ψευδαισθήσεων, ενισχύθηκε από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Ο ήχος αυτός που πάντα τον εκνεύριζε, τώρα του φάνηκε γλυκός, ευεργετικός. Σήκωσε το ακουστικό.
- Ντανιέλ…; Ήταν η φωνή του Ζαν. «Τι θέλει πάλι; Είχε το κουράγιο να μου ξανατηλεφωνήσει μετά από όλα αυτά που του είπα το μεσημέρι;» σκέφτηκε ο Ντανιέλ.
- Γεια σας. Αυτή τη στιγμή ετοιμάζομαι να πεθάνω γι αυτό δε θέλω να με ενοχλήσει κανείς. Μπορείτε να με ενοχλείτε μετά θάνατον όσο σας κάνει κέφι. Αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο. Θα σας τηλεφωνήσω από την Κόλαση.
Έκανε ένα «μπιπ», μιμούμενος τον ήχο του τηλεφωνητή. Όπως το είχε φανταστεί, στην άλλη άκρη της γραμμής έγινε για λίγο σιγή. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε και πάλι η φωνή του Ζαν, περισσότερο αποφασιστική και σοβαρή αυτή τη φορά.
- Άκουσέ με, Ντανιέλ. Αυτό που σε συμβουλεύω να κάνεις είναι να δώσεις, επιτέλους, ένα τέλος σ΄ όλη αυτή την κακόγουστη φάρσα που έχεις οργανώσει. Αν πάλι θέλεις να σε χειροκροτήσω και να σε επευφημήσω για την εξυπνάδα και την πρωτοτυπία σου, τότε δε θα αρνηθώ να το κάνω αυτή την ίδια στιγμή. Όμως, σε παρακαλώ στο όνομα της φιλίας μας –αν υπάρχει κάτι τέτοιο ακόμη– σταμάτησε αυτή την οικτρή μασκαράτα και μίλησέ μου σαν άντρας.
Ο Ντανιέλ ένιωσε μια άγρια χαρά. Είχαν περάσει αρκετά λεπτά από τότε που είχε δει τη χίμαιρα στον καθρέφτη και άρχιζε, πλέον, να ξεχνά την πρωτόφαντη, ζοφερή εμπειρία. Όμοια με κάποιον που ξυπνά λουσμένος στον ιδρώτα και διαπιστώνει με ευγνωμοσύνη πως η πραγματικότητα είναι απείρως καλύτερη από τον εφιάλτη που μόλις είδε, ο Ντανιέλ ένιωθε ευδιάθετος περισσότερο από κάθε άλλη φορά και ήταν έτοιμος να γυρίσει στις παλιές συνήθειες της ειρωνείας και της φάρσας. Θεώρησε πως η αντίδραση του Ζαν στα λόγια του ήταν η πλέον πρόσφορη για το παιχνίδι που είχε σκαρφιστεί. Τον διακατείχε το ζωογόνο εκείνο συναίσθημα που νιώθει κανείς όταν αποφασίζει να κάνει κάτι δραστικό και αναντιστρεπτό. Τα λόγια του είχαν τη δύναμη να σκοτώσουν μια φιλία χρόνων, όμοια όπως είχαν καταφέρει να στείλουν το Ματιέ στον άλλο κόσμο. Τα λόγια είναι όπλο θανάσιμο γιατί βάλουν κατάκεντρα στην ψυχή του αντιπάλου, αντίθετα με τα συμβατικά μεταλλικά όπλα που το μόνο που καταφέρνουν είναι να πληγώσουν τη σάρκα. Ενώπιόν του παρουσιαζόταν διάφορες επιλογές χειρισμού του φίλου του. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να του κλείσει κατάμουτρα το τηλέφωνο. Θα μπορούσε να εξαπολύσει ένα καταιγισμό από άδικες βρισιές εναντίον του, με μοναδικό σκοπό να μελετήσει τις αντιδράσεις του και να απολαύσει την αντιπαράθεση μεταξύ τους. Από την άλλη, θα μπορούσε να συνεχίσει να του μιλά με τον ίδιο ειρωνικό και δηκτικό τρόπο, υπολογίζοντας σε μια έκρηξη αγανάκτησης του άλλου. Υπήρχαν κι άλλες πολλές στρατηγικές που θα μπορούσε να επιλέξει. Δεν του πήρε πολύ χρόνο να αποφασίσει ποια στάση θα κρατούσε, ίσως γιατί συνειδητοποίησε πως ο χρόνος του στον κόσμο αυτό ήταν περιορισμένος και πως θα εξαϋλωνόταν δίχως κανείς να κατανοήσει την αξία της μοναχικής του πορείας. Έπρεπε να μεταλαμπαδεύσει τις απόψεις και τα πιστεύω του σε έναν «απόστολο», σε κάποιον που θα μπορούσε να διηγηθεί τους άθλους και την ανωτερότητά του στον υπόλοιπο κόσμο, που θα τον εξυμνούσε με παιάνες και μακροσκελείς ραψωδίες. Μπορεί ο Ζαν να μην ήταν το κατάλληλο άτομο για ένα τέτοιο σκοπό, μα δεν υπήρχε κανείς άλλος διαθέσιμος. Ορμώμενος από σκέψεις σαν κι αυτές, αποφάσισε να συνεχίσει το διάλογο με το Ζαν.
- Καλησπέρα, φίλε μου. Σε πεθύμησα… Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση του και ένα ακατανίκητο κύμα γέλιου έφτασε ως το λαιμό του και αφέθηκε να ξεσπάσει πάνω στο ακουστικό του τηλεφώνου.
- Α, μα εσύ είσαι πραγματικά τρελός! Μου το είπε η Μαρί μα δεν την πίστεψα…
Να που έβγαινε και πάλι στο προσκήνιο η Μαρί, η νεαρή και όμορφη γυναίκα του Ζαν. Για ποιο λόγο την ανέφερε τη στιγμή που δεν έπρεπε; Ήθελε τάχα να διακηρύξει την υποτιθέμενη ανωτερότητά του απέναντι στο Ντανιέλ; Θαρρούσε πως το όνειρο και η ευτυχία είναι αποκλειστικά δικά του προνόμια και πως οι άλλοι, που δεν έχουν κάποια γυναίκα σαν τη Μαρί, είναι αναγκασμένοι να ζουν μες στη μιζέρια και την κατωτερότητα; «Όχι, λοιπόν, αυτή η υπερφίαλη στάση σου, αγαπητέ μου, δε θα περάσει. Μπόρεσα και σκότωσα με μία και μόνη λέξη έναν άνθρωπο που ως τότε ζούσε και ανέπνεε. Πόσο μάλλον μια φιλία, η οποία, εξάλλου, είναι έννοια αφηρημένη και γι αυτό μπορεί να φονευθεί από τα λόγια… Κάνε λίγη υπομονή και θα δεις πόσο ανώτερός σου είμαι…» Η απάντηση βγήκε από τα χείλη του πικρή σαν τη χολή.
- Ώστε λοιπόν μια γυναίκα τόσο εκθαμβωτική και απροσπέλαστη όσο είναι η Μαρί καταδέχτηκε να ασχοληθεί με το άτομό μου; Το θεωρώ μεγάλη μου τιμή και την ευχαριστώ, έστω κι αν οι απόψεις της για μένα είναι αρνητικές.
Ακόμη ένα κύμα τρανταχτού γέλιου ξέσπασε και διέτρεξε το τηλεφωνικό καλώδιο για να φτάσει ένα μίλι μακριά ως το Ζαν και να τον εξοργίσει ακόμη περισσότερο. Αμέσως μόλις εκείνος άκουσε το δηκτικό σχόλιο του φίλου του, συνειδητοποίησε πως ήταν άστοχο και επικίνδυνο να εμπλέξει την αγαπημένη του γυναίκα στη συζήτηση. Γι αυτό και δεν έδωσε συνέχεια, ούτε ζήτησε εξηγήσεις.
- Σε διαβεβαιώνω πως την ίδια γνώμη έχει για σένα και η Σιμών. Τη λυπάμαι την καημενούλα. Δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί με τι άνθρωπο έμπλεξε…
Μόλις αποτέλειωσε τη φράση μετάνιωσε γι αυτά που είπε. Ποτέ πριν δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του τέτοιες χαιρέκακες θριαμβολογίες. Όμως, τώρα τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά και έχρηζαν διαφορετικής αντιμετώπισης. Έπρεπε να ταρακουνήσει το φίλο του, να τον αποτρέψει από την καταστροφική τροχιά που είχε πάρει. Από τη μεριά του ο Ντανιέλ αισθάνθηκε τη φουσκονεριά μιας απερίγραπτης οργής να τον πνίγει στο άκουσμα του χαρακτηρισμού «καημενούλα». Εκείνο το ανδρείκελο, το παραφουσκωμένο σκιάχτρο, υποτιμούσε απροκάλυπτα και ανενδοίαστα την αγαπημένη του, τη γλυκιά του Σιμών. Με ποιο δικαίωμα έκανε κάτι τέτοιο; Ποιος θαρρούσε πως ήταν; Του χρειαζόταν κι αυτού ένα μάθημα παρόμοιο με εκείνο που είχε δώσει στο Ματιέ. Πιέστηκε για να μην αφήσει να διαφανεί η απροσμέτρητη οργή του ούτε στο ελάχιστο.
- Τηλεφώνησες πάλι στη Σιμών; αρκέστηκε να ρωτήσει.
- Ναι. Της τηλεφώνησα προ ολίγου για να μάθω από την ίδια τι ακριβώς έχεις πάθει σήμερα. Από τον τρόπο που μου μίλησε και από το τρέμισμα της φωνής της διαπίστωσα πως κάτι πολύ κακό έγινε. Όσο, όμως, κι αν την πίεσα να μου πει, εκείνη πεισματικά αρνούνταν. Το μόνο που έλεγε επαναληπτικά ήταν: “Κάτι πολύ κακό έγινε σήμερα. Κάτι που δε μπορεί να το χωρέσει ο νους σου”. Μήπως μπορείς εσύ να με διαφωτίσεις;
Τα λόγια αυτά έβαλαν σε σκέψεις το Ντανιέλ. Ώστε, λοιπόν, ο Ζαν είχε μιλήσει με τη Σιμών… Τι να του είχε πει άραγε εκείνη; Ποια γεγονότα του είχε αποκαλύψει και ποια είχε αποκρύψει; Μήπως του τα είχε εξομολογηθεί όλα για να ελαφρύνει τη συνείδησή της; Μήπως είχε προτρέψει εκείνη τον Ζαν να του τηλεφωνήσει για να τον συνεφέρει από το ντελίριο όπου παράδερνε; Κι αν ήταν όντως αλήθεια πως δεν του είχε πει τίποτα συγκεκριμένο εξόν από τη φράση πως κάτι κακό είχε συμβεί; Ένιωθε έτοιμος να του μιλήσει για το σκοπό του, για την πορεία του προς την απόλυτη ελευθερία; Όχι… προς το παρόν όχι.
- Δεν ξέρω τι ακριβώς εννοούσε η Σιμών λέγοντας αυτά. Άβυσσος η ψυχή της γυναίκας…
- Σε παρακαλώ για τελευταία φορά. Πες μου τι ακριβώς έγινε μεταξύ σας και θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να βοηθήσω.
- Τίποτα απολύτως δεν έγινε. Ταυτόχρονα ο Ντανιέλ επεξεργαζόταν τους όρους και τους κανόνες του παιχνιδιού που θα έπαιζε στο φίλο του. Θα τον τιμωρούσε το δίχως άλλο.
- Αφού, λοιπόν, το θέλεις έτσι, έτσι και θα γίνει. Η φιλία μας έφτασε στο τέλος της. Μόλις σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, συνειδητοποίησα πως η σχέση μας είναι άκαρπη και ανούσια. Δεν υπάρχει λόγος να ξαναμιλήσουμε, ούτε να ξαναϊδωθούμε. Απλά, λυπάμαι γιατί υπήρξαν στιγμές που…
Ο Ντανιέλ τον διέκοψε απότομα:
- Άσε το μελοδραματισμό, Ζαν και μην είσαι τόσο απόλυτος εκστομίζοντας λόγια για τα οποία θα μετανιώσεις αργότερα.
- Αν κάτι με ενοχλεί αφάνταστα είναι το να με διακόπτουν τη στιγμή που μιλώ για ένα τόσο σοβαρό θέμα, σε μια τόσο τραγική στιγμή σαν κι αυτή που ζούμε τώρα. Βάζουμε τέρμα σε μια φιλία, Ντανιέλ! Το καταλαβαίνεις αυτό, ή είσαι τόσο πολύ διαταραγμένος ψυχολογικά ώστε να μη μπορείς να αντιληφθείς την πλήρη σημασία όσων διαδραματίζονται αυτή τη στιγμή; Τίποτα δε θα είναι το ίδιο για μας τους δύο από αύριο.
«Αν ήξερε… αν μπορούσε να φανταστεί τι ακριβώς μου συμβαίνει, δε θα μιλούσε για το αύριο…» Το μοναδικό εύθραυστο νήμα που έδενε εκείνη τη στιγμή τους δυο άντρες ήταν η ανάγκη του Ντανιέλ να διακηρύξει την ανωτερότητά του, να εξυμνήσει τον υπαρξιακό σκοπό του. Τον χρειαζόταν τον Ζαν, τον είχε ανάγκη για να κερδίσει την υστεροφημία… Έξαφνα, όλη η συναισθηματική φουρτούνα εντός του καταλάγιασε. Δεν ένιωθε ούτε πίκρα, ούτε μίσος, ούτε χαρά, ούτε λίπη, κι αυτό τον έκανε ακόμη πιο σίγουρο για το ότι ο δρόμος όπου πορευόταν ολοένα έσβηνε πίσω από κάθε του βήμα, στερώντας του την ελπίδα της επιστροφής. Το μόνο που αισθανόταν ήταν μια απροσδιόριστη, φασματική μελαγχολία, όμοια μ’ αυτή που κατακυριεύει τους ποιητές και που τους είναι τόσο απαραίτητη προκειμένου να διατηρούν άσβεστη τη φλόγα της έμπνευσής τους. Και η μελαγχολία αυτή είχε πρόσωπο, ήταν γυναίκα• μια πανώρια ύπαρξη με πρόσωπο χλωμό μες στη φθινοπωρινή νύχτα της ψυχής του, κάτω από το ολόγιομο ασημένιο φεγγάρι που εξαπέλυε μυριάδες στραφταλιστές πούλιες πάνω στα μαλλιά της, μια νύμφη που του τραγουδούσε κάποιο άγνωστο σκοπό, μια νυχτωδία μαγευτική και συνάμα ερεβώδη. Κάποτε διάβαζε ένα συγγραφέα που έμελλε να τον αγαπήσει πολύ. Θυμόταν πως κι εκείνος μιλούσε για μια τέτοια νύμφη, την Κυρά της Θάλασσας, τη Γεμανιά, που τα μαλλιά της πάνω στα κύματα μαγεύουν τους ναυτικούς και τους καλούν κοντά της, μες στα υγρά βάθη των νερών της εξωτικής Μπαΐας…
- Ντανιέλ, μ’ ακούς; Καταλαβαίνεις τι σου λέω;
Η πιεστική επιμονή του Ζαν έσπασε το ονειροπόλημά του.
- Ναι, φίλε μου, εδώ είμαι και σε ακούω.
- Λοιπόν…
- Λοιπόν…;
- Δεν μένει παρά να σου ευχηθώ για τελευταία φορά χρόνια πολλά και να τα εκατοστίσεις. Είθε να βρεις τελικά αυτό που ψάχνεις και που τόσο έντονα σε βασανίζει, ώστε να αφήσεις και τους άλλους ήσυχους.
Πέρασαν ελάχιστα δευτερόλεπτα, που ήταν όμως αρκετά για να οργανώσει ο Ντανιέλ την παρτίδα προς όφελός του και να σκεφτεί προκαταβολικά τις κινήσεις που θα τον έφερναν στο «ματ».
- Φίλε μου, Ζαν… θέλω πριν κλείσεις το τηλέφωνο να σου εξομολογηθώ κάτι… Ο Ντανιέλ έκανε μια μικρή παύση και έπειτα συνέχισε στον ίδιο σταθερό και σίγουρο τόνο φωνής. Άκουσέ με, φίλε μου. Δεν ξέρω τι πρόκειται να επακολουθήσει αυτού που θα σου εκμυστηρευτώ, αλλά δεν αντέχω άλλο να σου αποκρύπτω κάτι που σε αφορά το ίδιο όπως αφορά εμένα, τη Σιμών… και τη Μαρί.
- Λέγε επιτέλους… Τόση ώρα σε παρακαλώ να μου ανοίξεις την ψυχή σου. Ποτέ δεν είναι αργά για να σωθεί η φιλία μας.
Στο βάθος του μυαλού του ο Ζαν αναρωτήθηκε ποια σχέση μπορούσε να έχει η γυναίκα του με το μυστικό του Ντανιέλ. Χωρίς να ξέρει ακριβώς την αιτία, μια αγωνιώδης υποψία γεννήθηκε εντός του και άρχισε να τον κατατρώγει. Τα επόμενα λόγια που θα άκουγε θα επιβεβαίωναν την υποψία…
- Η Μαρί κι εγώ… πώς να το πω… εγώ και η Μαρί διατηρούμε εδώ και κάποιους μήνες κρυφό δεσμό.
Η είδηση έπεσε σαν εμπρηστική βόμβα που κατέκαψε την ψυχή του Ζαν. Δεν ήταν δυνατόν… όλα είχαν ανατραπεί• ολάκερος ο έγγαμος βίος του μετατράπηκε σε πυρπολημένη γη. Ποτέ του δε φαντάστηκε πως η Μαρί θα τον απατούσε και, μάλιστα, με τον καλύτερό του φίλο. Τη θεωρούσε υπεράνω τέτοιων οικτρών καταστάσεων. Όχι, δεν ήταν δυνατό να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αποτίναξε τις κακές σκέψεις. Δεν ήθελε να το πιστέψει• δεν έπρεπε να το πιστέψει. Αν η Μαρί τον άφηνε, όλα όσα είχε καταφέρει ως τότε θα εξανεμίζονταν, η κοινωνική του θέση, η καριέρα του, όλα θα πήγαιναν κατά διαβόλου. Ήταν πρόθυμος να εθελοτυφλήσει, να κωφεύσει απέναντι στην πραγματικότητα. Ο γάμος του με τη Μαρί ήταν το μοναδικό σωστό πράγμα που είχε κάνει ως τότε, η σωστική λέμβος που είχε βρεθεί από κάποια ευνοϊκή τροπή της μοίρας κοντά του και τον είχε σώσει από τη μετριότητα και την περιθωριοποίηση. Δε θα άφηνε για κανένα λόγο το Ντανιέλ να καταστρέψει το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του. Ήταν πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να ξεχάσει την εκμυστήρευση του φίλου του, να την καταχωνιάσει κάτω κι από τα ίδια τα μύχια της ψυχής του. Πίεσε τον εαυτό του ως τα άκρα για να καταφέρει να επανακτήσει την πολύτιμη ψυχραιμία και να απαντήσει άχρωμα και με απάθεια:
- Έχεις, μήπως, κάτι άλλο να μου εξομολογηθείς;
Ο Ντανιέλ τα έχασε με την απάθεια του συνομιλητή του. Οι όροι του παιχνιδιού που είχε επινοήσει, η όλη εξέλιξη της παρτίδας που είχε στήσει, κινδύνευαν να ανατραπούν σε μια και μόνη στιγμή. Σκέφτηκε… σκέφτηκε, ώσπου τελικά του ήρθε μια φαεινή ιδέα.
- Ναι… έχω να πω μερικά πράγματα ακόμη.
Προκάλεσε το χάος. Θα έλεγε κανείς πως βάλθηκε με επιμονή να υπηρετήσει τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων: την πορεία προς μια κατάσταση χαώδη και άναρχη. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για ένα επικίνδυνο ελιγμό, μια μπλόφα. Ο Ντανιέλ έκλεισε τα μάτια του για να αυτοσυγκεντρωθεί. Αν πετύχαινε η μπλόφα, αν νικούσε και σ’ αυτή την ύστατη επίθεση, τότε θα κέρδιζε αμετάκλητα και ολοκληρωτικά ολόκληρο τον πόλεμο που είχε κηρύξει ενάντια στο φίλο του.
- Μπορείς να φωνάξεις τη Μαρί, σε παρακαλώ; Πρέπει να της μιλήσω. Πες της να έρθει στο τηλέφωνο. Έχω να της πω για κάτι που εδώ και καιρό σχεδιάζαμε οι δυο μας. Δεν υπάρχει, πλέον, κανένας λόγος να παραμείνει κρυφό.
Αυτή τη φορά ο Ζαν έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Για ποιο σχέδιο του μιλούσε; Είχαν, άραγε, φτάσει τα πράγματα σε τέτοιο σημείο ώστε ο χωρισμός του με τη γυναίκα που είχε παντρευτεί να είναι πια προαποφασισμένος; Δεν στάθηκε μπορετό να αποσοβήσει την οργή που ένιωσε και άρχισε να εξαπολύει εναντίον του Ντανιέλ δεκάδες βλαστήμιες, θαρρείς και ήθελε μ΄ αυτές να κατακρεουργήσει τον εχθρό του εξ αποστάσεως. Ο Ζαν, ο άνθρωπος που ποτέ δεν είχε μαλώσει με κανένα, που κανείς δεν τον είχε μισήσει και ποτέ κανείς δεν τον είχε αποπάρει, είχε ξεπεράσει τα όρια της ανοχής του, ήταν έξω φρενών και έβριζε χειμαρρωδώς. Ποιος να το φανταζόταν πως γνώριζε τόσες πολλές διαφορετικές πρόστυχες λέξεις. Για τον Ντανιέλ η όλη εξέλιξη της υπόθεσης στάθηκε πραγματική αποκάλυψη. «Φυσικά… Είναι εύκολο να είσαι καλός και ευπροσήγορος με τους ανθρώπους όταν όλα στη ζωή σου πάνε κατ΄ ευχήν. Όταν, όμως, έρθει η ώρα που χάνονται ένα – ένα όλα τα στηρίγματά σου, η αποφράδα εκείνη στιγμή που η Δυστυχία χτυπά την πόρτα του σπιτιού σου ερχόμενη για να μείνει, τότε η μάσκα πέφτει από το πρόσωπό σου καταγής και σε αφήνει ακάλυπτο, με ολάκερη την προστυχιά και τη μιζέρια της ψυχής σου σε κοινή θέα…» Αφού ο Ντανιέλ σκέφτηκε αυτά και πολλά παρόμοια, ένα καταχθόνιο χαμόγελο όλο κακία έσκασε στη γωνία των χειλιών του. Όταν οι βρισιές και οι απειλές τέλειωσαν, η γραμμή έκλεισε και ακουγόταν τώρα πια μονάχα ο μονότονος ήχος του «μπιπ». Όλα έβαιναν κατ΄ ευχήν, όπως ακριβώς τα είχε σχεδιάσει. Υπήρχε μια διαβολική συνωμοσία στην όλη υπόθεση. Δεν ήταν δυνατό η εύνοια της τύχης να ήταν συμπτωματική. Σίγουρα, κάποιο καταχθόνιο πλάσμα έστεκε πάνω από το μικρό κουκλοθέατρο και κινούσε επιδέξια τα σχοινιά που ήταν δεμένα στους αρμούς των μαριονετών. Ίσως, αυτό το παμπόνηρο δαιμόνιο να ήταν η ίδια η μυθική χίμαιρα που του είχε αποκαλυφτεί σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τον καθρέφτη.
Σκέφτηκε τη Μαρί και το Ζαν, το Ζαν και τη Μαρί. Αυτά τα δυο πρόσωπα στροβιλίζονταν στο νου του σαν τα αλογάκια του κάρουζελ. Πόσο τέλειο ζευγάρι φάνταζαν σε όσους τους γνώριζαν! Σπάνια μάλωναν, και αν ακόμη το έκαναν, πάντα ξανάσμιγαν το ίδιο βράδυ σαν δυο πουλάκια που τιτιβίζουν ερωτοτροπώντας. Πόσες και πόσες βραδιές δε φαντασιωνόταν την όμορφη εκείνη γυναίκα να κάνει έρωτα μαζί του. Και να που τώρα ήταν αυτός που είχε επέμβει στην απόμακρη ζωή της και την είχε αναστατώσει μια για πάντα. Είχε σπείρει τις υποψίες και δεν έμενε παρά να θερίσει τους καρπούς. Η οικογενειακή ζωή της Μαρί θα γινόταν άνω κάτω εξαιτίας του και, μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό που ίσως απέβαινε μοιραίος για το μέλλον του φιλικού του ζευγαριού. Ένα, όμως, ήταν σίγουρο και αδιαμφισβήτητο, πιότερο απ΄ όλα τα άλλα: πως ακόμη και μ΄ αυτόν τον τιποτένιο τρόπο, ένιωσε πως την πλησίασε πέρα από τα επιτρεπτά όρια της απλής φιλίας, πως ακράγγιξε αδιόρατα το θαυμάσιο κορμί της και μόλυνε την αγνότητα της νεανικής της ψυχής. Αυτό το πλάσμα, που ποτέ ως τότε δεν είχε γνωρίσει τον πόνο και τη δυστυχία, που είχε σπαρεί και βλαστήσει κάτω από την απάνεμη σκέπη της εύπορης οικογενειακής ζωής, που δε μπορούσε να φανταστεί πώς είναι δυνατό να υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι δυστυχισμένοι και αναγκεμένοι, αυτό λοιπόν το παρθένο πλάσμα, η πανέμορφη Μαρί, θα γνώριζε αιφνίδια τον πόνο και τη δυστυχία, θα πλήρωνε για όλες τις στιγμές άδολης χαράς που είχε τολμήσει να ζήσει… «Ω, Μαρί, είσαι υποχείριό μου!»
Το μεγαλύτερο αμάρτημά του ήταν πως είχε παίξει στο Ζαν όλη αυτή τη διαβολική φάρσα δίχως να έχει την παραμικρή αμφιβολία, δίχως να νιώσει τις τύψεις που καταφτάνουν πάντοτε μεθεόρτια. Είχε διαταράξει τη γαλήνη του πιο φιλικού σ΄ αυτόν ζευγαριού το ίδιο ανέξοδα και αλύπητα, όπως το παιδί που ξεκολλά τα φτερά μιας μύγας. Ήταν, λοιπόν, όλα τόσο εύθραυστα; Είχε, άραγε, το Χάος τόσο μεγάλη δύναμη ώστε να αφανίζει μες σε λίγα λεπτά μόχθους και χαρές ολόκληρων ετών; Αισθάνθηκε πολεμιστής, μισθοφόρος του Χάους, με το ελεύθερο να αποφασίζει αν θα εξανδραποδίσει ή όχι το κάθε μικρό χωριουδάκι που απαντά στο διάβα του. Όλα προσφέρονταν απλόχερα μπροστά του και η αχανής έκταση της Ελευθερίας, η γη της Επαγγελίας, τον πρόσμενε για να την κατακτήσει…
Προχώρησε προς το γραφείο του, τον αγαπημένο του χώρο, το καταφύγιο που είχε δημιουργήσει για να ξεχνά τη μίζερη καθημερινότητα. Κοίταξε τα χαρακτικά και τους ζωγραφικούς πίνακες που ήταν κρεμασμένοι στους τοίχους. Είχε μια παράξενη προτίμηση σε θέματα που αφορούσαν τη μεταθανάτιο ζωή και ιδίως την Κόλαση. Το μεταθανάτιο βασίλειο των καταραμένων ανέκαθεν τον έλκυε και του προκαλούσε τα πιο έντονα συναισθήματα δέους και ιερού φόβου. Γι αυτό και οι περισσότεροι πίνακες που υπήρχαν στο μικρό του studiolo αντλούσαν τη θεματολογία τους από την Κόλαση και κάθε λογής ερεβώδες και ζοφερό μέρος παρεμφερές μ’ αυτήν. Απ’ όλα τα χαρακτικά πιότερο του άρεσαν εκείνα του Gustave Doré στην έκδοση του 1875 της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη. Είχε μια μικρή συλλογή από αντίγραφα αυτών, πολλά από τα οποία τα είχε κορνιζάρει και τα είχε κρεμάσει στους τοίχους του δωματίου. Το πιο αγαπημένο του ανάμεσα σ’ αυτά ήταν εκείνο που παρίστανε τις Άρπυες στο δάσος με τους ανθρώπους – δέντρα. Ο Ντανιέλ έριξε μια εξεταστική ματιά στο συγκεκριμένο πίνακα. Στο βάθος διακρίνονταν οι σκιές του Δάντη και του οδηγού του, Βιργιλίου, ενώ σε πρώτο πλάνο μια ομάδα από γυναικόμορφα τέρατα, οι Άρπυες, με στήθη γυναικεία και σώμα και φτερά αρπακτικού πουλιού, στέκονταν με τα γαμψώνυχα πόδια τους πάνω στα κλαδιά δέντρων. Τα δέντρα ήταν κι αυτά ανθρωπόμορφα, με εκφράσεις ατέλευτου πόνου και μαρτυρίου. Επρόκειτο για ανθρώπους καταδικασμένους στην αιωνιότητα να είναι ακινητοποιημένοι με βαθιές ρίζες στο βαλτώδες έδαφος της Κόλασης, σαν τιμωρία για το αμάρτημα της αυτοκτονίας που είχαν διαπράξει όσο ζούσαν. Άραγε, να περίμενε και το Ντανιέλ μια τέτοια τύχη; Αν το μέσο για να φτάσει στην Ελευθερία που ονειρευόταν ήταν η αυτοκτονία, η απαξίωση του δώρου της ζωής, τότε θα μεταμορφωνόταν κι αυτός σε κάποιο τέτοιο κολασμένο δέντρο, με τρομερές, καταχθόνιες Άρπυες να στηρίζονται στα κλαδιά του; Απόδιωξε τη σκέψη, θεωρώντας πως μια τέτοια περίπτωση ήταν απίθανη. Όσο ελκυστικό και υποβλητικό κι αν ήταν αυτό το μέρος που αναπαρίστανε ο πίνακας, παρόλα αυτά ο Ντανιέλ είχε πλήρη επίγνωση πως οι μεσαιωνικές δοξασίες για τα μαρτύρια της Κολάσεως, ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Δεν είναι δυνατόν η Κόλαση να είναι ένα τέτοιο γραφικό οικοδόμημα, τόσο επιμελημένο αρχιτεκτονικά, με ορόφους και επίπεδα για κάθε κατηγορία αμαρτωλού, σε σχήμα ανάστροφου κοχλία με κορυφή το Σατανά. Αν υπήρχε ένα τέτοιο μέρος, σίγουρα δε θα ήταν σαν κι αυτό που περιγράφει ο Δάντης. Όμως, δεν υπάρχει Κόλαση. Είναι μια έννοια κατασκευασμένη από τους ίδιους τους ανθρώπους, έχοντας μοναδικό προορισμό να εκφοβίζει ανά τους αιώνες την ανθρωπότητα, να αφιονίζει τους πιστούς και θεοσεβούμενους ενάντια στους δογματικά αποκλίνοντες συνανθρώπους τους. Είναι η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια της μάζας, που επικρέμεται με απειλητική αστάθεια, έτοιμη να μπηχτεί στο κρανίο όποιου υπερβαίνει τα εσκαμμένα, όποιου ξεχωρίζει με αθέμιτους τρόπους. Όχι, λοιπόν, ο Ντανιέλ δε θα πήγαινε στην Κόλαση. Θα ερχόταν ένα σύννεφο και θα τον σήκωνε ως τον ουρανό, εκεί όπου διαφεντεύει η άφατη Ελευθερία και καταυγάζει με το απόκοσμο φως της όλο το σύμπαν, ορατό κι αόρατο. Θα αναλύονταν στον αέρα, όπως ο Ηρακλής. Τίποτα απ΄ αυτόν δε θα έμενε στη γη, τίποτα δε θα έμενε να τον θυμίζει. Θα ήταν σα να μην είχε υπάρξει ποτέ πάνω στον κόσμο. Θα γινόταν αεράκι αλαργινό που θα θώπευε τις βουνοκορφές με τα φασματικά φτερά του και θα έγλυφε τα κύματα της θάλασσας. Θα ήταν με άλλα λόγια ελεύθερος…
Κάθισε στο γραφείο για να συγκεντρώσει τις ιπτάμενες, αλληλοδιασταυρούμενες σκέψεις του. Το γραφείο ήταν ένα πολύ όμορφο παλιό έπιπλο από ξύλο τριανταφυλλιάς, με μεγάλη γυαλιστερή επιφάνεια και τέσσερα περίτεχνα σκαλισμένα λιονταρίσια πόδια που εκφύονταν από τις τέσσερις γωνίες. Το είχε αγοράσει από μια από τις γνωστότερες αντικερί της πόλης σε μια εξωφρενική τιμή, ούτε λίγο ούτε πολύ ίσα με τους μισθούς δύο ετών δουλειάς ενός ανειδίκευτου εργάτη. Ο μαγαζάτορας του είχε πει πως το έπιπλο αυτό είχε μεγάλη ιστορία, χωρίς όμως να γίνει πιο συγκεκριμένος. Ήταν, λοιπόν, το μυστηριακό παρελθόν και τα καλλίγραμμα λιονταρίσια πόδια του γραφείου, που έπεισαν τον Ντανιέλ να το αγοράσει, στοχεύοντας κατάκεντρα στην ανάγκη του για μυστήριο και αποκρυφισμό. Ακόμη κι όταν ο ενθουσιασμός του πρώτου καιρού μετά την αγορά άρχισε να σβήνει, ο Ντανιέλ πάντα είχε την εντύπωση πως ό,τι κι αν έγραφε πάνω σ΄ αυτό το γραφείο, το αποτέλεσμα έβγαινε καλύτερο απ’ ότι αν έγραφε το ίδιο πράγμα πάνω σε οποιοδήποτε άλλο τραπέζι.
Πάνω σ’ αυτό το γραφείο καθόταν, λοιπόν, τώρα και είχε αφήσει το κεφάλι του να πέσει με όλο το βάρος των συγκεχυμένων ιδεών του στις παλάμες των χεριών του που στηρίζονταν στους αγκώνες τους. Ένιωθε ένα ανεντόπιστο πόνο να περιφέρεται μες στο κοίλο του κρανίου. Έπρεπε να κάνει υπομονή. Σε λίγες ώρες καμία από τις σκέψεις που κάλπαζαν αφηνιασμένα εντός του δε θα απέμενε. Ο νους του θα πάγωνε σε μια στιγμιαία εντύπωση, τη στερνή εικόνα που θα έβλεπε. Δεν ήθελε πια να σκέφτεται, μήτε να νιώθει το παραμικρό. Οι λίγες εναπομένουσες ώρες καθιστούσαν κάθε επιπρόσθετο κόπο μάταιο και ασύμφορο. Καμιά λιποψυχία δεν του επιτρεπόταν πλέον. Ό,τι είχε αποφασιστεί είχε αποφασιστεί και η πορεία του ήταν πολύ μακριά από το οριακό σημείο καμπής όπου είναι ακόμη δυνατή η επιστροφή. «Παράξενο το πώς οι πιο ελεύθερες αποφάσεις οδηγούν στην ίδια ανελεύθερη και ασφυκτική πορεία, όπως και κάθε άλλη απόφαση. Όταν κανείς αποφασίζει να τραβήξει το δρόμο της ελευθερίας, δεν είναι δυνατό να γνωρίζει τι πρόκειται να επακολουθήσει. Γιατί, αν είχε από τα πριν μελετήσει επισταμένα και ρασιοναλιστικά τη σχέση του αιτίου με το αιτιατό, όμοια δηλαδή με μια συνάρτηση του Y από το X, τότε θα ήταν πιότερο ένας εγκλωβισμένος στα στενά πλαίσια της ίδιας του της λογικής, παρά κάποιος ελεύθερος». Οι σκέψεις αυτές κλωθογυρνούσαν στο νου του και σκοπό είχαν να τον προετοιμάσουν όσο το δυνατό καλύτερα για το επικείμενο μεγαλειώδες γεγονός. Όχι, λοιπόν, ο Ντανιέλ δεν είχε πράξει ορθολογικά. Τίποτα απ’ όσα είχε κάνει στη διάρκεια εκείνης της ημέρας δεν στηριζόταν σε κάποιο λογικό αλγόριθμο, τίποτα δεν ήταν προαποφασισμένο και προσχεδιασμένο. Όλα είχαν γίνει στην τύχη, με κυβερνήτη το Χάος. Πότε άλλοτε ακούστηκε, ένας άνθρωπος να καθορίζει τη μοίρα του με οδηγό και πυξίδα κάποιο φασματικό ξωτικό εντός του, κάποιο άναρχο δαιμόνιο που κάθε τόσο ξεπετάγεται από τα τρίσβαθα λαγούμια της ψυχής του και τον βαυκαλίζει με υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις για κάποιο υπεράνθρωπο άθλο, ένα γεγονός άνευ προηγουμένου;
Διέγραψε μια ημιπεριστροφή πάνω στην περιστρεφόμενη δερμάτινη καρέκλα και στράφηκε προς την παραφορτωμένη βιβλιοθήκη πίσω από το γραφείο. Στη βάση της καθ’ όλο το μήκος υπήρχαν μεγάλα ξύλινα ντουλάπια, μερικά από τα οποία είχαν κλειδαριές. Από κάποιο σημείο της βιβλιοθήκης, ένα μικρό χάσμα ανάμεσα σε δυο βιβλία, ξετρύπωσε ένα μικρό κλειδί. Μ’ αυτό ξεκλείδωσε ένα από τα ντουλάπια της βάσης. Στο εσωτερικό του υπήρχε μια στοίβα από φακέλους ο ένας πάνω στον άλλο. Τράβηξε δυο φακέλους από το μέσο της στοίβας και τους απέθεσε πάνω στο γραφείο. «Ο Κλωνοποιημένος Άνθρωπος – Ανθολογία διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας του Ντανιέλ…» έγραφε με μεγάλα γράμματα ο ένας απ΄ αυτούς. Τον άνοιξε και έβγαλε από μέσα καμιά διακοσαριά ασύνδετες σελίδες με χειρόγραφα γράμματα. Τις φυλλομέτρησε. «Vanitas vanitum, omnis vanitas» αυτοσαρκάστηκε στωικά. «Να κάτι ακόμη που άφησα ανολοκλήρωτο».
Επί πολλά χρόνια είχε καταπιαστεί να γράφει σποραδικά κάποια διηγήματα φαντασίας για το μέλλον και την τύχη της ανθρωπότητας, χρησιμοποιώντας ως κοινό υπόβαθρο κάποιες τεχνολογικές ανακαλύψεις της εποχής του και υφαίνοντας γύρω από αυτό το θεματικό πυρήνα μια πλοκή, σχετική με την χρονική προέκταση της σημασίας αυτών των ανακαλύψεων σε κάποιο μακρινό μέλλον. Την έμπνευση γι αυτό το πόνημα την είχε αντλήσει από τη χρόνια ανάγνωση των κλασικών ιστοριών επιστημονικής φαντασίας, συγγραφέων όπως ο Rey Bradburry, ο Arthur C. Clark και ο Isaak Asimov. Ήταν η τριάδα της φώτισης και της αποκάλυψης για τον Ντανιέλ, ο οποίος κυριολεκτικά ανέπνεε από τον αέρα των έργων τους στα πανάρχαια χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Χρόνια ολάκερα έπεφτε στο παιδικό του κρεβάτι για να κοιμηθεί και φανταζόταν πως ήταν ατρόμητος εξερευνητής του διαστήματος, επιβάτης του διαστημοπλοίου με κυβερνήτη τον ΧΑΛ 9000, πως ήταν άποικος του Άρη, πως καλύτερός του φίλος ήταν ένα ρομπότ με ανθρώπινη λογική. Φανταζόταν πως αρμένιζε στα πανάρχαια κανάλια του Άρη πάνω σε ένα μετέωρο καράβι, πως έκανε ονειρεμένα διαπλανητικά και διαγαλαξιακά ταξίδια, πως συναντούσε την αγαπημένη του στο προσωπικό του δωμάτιο μες σ’ ένα γιγαντιαίο, δακτυλιοειδή διαστημικό σταθμό… Πόσα φανταστικά πράγματα επιφύλασσε στην ανθρωπότητα το μέλλον! Πόσο κρίμα ήταν γι αυτόν που η τεχνολογική εξέλιξη βάδιζε με τόσο απελπιστικά αργούς ρυθμούς, καταδικάζοντάς τον έτσι να μη δει ποτέ στη διάρκεια της ζωής του όλους αυτούς τους θαυμαστούς νέους κόσμους που τον στοίχειωναν από τα μικράτα του!
Και να που η ζωή του θα τελείωνε και μαζί της θα καταδικάζονταν όλα αυτά τα διηγήματα, που με τόση αγάπη είχε γράψει, στην αιώνια λήθη. Θα έμεναν ξεχασμένα στο ντουλάπι της βιβλιοθήκης του, μέχρι να πεταχτούν από τη Σιμών, κάποια μέρα που θα αποφάσιζε να απαλλαχτεί από τους μεγάλους σωρούς με τη χαρτούρα. Όλη αυτή η πραγματική λατρεία για την επιστημονική φαντασία ζούσε χρόνια ολόκληρα βραδυφλεγής εντός του, περιβαλλόμενη από τον τραχύ, σκληρό φλοιό της επιστημονικής του καριέρας, όμοια όπως η λάβα που ξερνιέται από τον κρατήρα ενός ηφαιστείου και κυλά από τα χείλη του στην πλαγιά, κρυώνοντας σιγά–σιγά ώσπου να αποκτήσει πέτρινο κέλυφος, ενώ στον πυρήνα του πετρώματος παραμένει άσβεστο το πύρινο μάγμα. «Άτυχε Ντανιέλ… εμπνευσμένε οραματιστή… πνεύμα φλογερό μιας ανάξιας εποχής! Υπάρχει, άραγε, για σένα μαρτύριο μεγαλύτερο από αυτή την τροπή που πήρε η ρότα της ζωής σου; Υπάρχει καταδίκη σκληρότερη από την αιφνίδια διακοπή των ονείρων ενός φιλόδοξου; Γιατί οι καταραμένες Μοίρες να τραβούν επιλεκτικά από τη μάζα των χιλιάδων ανίκανων και ασήμαντων ανθρώπων, όλους τους δυνάμει πολλά υποσχόμενους και ταλαντούχους και να τους στέλνουν στην αγχόνη χωρίς καν μια έντιμη δίκη; Ο Ντανιέλ είχε πολλά παράπονα από τη μοίρα του. Μπορούσε να την κατηγορήσει για ένα σωρό άτυχες συμπτώσεις στη ζωή του. Ένα, όμως, δε θα μπορούσε να της συγχωρήσει ποτέ: το ότι του έκοβε τόσο απότομα την φιλοδοξία να γίνει μεγάλος συγγραφέας, έστω και με αντάλλαγμα τη βαρύτιμη Ελευθερία που επαγγελόταν. Διερωτήθηκε ποιο να ήταν πιο σπουδαίο: η επιτυχία πάνω στη Γη, ή η μέθεξη με την υπαρξιακό Μηδέν; Ο διάσημος όταν πεθαίνει κερδίζει και την υστεροφημία, χάρη στην οποία παύει να είναι ένας απλός νεκρός, θαμμένος στο ίδιο υπέδαφος με τις σωρούς των υπολοίπων θνητών. Μετά το θάνατό του μετατρέπεται σε μια παγκόσμια συνείδηση, συνείδηση μοιρασμένη στις ψυχές πολλών ανθρώπων. Ζει για όσο διάστημα η θύμησή του είναι ζωντανή. Υπάρχει για όσο χρόνο υπάρχει και ο καρπός της πνευματικής του σποράς, του έργου του. Η ζωή του είναι επιμηκυσμένη στο μέγεθος μιας υπερ–ζωής, ενός αθροίσματος ζωών. Συμφύεται με άλλες διασημότητες και το σύνολο όλων αυτών των άστρων δημιουργεί έναν αστερισμό, ένα πάνθεον. Ποικίλοι μύθοι εξυφαίνονται γύρω από το άτομό του, ώσπου τελικά παύει να θεωρείται άνθρωπος. Ο Ντανιέλ δε θα γινόταν ποτέ διάσημος. Η ζωή του σε λίγο θα τελείωνε κι αυτός θα μετέπιπτε σε κάποια άλλη διάσταση, μια σφαίρα μεταφυσική, δίχως όμως να το αντιληφθεί κανείς. Δεν είχε καταφέρει να εξηγήσει την αποκαλυπτική εμπειρία του σε κανένα: ούτε στο Ζαν, ούτε στη Σιμών, ούτε στη μητέρα του. Κανείς τους, εξάλλου, δε θα τον καταλάβαινε, κανείς τους δε θα τον ένιωθε. Ήταν, μήπως, καλύτερα έτσι; Ποιος ξέρει…
Άνοιξε το δεύτερο φάκελο. Αυτός είχε τον τίτλο: «Ποιητική Συλλογή του Ντανιέλ…» Από μέσα έβγαλε πάλι κάποιες σελίδες, λιγότερες αυτή τη φορά. Ξεδιάλεξε κάποια ποιήματα και τα διάβασε για τελευταία φορά στη ζωή του…
Το Ρυάκι
«Τι θα ‘θελες να γίνεις σα θα μεγαλώσεις;»
«Ποταμάκι, χιονάτη μου κορφούλα».
Κι έτσι, δροσάτο και διάφανο
Γραμμούλες αμέτρητες χάραζε στο βράχο το ρυάκι.
Κι όπου κλαρί γερμένο πάνω του,
Μ΄ απλοχεριά λίγο απ΄ τον εαυτό του χάριζε.
«Τι θα ‘θελες να γίνεις σα θα μεγαλώσεις;»
«Παραπόταμος, δεντροστόλιστη πλαγιά μου».
Κι έτσι, πρόωρα, επιπόλαια μεγαλωμένο και θαρρείς,
Από το σφρίγος της κατηφορίζουσάς του ορμής μεθυσμένο,
Καυγάδιζε με βράχους και πλατανόριζες το ποταμάκι.
«Τι θα ‘θελες να γίνεις σα θα μεγαλώσεις;»
«Ποτάμι, ολύμπια γαλήνιε λειμώνα μου».
Κι έτσι, με περίσσεια αρχοντιά και ξεκάθαρο σκοπό,
Άλλοτε ολόισια σαν τη ροδαλή παρθένα κόρη
Κι άλλοτε φιδοσέρνοντας σαν τον επίδοξο ληστή,
Καλωσόριζε τ΄ αδέρφια του ολούθε ο παραπόταμος.
«Τι θα ‘θελες να γίνεις σα θα μεγαλώσεις;»
«Θάλασσα, γεωμετρικοί μου αγροί κι ανθισμένα περιβόλια».
Κι έτσι, ανοίγοντας τα μπράτσα του
Και την αφράτη τρίγωνη γη εμπρός του αγκαλιάζοντας,
Ρίχτηκε στη αλμυρή, κυματιστή απεραντοσύνη το ποτάμι•
Κι ενώθηκε μ΄ αμέτρητες ψυχές,
Σ΄ ένα ανυπόφορο συνωστισμό λυγμών.
«Τι θα ‘θελες να ‘χες γίνει αν δεν γινόσουν θάλασσα;»
Μια έναστρη νυχτιά ρώτησε η σελήνη απ΄ τα ερέβη.
Και η θάλασσα, απ΄ την αχλή του μακρινού ορίζοντα,
Αγκάλιασε το ολοστρόγγυλο κεφάλι τ΄ ουρανού στην ακύμαντη ποδιά της
Κι αναστέναξε βαριά:
«Ρυάκι»…
Είχε χρόνια να διαβάσει κάποιο από τα ποιήματα που είχε γράψει στα εφηβικά του χρόνια και γι αυτό η ανάγνωση αυτού του ποιήματος τον γέμισε με μια γλυκιά μελαγχολία. Με κεντρισμένο ενδιαφέρον πήρε στα χέρια του κάποιο άλλο ποίημα και το διάβασε κι αυτό.
Νεκρόπολη
Παράξενο, αλήθεια, που ‘ναι τούτο το ταξίδι!
Χτες ήμουν ζωντανός και τώρα πεθαμένος.
Χτες, νιος ακόμη, τον ήλιο αντίκριζα με μέθη,
Και κάτω από το φεγγάρι τ΄ ασημί,
Εγκώμιο έπλεκα στο ταίρι μου με θέρμη.
Τώρα, ο ήχος της σφυρίχτρας τ΄ αυτιά μου διατρυπά,
Κι απέραντες κοιλάδες μπρος στα μάτια μου διαβαίνουν,
Καθώς απ΄ τη μικρή καμπίνα μου αγναντεύω,
Επιβάτης μοναχός αυτού του τραίνου,
Που απ΄ αρχής οι ρόδες του σ΄ αιθέριες γραμμές κυλούν.
Παράξενο, αλήθεια, που ‘ναι τούτη η μοναξιά!
Τα στήθη μου μ’ αέρα πνιγερό φουσκώνει
Και τη θωριά μου ώχρα φαρμακερή σαβανώνει.
Κάτι μέσα μου που σβήνει, μ΄ αυτή διαπλέκεται
Και μ’ ανυπόφορους κλαυθμηρισμούς συνέχεται.
Ηχούν μεσάνυχτα από δείκτες ρολογιού σταματημένου•
Και ξέρω πως, φτάνοντας στο στερνό σταθμό του τρένου,
Μοναχός, ως πάντα, εγώ θε’ ν’ αποβιβαστώ
Και πίσω μου ποτέ να μην κοιτάξω,
Τρέμοντας μήπως το τραίνο το ανύπαρκτο δε δω και κλάψω.
Παράξενη, αλήθεια, που ναι τούτη η πόλη!
Το μάτι μονομιάς από κάθε λογής ειδώλου κενώνει
Και πάνω σε σύμπαν φασματικό το βλέμμα μου καρφώνει.
Λειμώνα σκιερού, που ορίζοντα και ουρανό δεν έχει,
Θρηνητικός ψαλμός τα άνθη της ζωής μαραίνει.
Πόνο και θανατερή οσμή η γης εδώ αποπνέει
Και σαν τα κύματα τη ράχη του μετέωρου αυτού νησιού που οργώνουν,
Σιλουέτες άμορφες, άφατου χάους πλήρεις, ολούθε με ζυγώνουν.
Τη νύχτα αυτή που αύριο δεν έχει,
Με όρκο ερεβώδη κι αφόρητο απ’ το βάρος,
Πολίτη στη Νεκρόπολη ο Χάροντας με δένει.
Ο Ντανιέλ τακτοποίησε τα ποιήματα και τα διηγήματα φαντασίας μες στους ξεχωριστούς φακέλους τους με απαράμιλλη προσοχή και στοργή, σα να τα λάτρευε. Έπειτα, τοποθέτησε τους δυο φακέλους στη στοίβα με τους υπόλοιπους φακέλους του ντουλαπιού της βάσης της βιβλιοθήκης. Διπλοκλείδωσε και τοποθέτησε το κλειδί στη μικρή μυστική χαραμάδα, εκεί απ’ όπου το είχε ξετρυπώσει.
Ήταν, πλέον, συμβιβασμένος με τα επικείμενα και υποκειμενικά κι αντικειμενικά Ελεύθερος…






0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου