5:00 μ.μ.
Μόλις είχε μπει στο ιατρείο του. Παρότι ξεκινούσε να δέχεται ασθενείς στις έξη, είχε αποκτήσει από χρόνια το συνήθειο να πηγαίνει μία ώρα νωρίτερα, για να έχει το χρόνο να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του ιατρείου, πίνοντας τελετουργικά με μικρές γουλιές τον καφέ που πάντα τον περίμενε ζεστός και αχνιστός στο γραφείο του, κάτι για το οποίο φρόντιζε επιμελώς η Σιμών. Αφιέρωνε την ελεύθερη εκείνη ώρα στη γρήγορη ανάγνωση άρθρων από το διαδίκτυο, στην αυτοσυγκέντρωση και στη χαλάρωση. Δυστυχώς για τον ίδιο, ήταν από τους ανθρώπους που τίποτα δεν κάνουν αγόγγυστα και που πρέπει πάντα να προετοιμάζουν ψυχολογικά τον εαυτό τους προκειμένου να διεκπεραιώνουν τα καθημερινά, συνήθη καθήκοντά τους.
Είχε κι ένα άλλο συνήθειο, που με τον καιρό έμελλε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της μεθόδου που χρησιμοποιούσε στο επάγγελμά του. Εκμεταλλευόμενος την ελεύθερη εκείνη πρώτη ώρα, ζητούσε από τη Σιμών να του φέρει τη λίστα με τους ασθενείς που είχαν κλείσει ραντεβού τη συγκεκριμένη ημέρα και συμβουλευόταν από πριν τη βάση δεδομένων στον υπολογιστή του, η οποία περιείχε συνοπτικά όλα τα ιατρικά ιστορικά τόσο των τακτικών όσο και των περιστασιακών ασθενών. Έβρισκε, λοιπόν, τα ιστορικά που τον ενδιέφεραν και σημείωνε πρόχειρα σε ένα τεφτέρι όσα στοιχεία θεωρούσε κρίσιμα. Με τον τρόπο αυτό έδινε την ψευδή εντύπωση στον κάθε ασθενή πως, με το που τον πρωταντίκριζε, θυμόταν τα πάντα γι αυτόν και την αρρώστια του, κάτι που ικανοποιούσε σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη του τελευταίου για συμπονετική μεταχείριση και προσωπικό ενδιαφέρον και καλυτέρευε τις τόσο εύθραυστες σχέσεις ιατρού–ασθενούς. Μ’ αυτό το απλό τέχνασμα πετύχαινε, λοιπόν, τη μέγιστη δυνατή συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπεία που του χορηγούσε, μιας και η εμπιστοσύνη προς το γιατρό είναι το πιο αποδοτικό ξεκίνημα μιας οποιασδήποτε θεραπείας, ειδικά όταν πρόκειται για χρόνιες παθήσεις.
Βρήκε τη Σιμών να στέκει όρθια μπροστά του με ένα διάπλατο καλόκαρδο χαμόγελο και βλέμμα όλο έξαψη. Εκείνη, με το που άκουσε το γύρισμα του κλειδιού στην εξώπορτα, πετάχτηκε αλαφιασμένη από το μικρό της γραφείο, σα να είχε κάνει κάποια σκανδαλιά που έπρεπε να αποκρύψει, και έδωσε στο κορμί της την πιο επίσημη, ευθυτενή της στάση για να τον υποδεχτεί. Έδειχνε πολύ περιποιημένη εκείνη την ημέρα. Φορούσε μια στενή μπορντό φούστα που της έφτανε ως λίγο πιο κάτω από το γόνατο και ένα πουκάμισο λευκό, κεντημένο με ένα όμορφο σχέδιο στις δυο πλευρές του ανοίγματός του. Τα δυο πάνω κουμπιά του πουκαμίσου ήταν λυμένα, προσφέροντας σε κοινή θέα ένα ντεκολτέ όλο σαγήνη, συνεπικουρούμενο, βέβαια, από τα κρυμμένα μαξιλαράκια του σουτιέν. Ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες, κατάμαυρες λουστρίν γόβες διακοσμημένες η καθεμιά τους με ένα ασημένιο, στραφταλιστό φιογκάκι ακριβώς πάνω στη βάση των δαχτύλων του ποδιού, την έκαναν ακόμη πιο γοητευτική. Τον μακρύ λαιμό της κοσμούσε μια λεπτή χρυσή αλυσίδα απ΄ όπου κρεμόταν μια μικρή καρδιά επίσης από χρυσάφι, με ένα αστραφτερό διαμαντάκι στο κέντρο της. Ήταν δώρο του Ντανιέλ στην πέμπτη επέτειο της σχέσης τους. Άλλα κοσμήματα δε φορούσε, γιατί δεν ήθελε να δείχνει παραφορτωμένη. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα ψηλά πίσω στο κεφάλι της σε κότσο, κάτι που της έδινε ακόμη πιο επίσημη και επαγγελματική όψη.
Δεν ήταν, όμως, μόνο τα καινούργια της ρούχα και το γουστόζικο μενταγιόν που κέντρισαν το ενδιαφέρον του Ντανιέλ• ήταν και το απέριττο, διακριτικά στυλιζαρισμένο μακιγιάζ του προσώπου της. Το ρουζ που είχε απλωθεί ομοιόμορφα πάνω στα ζυγωματικά της προκαλούσε την εντύπωση της συγκρατημένης έξαψης, μα και της υποτακτικής συστολής. Οι μακριές βλεφαρίδες της, επιμελημένα ξέχωρες η μια από την άλλη, αποτέλεσμα σχολαστικής χρήσης της μάσκαρας, έδιναν την ψευδαίσθηση πως το βλέμμα της πήγαζε αινιγματικά από κάποιο σκοτεινό βάθος. Δεν είχε βάλει πολύ κραγιόν, αλλά σε συνδυασμό με το lip gloss, τα χείλη της καταύγαζαν ακόρεστη ηδυπάθεια. Με λίγα λόγια ήταν πολύ όμορφη και αυτό το πρόσεξε με μεγάλη ευχαρίστηση ο Ντανιέλ. Είχε αφιερώσει όλο το πρωινό της για να ψωνίσει τα καινούργια ρούχα και όλα τα σχετικά παρελκόμενα, αυτά που δίνουν σε μια γυναίκα τον δικό της προσωπικό τόνο, αν ξέρει να τα χρησιμοποιεί περίτεχνα.
Ο Ντανιέλ, όσο κι αν έτρεμε διαρκώς στη θέα των μικρών σημαδιών της ηλικίας, που συσσωρεύονταν χρόνο με το χρόνο πάνω στο κορμί της, όφειλε να ομολογήσει πως η Σιμών ήταν από εκείνες τις λίγες τυχερές γυναίκες που η ομορφιά τους βαδίζει αρμονικά πλάι–πλάι με την ηλικία τους και που καταφέρνουν να αποχαιρετούν τα προτερήματα της νεότητας, δίχως να χάνουν και πολλά πράγματα από την ομορφιά και την ελκυστικότητά τους. Η Σιμών, λοιπόν, ήταν μια από αυτές τις γυναίκες και είχε μια ομορφιά δυναμική, μεταλλασσόμενη αδιόρατα από τη νεανική φρεσκάδα στη γοητεία της ωριμότητας, μα ωστόσο η ουσία δεν άλλαζε: ήταν όμορφη. Είχε συμμαχήσει θαρρείς με το χρόνο, στο βαθμό, βέβαια, που αυτός της το επέτρεπε, και ζούσε σε αγαστή αρμονία μαζί του. Κάθε νέος χρόνος που προστιθόταν στο δέρμα της, της φερόταν με περισσή ευγένεια• δεν έπεφτε με ορμή πάνω του ώστε να το πτυχώσει και να το ρυτιδώσει ακαλαίσθητα. Απεναντίας, εναποτιθόταν με αβρότητα και σεβασμό ομοιόμορφα πάνω στην επιδερμίδα της και της αφαιρούσε αργά και άδηλα τη δροσιά της νεότητας, φροντίζοντας παράλληλα να της αποδώσει σε αντάλλαγμα, πλουσιοπάροχα και αφειδώλευτα, τη σαγήνη της ωριμότητας.
Ο Ντανιέλ έριξε μια ματιά όλο αδημονία στο πιο αγαπημένο του τμήμα του γυναικείου σώματος, στα πόδια της. Το βλέμμα του στάθηκε για κάμποση ακαθόριστη ώρα εκεί. Οι καλοσχηματισμένες, γωνιώδεις γάμπες της, πίσω από τις ευθύγραμμες μακριές κνήμες, ξεπρόβαλλαν ηδονικά από το χείλος της φούστας και κατέληγαν σε λεπτούς, νευρώδεις αστραγάλους. Κι εκείνες οι γόβες με το τόσο ψηλό τακούνι, πόσο τέλεια τόνιζαν το λιπόσαρκο coup de pied της… Αποξεχάστηκε με το προσφιλές του θέαμα και ξέχασε παντελώς την αγωνία που δοκίμαζε τον τελευταίο καιρό όποτε αντίκριζε τη νεοεμφανιζόμενη κυτταρίτιδα στο πίσω μέρος των μηρών και στους γλουτούς της Σιμών. Η φούστα, όμως, που φορούσε εκείνη την ημέρα κάλυπτε με σοφή προνοητικότητα αυτό της το μειονέκτημα.
Αυτές οι καλλίγραμμες γάμπες έμελλαν για αρκετά χρόνια να μετατραπούν σε μονομανία στο βασίλειο των φαντασιώσεων του Ντανιέλ. Δεν έχανε ευκαιρία να τις συγκρίνει με τις γάμπες άλλων γυναικών και κάθε φορά κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: όμοιές τους δεν υπήρχαν. Ήταν, ίσως, το μοναδικό τμήμα του κορμιού της Σιμών που ο καιρός περνούσε από πάνω του δίχως να το αγγίζει, αφήνοντάς το αναλλοίωτο στο διαβρωτικό του διάβα• το τμήμα που ερέθιζε την υπερτροφική του λίμπιντο αδιάκοπα και σε κάθε περίσταση, ακόμη και ανάρμοστη. Υπήρξε μια μεγάλη περίοδος στη διάρκεια της σχέσης τους που δεν περνούσε ώρα δίχως να προβάλλει στο νου του το λατρεμένο είδωλό τους• στο αμφιθέατρο, στο ιατρείο, στα επιστημονικά συνέδρια, σε κάθε λογής δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, πάντα σκεφτόταν τις γάμπες της. Κάποτε, μάλιστα, είχε βαλθεί να τις ζωγραφίζει, έτσι μοναχές τους, ξέχωρα από το υπόλοιπο σώμα, χωρίς κάποια ανατομική συνέχεια με οποιοδήποτε άλλο μέρος του κορμιού. Πίστευε πως από μόνες τους ήταν η έκφραση μιας μικρής τελειότητας. Υπάρχουν πολλές τελειότητες στη ζωή των ανθρώπων• υπάρχουν παντού τριγύρω, στο δρόμο, στα πάρκα, στα δέντρα, στα φύλλα των λουλουδιών, στον αέρα που αναπνέουμε, στους ποδόγυρους αμέριμνων κοριτσιών, στον αέρινο τρόπο που κάποια μοιραία γυναίκα περπατά… Δε μπορεί, βέβαια, ο καθένας να τις διακρίνει, παρά μόνο αν είναι καλλιτέχνης ή ποιητής. Είναι αόρατα μάγια αυτές οι μικρές τελειότητες, που από τη στιγμή που δένουν κάποιον δεν τον αφήνουν ποτέ πια στην ησυχία του. Οι κοινοί άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι γιατί δε μπορούν να τις διακρίνουν. Οι καλλιτέχνες και οι ποιητές είναι δυστυχισμένοι, γιατί από τη στιγμή που τις έχουν δει δεν μπορούν να κάνουν δίχως αυτές…
Όταν το βλέμμα του Ντανιέλ κατάφερε επιτέλους να ξεκολλήσει από τις θελκτικές εκείνες γάμπες, άρχισε να ανεβαίνει προς τα πάνω αργόσυρτα, δίχως βιάση, σα να ήταν η ματιά του διχαλωτή γλώσσα ερπετού που την έγλυφε, και σταμάτησε για λίγο στη δαχτυλιδένια της μέση• έπειτα συνέχισε να ανηφορίζει, ώσπου στάθηκε στο φαράγγι που έχασκε ανάμεσα στους λόφους των μαστών της. Το όργανό του άρχισε να δραστηριοποιείται, ώσπου προκάλεσε ένα φούσκωμα κάτω από το φερμουάρ του παντελονιού του.
Η Σιμών το πρόσεξε. Κάτι τέτοια ποτέ δεν της διέφευγαν. Χαμογέλασε με ηδυπάθεια. Τα χείλη της κινήθηκαν φιλήδονα το ένα πάνω στο άλλο, σα να χάιδευαν τις επιφάνειές τους. Ένα μικρό κατακόκκινο ακρογλωσσίδι ξεπετάχτηκε ανάμεσά τους και άρχισε να σέρνεται αργά και ηδονικά από τη μια γωνιά του στόματος ως την άλλη, εφυγραίνοντας τα χείλη της που έκαιγαν.
Κοιτάχτηκαν στα μάτια χωρίς να πουν λέξη. Για μια στιγμή το βλέμμα του ενός μαγνήτισε το βλέμμα του άλλου κι έμειναν εκεί, άρρηκτα συνδεδεμένοι με μια αόρατη κλωστή. Οι λέξεις είναι σε κάτι τέτοιες στιγμές περιττές, πόσο μάλλον όταν έχει κανείς να κάνει με δυο ανθρώπους που ο καθένας τους έχει απομνημονεύσει την παραμικρή λεπτομέρεια του σώματος του άλλου, αποτέλεσμα αμέτρητων ωρών νωχελικής περιπλάνησης πάνω του.
Θα μπορούσαν να κάνουν έρωτα έτσι όρθιοι καθώς έστεκαν. Θα μπορούσαν να διεισδύσουν ο ένας στα μύχια βάθη του άλλου και να ξεχάσουν όλο τον υπόλοιπο κόσμο…
Τη μαγνητισμένη ατμόσφαιρα διέκοψε τότε η Σιμών.
- Χρόνια πολλά, αφέντη μου!
Η προσφώνηση ήταν από μόνη της αρκετή για να εξάψει και να κορώσει ακόμη πιο πολύ τις αφυπνισμένες αισθήσεις του Ντανιέλ. Η αναταραχή που επικρατούσε στο βουβώνα του έγινε μεμιάς εντονότερη. Ήταν ένα παιχνίδι που εδώ και καιρό είχαν συναποφασίσει να παίξουν, σε μια προσπάθεια να καθυστερήσουν όσο περισσότερο τους ήταν μπορετό τον επερχόμενο σεξουαλικό κορεσμό του Ντανιέλ. Στο παιχνίδι αυτό αφέντης ήταν ο Ντανιέλ και δούλα η Σιμών. Της ζητούσε χίλια δυο περίεργα πράγματα κι εκείνη έσπευδε αγόγγυστα να εκπληρώσει τις επιθυμίες του. Το σαδομαζοχιστικό παιχνίδι των υπερβολικών απαιτήσεων έφερνε σχεδόν πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα• έπειτα κυλιόντουσαν στο πάτωμα, ή στο κρεβάτι, ή σε οποιοδήποτε επίπεδο σημείο του σπιτιού ή του ιατρείου και έκαναν φρενιτιώδη έρωτα, ώσπου να εξαντληθούν.
Είχαν υποδυθεί πάμπολλες φορές τους δυο αυτούς ρόλους, τόσες που ο Ντανιέλ είχε αρχίσει να ξεχνά πολλά από τα σενάρια που είχαν επινοήσει οι δυο τους. Ελάχιστες περιπτώσεις έμεναν ριζωμένες στη μνήμη του, σχεδόν όλες τους άτυχες. Είχε από μικρός μια περίεργη έφεση στο να υποτιμά και να ξεχνά με περισσή αγνωμοσύνη τα ευχάριστα γεγονότα και να θυμάται για πάντα τα δυσάρεστα. Ήταν όλος ένα συνονθύλευμα δυσάρεστων αναμνήσεων.
Κάποια φορά, που οι δυο τους κάθονταν ράθυμα στο σαλόνι του διαμερίσματός του, της είχε ζητήσει με ύφος αυταρχικό και αυστηρό να σκύψει εμπρός του και να του γυαλίσει τα παπούτσια. Εκείνη, υπακούοντας στο ρόλο της, έτρεξε ευθύς αμέσως να βρει ένα πανί. Τον πλησίασε και γονάτισε στο χαλί, τουρλώνοντας επιδεικτικά τα οπίσθιά της. Έφτυσε πάνω στο πανί και βάλθηκε με το σάλιο της να του γυαλίζει τα παπούτσια. Δεν είχε, όμως, αποτελειώσει το γυάλισμα όταν ο Ντανιέλ, νευριασμένος για το ότι δεν είχε καταφέρει να νιώσει κανένα σεξουαλικό σκίρτημα, την κλώτσησε δυνατά και την έριξε ανάσκελα κάτω. Έπειτα άρχισε να την παρατηρεί, έτσι καθώς παρέμενε ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά και κυλισμένη ολόσωμα στον εξευτελισμό. Εκείνη σάστισε, μιας και δε μπορούσε να φανταστεί ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές εμπεριέχονταν στους όρους και τους κανονισμούς του παιχνιδιού. Έπειτα έκανε το λάθος να νευριάσει μαζί του και να του ζητήσει εξηγήσεις. Έκτοτε, και για μια ολόκληρη εβδομάδα, και οι δυο τους απέφευγαν κάθε συνομιλία, παρά μόνο αρκούνταν στα τυπικά λόγια που αντάλλαζαν υποχρεωτικά μες στο ιατρείο.
Ήταν και κάποια άλλη περίπτωση που ο Ντανιέλ θυμόταν έντονα. Το παιχνίδι είχε λάβει χώρα στο ιατρείο, την ώρα ακριβώς που στο εξεταστικό δωμάτιο εξέταζε μια ηλικιωμένη ασθενή. Ενόσω εξέταζε την αισθητική αρτιότητα της κακόμοιρης γυναικούλας, γαργαλώντας τη με ένα φτερό στις πατούσες, πάτησε ένα κουμπί που βρισκόταν στον τοίχο δίπλα από το εξεταστικό κρεβάτι και από το μικρόφωνο κάλεσε, θυμωμένος τάχα, τη Σιμών. Όταν εκείνη μπήκε μέσα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας, ο Ντανιέλ τη χαστούκισε φωνάζοντάς της: «Αυτό για να μάθεις να κάνεις καλύτερα τη δουλειά σου!». Η Σιμών τα έχασε για άλλη μια φορά. «Μα…» έκανε να ξεστομίσει, αλλά ο Ντανιέλ της έκλεισε το μάτι, φροντίζοντας να μη δει αυτή του την κίνηση η ασθενής, και συνέχισε: «Καταλαβαίνεις για ποια δουλειά σου μιλάω;» Τη λέξη «δουλειά» την τόνισε κάπως ιδιαίτερα σε σχέση με τις άλλες λέξεις, έτσι που να αποκτήσει αλληγορικό νόημα. Η κοπέλα αμέσως κατάλαβε. Έβαλε τότε τα δυνατά της για να φανεί αντάξια του ρόλου της υποταγμένης δούλας και με το εφευρετικό της μυαλό σκέφτηκε πως θα έπρεπε να κλαψουρίσει μπροστά στον Ντανιέλ, ικετεύοντάς τον να φανεί επιεικής και να μην την απολύσει. Κατάφερε μάλιστα να βγάλει και δυο χοντρά δάκρυα. Η γριά που είχε κατατρομάξει από την αγριότητά του, πήρε δίχως πολλή σκέψη το μέρος της αδικημένης γραμματέως και παρακάλεσε κι εκείνη με τη σειρά της το γιατρό να μην απολύσει τη δύστυχη κοπέλα. Με δυσκολία οι δυο συνένοχοι κατάφεραν να μην ξεκαρδιστούν στα γέλια. Όταν η ασθενής εγκατέλειψε προβληματισμένη το ιατρείο, κλείδωσαν την πόρτα του εξεταστικού δωματίου, ανακοινώνοντας στους υπόλοιπους αρρώστους που περίμεναν υπομονετικά στο φουαγιέ, πως υπήρχαν κάποιες εκκρεμότητες που έπρεπε να τακτοποιηθούν και πως δε θα αργούσαν. Πράγματι, δεν άργησαν περισσότερα από δέκα λεπτά για να φτάσουν και οι δυο στο αποκορύφωμα ενός άγριου οργασμού και όταν πια είχαν τελειώσει με το καπρίτσιο τους, η Σιμών επέστρεψε στο γραφείο της και με ανακούφιση συνειδητοποίησε πως οι ασθενείς δεν είχαν ψυλλιαστεί το παραμικρό. Ένα γεγονός, όμως, έμελλε να τους κάνει πιο προσεκτικούς στο εξής: η ηλικιωμένη γυναίκα που ο Ντανιέλ εξέταζε στη διάρκεια του παιχνιδιού, κατάφερε μες σε λίγες ημέρες να εξιστορήσει σε όσους γνωστούς είχε και δεν είχε την πρωτοφανή εμπειρία της, φροντίζοντας να τη στολίσει και να τη διανθίσει με μερικές δικές της φανταστικές λεπτομέρειες. Τα δηκτικά σχόλια πλήθυναν και έφτασαν ως τα αυτιά του Ντανιέλ, ο οποίος αποφάσισε έτσι μια για πάντα να μην ξαναχρησιμοποιήσει το ιατρείο του ως σκηνικό των ρόλων τους.
Από την πρώτη στιγμή που εφηύρε το συγκεκριμένο παιχνίδι, ο Ντανιέλ είχε βάλει στο βάθος του μυαλού του και έναν άλλο πονηρό στόχο. Θα προλείαινε το έδαφος ώστε να προσθέσει και ένα τρίτο ρόλο: εκείνον της δεύτερης γυναίκας. Πολλές φορές είχαν συζητήσει για το θέμα αυτό με τη Σιμών, η οποία στην αρχή δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί μια τέτοια εκδοχή. Την πρώτη φορά το θέμα τέθηκε τάχα τυχαία και αόριστα• ξεκίνησαν μια συζήτηση περί της ιστορικής βάσης του ομαδικού σεξ με δική του πρωτοβουλία. Ο Ντανιέλ είχε πολλά να πει και, μάλιστα, είχε φροντίσει να μελετήσει από τα πριν κρυφά το θέμα, ξεσκαλίζοντας κάθε εγκυκλοπαίδεια που είχε στη βιβλιοθήκη του, καθώς και αμέτρητες σελίδες στο διαδίκτυο, ώστε να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει αρκετά παραδείγματα που θα αποστόμωναν τη Σιμών και θα τη στερούσαν επιχειρημάτων. Ωστόσο, εκείνη την πρώτη φορά είχε τεχνηέντως αποφύγει να πάρει κάποια ξεκάθαρη θέση. Την επόμενη φορά που το ίδιο θέμα ξανάγινε αντικείμενο συζήτησης, τα επιχειρήματά του υπέρ της ομαδικότητας στο σεξ άρχισαν να γίνονται πιο εκλεπτυσμένα και πειστικά, αποτέλεσμα πολύωρης αναμάσησης και επεξεργασίας του θέματος. Από τότε κι έπειτα άρχισε δειλά–δειλά να εκδηλώνει σαφώς την προτίμησή του. Της τριβέλισε δε τόσο πολύ το μυαλό με τις απανωτές, συναπτές συζητήσεις, που κάποτε η Σιμών αστειευόμενη του πρότεινε η ίδια να προσθέσουν μια επιπλέον γυναίκα στο παιχνίδι τους. «Εξάλλου τι αφέντης είσαι εσύ που έχεις μόνο μια γυναίκα να προστάζεις;» του είχε πει γελώντας, χωρίς να το πιστεύει. Για τον Ντανιέλ η πρότασή της αυτή, παρότι δεν την εννοούσε σοβαρά, ήταν μια πραγματική αποκάλυψη. Μεμιάς ανοίχτηκε μπροστά του ένας ολοκαίνουργιος, παρθένος ορίζοντας γεμάτος με άπειρες δυνατότητες αισθησιασμού. Πέρασαν μήνες ολάκεροι προσπαθώντας να την πείσει πως κι εκείνοι μπορούσαν να έχουν μια τέτοια εμπειρία για μια φορά στη ζωή τους. Στο τέλος, με το πες–πες την έπεισε. Ένα βράδυ βρίσκονταν και οι δύο στο σπίτι του Ντανιέλ και περίμεναν την πόρνη από κάποιο πρακτορείο συνοδών, του οποίου το τηλεφωνικό νούμερο είχαν επιλέξει στην τύχη ανάμεσα σε διάφορες σχετικές αγγελίες. Είχαν από πριν συμφωνήσει στη διανομή των ρόλων: εκείνος θα ήταν, όπως πάντα, ο αφέντης, ενώ η Σιμών δε θα ήταν πια η δούλα του, αλλά η κυρά του, έτσι για αλλαγή• ο ρόλος της δούλας είχε πέσει στην πόρνη, που αποδείχτηκε πως ήταν μια πανύψηλη ξανθιά καλλονή. Αφού ο Ντανιέλ της εξήγησε κι εκείνης το πώς είχε η κατάσταση, και αφού της έβαλε στη χούφτα δέκα χαρτονομίσματα επιπλέον των συμφωνημένων, το παιχνίδι άρχισε να παίζεται, και είχε, μάλιστα, πολλή επιτυχία. Εκείνο το βράδυ, όταν έσβησαν τα φώτα της κρεβατοκάμαρας για να κοιμηθούν μαζί οι δυο τους, η Σιμών γύρισε προς αυτόν και με φωνή σταθερή και αυστηρή του το ξέκοψε μια για πάντα: «Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά. Αν θέλεις να συνεχίσεις, θα είσαι μόνος σου στο παιχνίδι». Έκτοτε, ο Ντανιέλ δεν τόλμησε να αναφέρει ξανά μήτε λέξη για την εμπειρία που είχαν ζήσει, μήτε έθιξε ξανά το θέμα σε θεωρητικό επίπεδο, παρά το ενταφίασε εντός του και τροφοδότησε μ’ αυτό ακόμη περισσότερο τα καταπιεσμένα του συναισθήματα.
- Πολύχρονος να είσαι αφέντη μου. Εγώ θα είμαι πάντα στις υπηρεσίες σου, πιστή δούλα. Δεν έχεις παρά να με προστάξεις και θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις. Το θέλημά σου διαταγή μου, ήχησαν καμπανιστά και πάλι τα λόγια της όμορφης γυναίκας.
Εδώ που τα λέμε, είχε κι αυτή ένα μεγάλος μέρος της ευθύνης για την καθιέρωση του συγκεκριμένου παιχνιδιού. Από τα μικράτα της είχε κολλήσει το μικρόβιο της ηθοποιίας και αυτό της προκαλούσε κάθε τόσο εξάρσεις υποτροπής. Στην ηλικία των δεκαεννιά είχε, μάλιστα, κάνει και τις πρώτες απόπειρες για να γίνει ηθοποιός. Γράφτηκε σε μια ιδιωτική σχολή θεάτρου, μα γρήγορα κατάλαβε πως ούτε τα χρήματα, ούτε και το ταλέντο της έφταναν για να συνεχίσει. Έτσι, αναγκάστηκε από τα πράγματα να εγκαταλείψει το εφηβικό όνειρό της, μα ποτέ, ωστόσο, δεν το ξέχασε ολότελα.
- Ευχαριστώ. Σου είπα, όμως, από χθες πως δε θέλω να γίνει λόγος για τα γενέθλιά μου.
- Λέγε εσύ ό,τι θέλεις. Σήμερα είμαι πολύ χαρούμενη και δε θα μου χαλάσεις τη μέρα με τις γκρίνιες σου.
- Καλά, καλά…
Η Σιμών δεν έλεγε να αφήσει το παιχνιδιάρικο, φιλήδονο ύφος που είχε ντυθεί. Ήταν γελαστή και φαινόταν, όντως, ευτυχισμένη.
- Έλα δώσ΄ μου ένα φιλί, είπε όλο γλυκό παράπονο.
Ο Ντανιέλ έγειρε και τη φίλησε άνοστα στο στόμα.
- Τι ήταν αυτό! Ξεφώνησε, τάχα αγανακτισμένη.
- Φιλί…
- Όχι, αγάπη μου, αυτό δεν ήταν φιλί• αυτό ήταν σκέτη προσποίηση. Τώρα θα δεις τι πάει να πει φιλί… και λέγοντας αυτά, τον άρπαξε από τον αυχένα με βία και τον κόλλησε πάνω της.
Του χάρισε ένα φιλί όλο ερωτική πρόκληση και θέρμη. Ο Ντανιέλ υποτάχτηκε αδιαμαρτύρητα. Του άρεσε πολύ το φιλί της. Την πόθησε έντονα και παρατεταμένα. Όμως, δε θέλησε να το παραδεχτεί. Έπρεπε να αυτοτιμωρηθεί για όσα ανομολόγητα είχε κάνει στη Ναντίν λίγες ώρες πριν. Όχι, δε θα υπέκυπτε στην ακόρεστη επιθυμία του για σεξ, ακόμη κι αν του το ζητούσε η ίδια η γυναίκα του, η Σιμών. Συν τοις άλλοις, ένιωθε μια ακατανίκητη ανάγκη να τιμωρήσει ακόμη και αυτήν. Δε μπορούσε να εξηγήσει την εκδικητική μανία που τον είχε καταλάβει, το ίδιο όπως δε μπορούσε και να την αποφύγει. Όταν το παρατεταμένο φιλί τελείωσε, εκείνος οπισθοπάτησε και την κοίταξε με ανάμικτα συναισθήματα.
- Δεν έχω όρεξη να παίξω αυτό το παιχνίδι ούτε σήμερα, ούτε άλλη φορά από εδώ και πέρα.
Προσπάθησε να προσποιηθεί τον θυμωμένο. Η Σιμών, όμως, δεν έλεγε να καταλάβει. Είχε καταστρώσει τόσα σχέδια για τη στιγμή που θα τον έβλεπε και είχε αφιερώσει τόσο πολύ χρόνο για να ψωνίσει και να συγυριστεί, ώστε της φαινόταν αδιανόητο πως θα πήγαιναν όλα αυτά χαμένα, όμοια όπως ο εφευρέτης που έχει αφιερώσει όλη τη ζωή του για μια εφεύρεση δε μπορεί να φανταστεί πως θα μπορούσε η ανθρωπότητα να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και χωρίς αυτήν. Παρακινημένη από τον πόθο της για τον άντρα της ζωής της συνέχισε να τον κοιτάζει όλο αγάπη, μη δίνοντας σημασία στις αντιδράσεις του. Σε μια στιγμή έριξε το βλέμμα της στο φουσκωμένο του όργανο, που διαγραφόταν πάνω στο ύφασμα του παντελονιού του. Τότε της ξέφυγε ένα πονηρό γελάκι.
- Μπορεί να λες ό,τι θέλεις, αλλά εγώ άλλα βλέπω…
Ο Ντανιέλ ένιωσε άσχημα που ο μικρός του τύραννος τον είχε προδώσει για ακόμη μια φορά τόσο απροκάλυπτα. Κοίταξε προς το βουβώνα του και έβγαλε ένα αναστεναγμό όλο αγανάκτηση.
- Το ότι έχω στύση δε σημαίνει απολύτως τίποτα. Αφού με ξέρεις. Μπορεί να μου συμβεί σε οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς να το θέλω.
Ό,τι κι αν έλεγε ήταν μάταιο. Με τέτοια επιχειρήματα δε μπορούσε να πειστεί ούτε ο ίδιος… πόσο μάλλον το αγαπημένο εκείνο πλάσμα που ξεχείλιζε από ερωτικό πόθο. Αναρωτήθηκε αν θα άντεχε τη δοκιμασία που ο ίδιος είχε επιβάλει στον εαυτό του, σε πείσμα της επιτακτικής ανάγκης του για έρωτα.
- Αλήθεια; Δε σημαίνει τίποτα;
Ο τόνος της ερώτησης ήταν περιπαιχτικός. Με μια αστραπιαία κίνηση, η Σιμών άπλωσε το μακρύ, λευκό χέρι της και άγγιξε το πέος. Αντανακλαστικά ο Ντανιέλ έκανε ένα ακόμη βήμα πίσω σα νευρόσπαστο. Ο προσποιητός θυμός στο πρόσωπό του διατηρήθηκε, αλλά τώρα πια με αρκετό κόπο.
- Ναι, τίποτα… τίποτα απολύτως.
- Γιατί είσαι τόσο κακός μαζί μου; Το ύφος της ήταν όλο νάζι. Έλα, μη με παιδεύεις άλλο, αφού το ξέρω πως με θέλεις. Σου έχω, μάλιστα, και μια έκπληξη… Του χαμογέλασε αινιγματικά. Θα την ανακαλύψεις μόνο αν με κάνεις δική σου. «Τα καινούργια εσώρουχα σίγουρα θα τον τρελάνουν» σκέφτηκε με κρυφή χαρά. Φορούσε ένα μικροσκοπικό στριγκ κιλοτάκι, μαύρο με μια κόκκινη φουντίτσα στο μπροστινό μέρος, κάτι που της είχε φανεί πολύ χαριτωμένο και σέξυ όταν το πρωταντίκρισε στη βιτρίνα εκείνο το πρωί.
Ο Ντανιέλ υποψιάστηκε το μυστικό της και ευχαριστήθηκε. Δεν το έδειξε, όμως, και προτίμησε να διατηρήσει το θυμωμένο προσωπείο που πίσω του συνέχιζε να κρύβεται, με μαζοχιστική επιμονή. Έκανε τον ανήξερο.
- Σ΄ ευχαριστώ που μπήκες σε τόσο κόπο για μένα, αλλά στο ξαναλέω: δεν έχω όρεξη!
Έδειχνε κατηγορηματικός και η Σιμών ανησύχησε για πρώτη φορά. Στιγμιαία το χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη της, μα γρήγορα ήρθε στα συγκαλά της και το επανέφερε στην πρωτινή του θέση. Ίσως αυτή η στρυφνή συμπεριφορά του άντρα να ήταν κάποιο καινούργιο παιχνίδι… ο χρόνος θα το αποκάλυπτε• δεν έπρεπε να ανησυχεί. Εξάλλου, απ’ όσο τον γνώριζε, στο τέλος ποτέ του δε μπορούσε να συγκρατηθεί. Αποφάσισε να αφήσει τα πράγματα να κυλήσουν με το ρυθμό τους.
- Καλά, λοιπόν. Εσύ χάνεις. Σε αφήνω να το ξανασκεφτείς. Εξάλλου, έχουμε όλη τη μέρα μπροστά μας, έτσι δεν είναι;
- Ναι, η ημέρα θα είναι πολύ μεγάλη. Συνέχισε με λόγια που έσβηναν σα να μουρμούριζε στον εαυτό του: Η πιο μεγάλη μέρα της ζωής μου…
Η Σιμών συνοφρυώθηκε. Δεν κατάφερε να ακούσει την τελευταία του φράση. «Μα, επιτέλους, τι έχει πάθει;» αναρωτήθηκε. Θέλησε να αλλάξει θέμα συζήτησης.
- Πού κανόνισες να πάμε το βράδυ, αγάπη μου; Είμαι πολύ περίεργη να μάθω. Ωθούμενη από ένα αδικαιολόγητο φόβο ότι εκείνος θα της αρνιόταν τη βραδινή έξοδο, και για να εκβιάσει τις καταστάσεις συμπλήρωσε αποφασιστικά: Από τη στιγμή κιόλας που ξύπνησα σήμερα το πρωί όλο αυτό βάζω στο νου μου και χαίρομαι στη σκέψη του γλεντιού.
Α, μα της το είχε από την προηγουμένη ξεκαθαρίσει πως δεν ήθελε να γιορτάσει με κανένα τρόπο τα γενέθλιά του. Ήταν μια επέτειος τόσο θλιβερή και ανούσια που ούτε καν ήθελε να του τη θυμίζουν. Θυμήθηκε τις καταπιεστικές προτροπές του Ζαν στο τηλέφωνο και του ήρθε ναυτία. Επιτέλους, γιατί να μην τον αφήσουν όλοι ήσυχο; Γιατί να μη σεβαστούν την επιθυμία του να μείνει μόνος και να κάνει τον απολογισμό της ζωής του; Ήταν τόσο περίεργο και απίθανο αυτό που τους ζητούσε;
Κατσούφιασε. Ο θυμός του τώρα έγινε πραγματικός• τον ένιωθε να τον κυριεύει, να παρασέρνει κάθε άλλο συναίσθημα στο διάβα του. Στο τέλος δεν αισθανόταν τίποτε άλλο παρά μονάχα θυμό, ολοκληρωτικό θυμό και αγανάκτηση.
- Κανόνισες κάτι, ή όχι; Συνέχισε εκείνη.
Ήταν προφανές πως είχε απόλυτη ανάγκη να διασκεδάσει, να τραγουδήσει, να χορέψει μέχρι τελικής πτώσης. Η αλήθεια ήταν πως τον τελευταίο καιρό είχαν αραιώσει πολύ οι έξοδοι και οι διασκεδάσεις τους. Είχαν περιοριστεί στο να πηγαίνουν μονάχα για καφέ ή ποτό σε κάποιο ήσυχο μπιστρό και να συζητούν με τις ώρες θέματα καταθλιπτικά και άχαρα. Οι βόλτες τους είχαν καταντήσει σωστό μαρτύριο, έτσι όπως βυθίζονταν οι δυο τους όλο και πιο βαθιά στη θλίψη και τη μελαγχολία, μακριά από παρέες και φίλους. Αν συνέχιζε για λίγο ακόμη αυτή η κατάσταση, ήταν απλά ζήτημα χρόνου η παντελής περιθωριοποίηση και η απομόνωση στην οποία θα έπεφταν.
- Όχι, δεν κανόνισα τίποτα.
Η Σιμών απογοητεύτηκε αμέσως, κάτι που διαγράφτηκε ολοκάθαρα στο πρόσωπό της. Πήρε ένα ύφος πονεμένο. Τον παρακαλούσε:
- Σε παρακαλώ, αγάπη μου… σταμάτα να είσαι έτσι. Έχω μεγάλη ανάγκη να διασκεδάσω, να χορέψω… μη μου το κάνεις αυτό… πες μου πως θα βγούμε το βράδυ να χορέψουμε… πες το μου.
Ο θυμός του αλάφρυνε μπρος στη θέα εκείνης της δυστυχισμένης. Γιατί είχε βαλθεί να την τυραννά μ΄ αυτό τον άδικο και άσπλαχνο τρόπο; Ποιος δαίμονας τον είχε κυριέψει και τον πρόσταζε; Παραμέρισε τον εγωισμό του και την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη έχωσε το πρόσωπο στο στήθος του και ανάσανε βαθιά, σα να ήταν έτσι να απαλλασσόταν από όλα τα άσχημα συναισθήματα που την είχαν έξαφνα κυριεύσει. Έχοντας πεισματικά κολλημένο το πρόσωπό της πάνω του, του ψιθύρισε πως τον αγαπούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο και πως ήθελε να τον δει ευτυχισμένο και χαρούμενο, όπως ήταν όταν τον πρωτογνώρισε. Εκείνος με φόβο ανακάλυψε πως δεν ένιωθε τίποτα καθώς την αγκάλιαζε• ήταν όλος ένα τεράστιο κενό, μια μαύρη τρύπα που ρούφηξε τα πάντα γύρω της. Για μια στιγμή τρόμαξε. Μήπως είχε κάποια από αυτές τις εμπειρίες που είναι γνωστές στο χώρο της ψυχιατρικής με τους όρους αποπροσωποποίηση–αποπραγματοποίηση; Μήπως είχε αρχίσει να ξεφεύγει σιγά–σιγά από το σώμα του και να εξαϋλώνεται; Τόσο πολύ τον είχε επηρεάσει το γεγονός πως έκλεινε τα τριάντα οχτώ χρόνια ζωής; Πόσο κακό μπορούσε να είναι αυτό; Όλοι οι άνθρωποι κάποτε φτάνουν σ΄ αυτή την ηλικία• ελάχιστοι, όμως, τρομάζουν με τη σκέψη. Εξάλλου, η ζωή του δεν ήταν δα και τόσο άχαρη κι ανούσια όπως νόμιζε. Υπάρχουν πάμπολλοι άλλοι που καταστρέφονται οικονομικά, που αποστερούνται κάθε συγγενικού τους προσώπου, που δεν ασκούν το επάγγελμα που πάντα ονειρεύονταν αλλά αυτό που αναγκάστηκαν από τις καταστάσεις. Τέλος, υπάρχουν και τα παιδιά του τρίτου κόσμου που λιμοκτονούν και πεθαίνουν κατά χιλιάδες από απλές ασθένειες, ή από αφυδάτωση –αυτό είναι, θα μου πεις, μια ακραία περίπτωση και δε μας αφορά όσο τα προηγούμενα• είναι έξω από τον κόσμο μας.
- Κι εγώ σ’ αγαπώ, κούκλα μου. Ναι, σ’ αγαπώ. Μη με αποπαίρνεις• δε φταίω εγώ. Σήμερα δεν είμαι πολύ στα καλά μου…
Σαν να τον είχε απογυμνώσει ολότελα η τελευταία φράση, σταμάτησε απότομα. Γιατί είπε κάτι τέτοιο; Τι νόμισε; Θα πρόδιδε τα σχέδιά του, το μακρύ ανήφορο που είχε αποφασίσει να ανέβει; Όχι, όχι. Με τίποτα δε θα έκανε κάτι τέτοιο. Αυτά τα λόγια ήταν λόγια στιγμιαίας αδυναμίας• δεν έπρεπε να επαναληφθούν. Δε χρειαζόταν να αυτό-οικτίρεται γι αυτή του την αδυναμία. Εξάλλου, ακόμη κι Αυτός ο ίδιος ο Χριστός αναρωτήθηκε τις τελευταίες του στιγμές πάνω στο σταυρό του μαρτυρίου για το πόσο τον αγαπά ο Πατέρας του…
Έλυσε την αγκαλιά του και απομάκρυνε απαλά τη Σιμών. Έπειτα, φόρεσε μια ανέκφραστη μάσκα και την κοίταξε μέσα απ’ αυτήν κατάματα.
- Δε θα βγούμε απόψε, όσο κι αν επιμένεις. Δε θα βγω ούτε μαζί σου, ούτε με το Ζαν και τη Μαρί, ούτε με κανέναν. Θέλω να μείνω μόνος κι αυτό είναι κάτι που οφείλεις να σεβαστείς.
Η Σιμών τον κοίταξε με μάτια χαμένα. Είχε πάρει ένα τόσο κακόμοιρο ύφος που ήταν για λύπηση.
- Όπως νομίζεις, ψέλλισε με δυσκολία. Τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα της. Ένιωσε πως δεν της έφτανε η αναπνοή για κάτι τέτοιο. Ένα βάρος την καταπλάκωσε κατάκεντρα στο στήθος. Γύρισε ελαφρά σκυφτή στο γραφείο της και έκανε πως κοιτούσε τα γράμματα στην οθόνη του υπολογιστή• στην πραγματικότητα δεν έβλεπε τίποτα, μια αναπάντεχη απελπισία την κατέλαβε και την ακινήτησε σ΄ αυτή την παγωμένη στάση.
Ο Ντανιέλ γύρισε κι εκείνος και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο, που στέγαζε το γραφείο του και το εξεταστήριο με όλα τα αναγκαία μηχανήματα, και που μια συρόμενη τζαμωτή πόρτα το χώριζε από την αίθουσα αναμονής και το μικρό γραφείο της Σιμών. Τη λυπόταν… αχ, πόσο τη λυπόταν! Ένιωθε ενοχές και καταριόταν τον εαυτό του. Και όσο περισσότερες ήταν οι ενοχές που τον κυρίευαν, τόσο μεγαλύτερη ικανοποίηση ένιωθε…
- Φέρε μου, αν μπορείς τη λίστα με τα σημερινά ραντεβού, είπε δίχως να γυρίσει να κοιτάξει το δυστυχισμένο πλάσμα που είχε αποσβολωθεί στο γραφείο κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή χωρίς να τη βλέπει.
Πάνω στο γραφείο τον περίμενε μια όμορφη ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα σε όλα τα χρώματα και φανταχτερά λίλιουμ. Δίπλα της υπήρχε ένα πακέτο τυλιγμένο με πολύχρωμο χαρτί και με ένα ροζ φιόγκο επάνω του. Πήρε στα χέρια του τη μεγάλη, φορτωμένη ανθοδέσμη και πλησίασε τα πανέμορφα λουλούδια στη μύτη του. Ρούφηξε έντονα το μεθυστικό άρωμα που ανέδιδαν μέχρι που αισθάνθηκε μια ελαφρά ζάλη. Από το σπάγκο που κρατούσε δεμένα τα λουλούδια κρεμόταν μια μικρή λευκή καρτούλα. «Χρόνια πολλά λατρεμένε μου!» και κάτω από τη φράση το όνομα της Σιμών σε καλλιγραφία. Συγκινήθηκε. Πόσο άδικα της είχε φερθεί… Σήκωσε από τη λεία σκουρόχρωμη επιφάνεια του γραφείου το τυλιγμένο δώρο. Ξεκόλλησε υπομονετικά τα μικρά κομμάτια της ταινίας που συγκρατούσαν το περιτύλιγμα με προσοχή για να μην το σκίσει, σα να ήταν ακόμη κι αυτό το χαρτί ένα αναπόσπαστο τμήμα του δώρου. Αφού το ξετύλιξε, έφερε στο φως ένα δερματόδετο άλμπουμ. Σκέφτηκε πως αυτό ήταν όλο κι όλο το δώρο του: ένα άλμπουμ για να τοποθετήσει φωτογραφίες. Έκανε να το αποθέσει πάλι πάνω στο γραφείο, όταν έξαφνα αισθάνθηκε ένα προαίσθημα. Το έπιασε τρυφερά με τα δυο του χέρια και το άνοιξε. Δεν ήταν ένα άδειο άλμπουμ, όπως αρχικά νόμισε. Από την πρώτη ως την τελευταία του σελίδα ήταν κατάσπαρτο από κολλημένες φωτογραφίες, φωτογραφίες αυτού και της Σιμών, επιμελώς διαλεγμένες μία προς μία. Κάτω από κάθε φωτογραφία υπήρχε μια ολιγόλογη παράγραφος με μικρά, καλλιγραφικά γράμματα, το χαρακτηριστικό γράψιμό της. Διάβασε κανα–δυο από αυτές. Ήταν σχόλια που υπενθύμιζαν στον αναγνώστη μικρές, απρόσμενες λεπτομέρειες από τα γεγονότα που αναπαριστάνονταν στις φωτογραφίες. Φυλλομέτρησε το άλμπουμ. Πολλές σελίδες ήταν διακοσμημένες με καρδούλες, συννεφάκια, νεράιδες και αγγελάκια που εκείνη είχε ζωγραφίσει, επιστρατεύοντας όλη της τη δεξιοτεχνία στο σχέδιο.
Αισθάνθηκε πως ήθελε να κλάψει, να κλάψει γοερά με λυγμούς, να κλάψει μέχρι να στερέψουν τα μάτια του, να σωθούν όλα τα δάκρυα που είχε συγκεντρώσει από την πρώτη στιγμή που είχε εμφανιστεί σ’ αυτό τον κόσμο. Στο νου του έφερε την πολυαγαπημένη εικόνα της Σιμών, της δικής του Σιμών, της γυναίκας που έμελλε να μείνει στο πλάι του ως τα βαθιά γεράσματα, δίχως ποτέ να τον προδώσει και δίχως ποτέ να τον παντρευτεί… Την είδε να τον κοιτάζει με μάτια βουρκωμένα, όλο λύπη. Ήταν ένα λεπτεπίλεπτο πλάσμα που η ζωή του ισορροπούσε πάνω στο τεντωμένο σχοινί του άστατου χαρακτήρα του Ντανιέλ, και όποτε το σχοινί ταλαντευόταν κάτω από τα πόδια της, εκείνη έπεφτε και μάτωνε, μα ξανανέβαινε κάθε φορά το ίδιο παθητικά, το ίδιο αδιαμαρτύρητα πάνω σ΄ αυτό και ξαναϊσορροπούσε. Δεν του είχε φταίξει σε τίποτα, μόνο αγάπη ήθελε να του προσφέρει. Δεν έφταιγε εκείνη για την ηλικία της. Ούτε έφταιγε για το ότι ο χρόνος μάραινε τις χάρες της νεότητάς της. Τη φαντάστηκε σα μια μικρή, γλυκιά καρδούλα που χτυπούσε μόνο όσο βρισκόταν στο πλάι του και όσο εκείνος της φερόταν με αγάπη, στοργή και καλοσύνη. Μια καρδούλα που απειλούνταν να πάθει εκτεταμένο και θανατηφόρο έμφραγμα όποτε την άφηνε μόνη, ή την κακομεταχειριζόταν.
Τα συναισθήματα τον πλημμύρισαν και του έφραξαν το λαιμό. Τα φουρτουνιασμένα κατάβαθά του ανέβηκαν ως τα μάτια του και τα έκαναν να βουρκώσουν. Εκείνη τη στιγμή ήταν ολάκερος μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί και να σκορπίσει σε μυριάδες κομμάτια παντού τριγύρω. Έτρεξε σαν τρελός προς την αίθουσα αναμονής όπου ήταν το γραφείο της Σιμών, κυνηγημένος από αφηνιασμένες Ερινύες, πελώρια γυναικόσχημα όρνεα που τον κέντριζαν και τον μαστίγωναν σε κάθε βήμα. Στάθηκε με τρεμάμενα πόδια μπροστά της, με στήθος που ανεβοκατέβαινε άτσαλα και άρρυθμα από το λαχάνιασμα. «Σ΄ αγαπώ!» της φώναξε. Εκείνη τον κοίταξε με μάτια επίσης βουρκωμένα. Πετάχτηκε ορθή από την καρέκλα της και τον πλησίασε δειλά. Την αγκάλιασε με όλη τη δύναμη που είχε συσσωρευτεί εντός του, τόσο που κόντεψε να την πνίξει. Αντάλλαξαν λόγια λατρείας και αιώνιους όρκους αφοσίωσης. Συμφιλιώθηκαν.
Έπειτα μπήκαν και οι δυο, χέρι με χέρι στο γραφείο του Ντανιέλ κι έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. Η ώρα ήταν πέντε και μισή. Χαριεντίστηκαν, χαϊδολογήθηκαν αρκετά λεπτά. Έπειτα αποφάσισαν πως θα ξανάπαιζαν το παιχνίδι του αφέντη και της δούλας. Ήταν μια τελετουργική πράξη που δεν έπρεπε να χαθεί από τη ζωή τους.
- Έλα κοντά μου παλιοθήλυκο! Φώναξε τάχα αγριεμένος ο αφέντης.
- Δεν ξέρω… φοβάμαι…
- Τι φοβάσαι; Σε διατάζω και θα υπακούσεις!
Το κέφι ήρθε και πάλι, όπως παλιά. Ήταν δυο χαρούμενα παιδιά που ανακάλυπταν τον έρωτα για πρώτη φορά. Η Σιμών επιστράτευσε όλο το ταλέντο της για να είναι όσο το δυνατό πειστικότερη στο ρόλο της. Ο Ντανιέλ δε νοιαζόταν και πολύ για τις λεπτομέρειες. Για αυτόν πιότερη σημασία είχαν οι φράσεις αυτές καθ΄ εαυτές. Ο ρόλος του αφέντη του φαινόταν εύκολος, μιας και τον έπαιζε, ούτως ή άλλως, κάθε στιγμή της ζωής του, στο αμφιθέατρο, στο σπίτι, στο αυτοκίνητο… τον ήξερε καλά. Δεν ήταν, επομένως, ένας ρόλος αταίριαστος στην ιδιοσυγκρασία του.
- Με συγχωρείς αφέντη, μα νομίζω πως κάτι κακό θα πάθω αν έρθω κοντά σου.
- Δεν νομίζω πως το μυαλό σου είναι τόσο σύνθετο ώστε να καταλήγει σε τέτοια συμπεράσματα.
- Μα δεν συμπέρανα τίποτε. Απλώς διαισθάνθηκα…
- Η διαίσθηση ανήκει στα ζώα… Σ’ αυτό, τουλάχιστον, είσαι συνεπής.
- Μάλιστα, αφέντη, απάντησε υποτακτικά η δούλα.
- Μη μου αντιμιλάς εμένα, γιατί θα σε χαστουκίσω!
Καμία απάντηση. Ο Ντανιέλ, αντιλήφθηκε ένα αδιόρατο φόβο να πλανάται στον αέρα. Ένα φόβο εντελώς αληθινό, απτό. Κάπου στο βάθος του παντελονιού του υπήρχε το όργανό του, μα δεν έδειχνε σημεία ζωής. Προσπάθησε να το ξεχάσει και μηχανεύτηκε τα επόμενα λόγια που θα έλεγε.
- Λοιπόν, περιμένω να μου πεις αυτό που θέλεις, αξιοθρήνητο δουλικό…
- Να, κύριε, θυμήθηκα πως σήμερα έχετε τα γενέθλιά σας και πολύ χάρηκα.
«Αυτά τα καταραμένα γενέθλια μπήκαν τώρα και στο ρόλο. Θέλω να δω πότε θα καταφέρω να απαλλαγώ απ΄ αυτά!» Σκέφτηκε, μα είπε:
- Γιατί χάρηκες εσύ;
- Γιατί μου δίνεται η μεγάλη τιμή, μια φορά το χρόνο να σας ευχηθώ για μακροζωία και ευτυχία.
- Ευχαριστώ. Μπορείς να με απαλλάξεις τώρα από την παρουσία σου;
Εκείνη τον πλησίασε. Πήγε πίσω του και, έτσι όπως ήταν αυτός καθισμένος με όλη την άνεσή του στην καρέκλα του γραφείου, άρχισε να τον χαϊδολογά, να χώνει τα δάχτυλά της μες στα μαλλιά του. Ο Ντανιέλ έκλεισε τα μάτια σε μια ύστατη προσπάθεια να προκαλέσει τη στύση, που, ωστόσο, δεν έλεγε να έρθει. Το όργανό του έδειχνε να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. «Δε μπορώ να καταλάβω τι έπαθα… σ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας είχα μια στύση που δεν έλεγε να τελειώσει και τώρα που κάνω τόσες προσπάθειες για να ερεθιστώ, δεν τα καταφέρνω… αυτό είναι απ΄ τα άγραφα…» Τρομοκρατήθηκε από τη διαφαινόμενη ανικανότητα που τον έπληττε την πιο κρίσιμη στιγμή. «Ποτέ δεν την απογοήτευσα στο θέμα του έρωτα και να που τώρα είμαι ένας ανίκανος, ένας γελοίος!» Σκέψεις όλο απελπισία τον κυρίευσαν και μείωσαν ακόμη περισσότερο την πιθανότητα να πετύχει την πολυπόθητη στύση. Η γυναίκα ακούμπησε γαργαλιστικά τα χείλη στον αυχένα του και τον φίλησε. Ανάσανε πολύ κοντά πάνω στο δέρμα του, όντας βέβαιη πως αυτό τον ερέθιζε. Τον ήξερε καλά, ήξερε όλα τα διεγερτικά σημεία του σώματός του και μπορούσε να τα καταμετρήσει ένα προς ένα, σαν να απάγγελνε ποίημα. Τα δραστήρια χέρια της άφησαν τα μαλλιά του και κατέβηκαν ως τους ώμους του. Του ξεκούμπωσε αργά το πουκάμισο και ακούμπησε τις παλάμες τις στο τρίχωμα του στέρνου του. Όρθια καθώς στεκόταν πίσω από την πλάτη του, έσκυψε και με το δεξί της χέρι άγγιξε το παντελόνι στο σημείο όπου υπόκειντο το πέος του. Ψαχούλεψε την επιφάνειά του σε όλη την έκταση για να σιγουρευτεί τελικά πως εκεί πέρα δεν υπήρχε τίποτα, απολύτως τίποτα γι αυτήν. Παραξενεύτηκε. Με αργές κινήσεις μάλαξε την περιοχή όσο πιο έντεχνα μπορούσε, μα και πάλι δεν κατάφερε τίποτα. Για λίγα δευτερόλεπτα ο Ντανιέλ έπαψε να νιώθει την ανάσα της στην πλάτη του. Είχε σταματήσει τις προσπάθειες• είχε απογοητευτεί. Ο Ντανιέλ πίεσε τον εαυτό του, έφερε στο νου του κάθε δοκιμασμένο φετίχ… τίποτα. «Θεέ μου, αυτό ήταν. Έγινα ένας ανίκανος, ένας άντρας δίχως αντρισμό. Τι θα απογίνω; Τι θα σκεφτεί η Σιμών για μένα; Μήπως τιμωρούμαι για τις κακές πράξεις που έκανα σήμερα;» Επανέλαβε την τελευταία φράση που είχε πει:
- Μπορείς να με απαλλάξεις τώρα από την παρουσία σου; Δε σε χρειάζομαι άλλο.
Θαρρούσε πως θα κρυβόταν πίσω από το ρόλο του. Η Σιμών, όμως, δεν ξεγελάστηκε. Αφού δεν είχε καταφέρει να τον ερεθίσει με τα χάδια που του έκανε επί τόση ώρα, αυτό σήμαινε πως κάτι άλλο συνέβαινε. Ήξερε από τη μακρόχρονη πείρα της, πως κανένας ρόλος δεν ήταν ικανός να κατασιγάσει τον εύκολο ερεθισμό του Ντανιέλ• όταν έφτανε στο ανώτερο σημείο του πόθου του έχανε τα λόγια του, ξεχνούσε παντελώς το ρόλο που μέχρι πρότινος έπαιζε και έπεφτε με όλη την πνιγηρή ορμητικότητά του πάνω της. Να, όμως, που τώρα δεν ανταποκρινόταν. Η Σιμών απόκλειε όλα αυτά να ήταν μες στο ρόλο. Αποθαρρύνθηκε και έκανε να φύγει.
- Βλέπω, όντως, πως δε με χρειάζεσαι άλλο. Πηγαίνω στο γραφείο. Αν χρειαστείς κάτι, φώναξέ με.
- Γιατί δε διαμαρτύρεσαι, επιτέλους! Η απελπισμένη αντρική φωνή την πρόφτασε πριν βγει από το δωμάτιο. Εκείνη κοντοστάθηκε δίπλα στην πόρτα και γύρισε προς αυτόν.
- Μα… κανένας δούλος δεν έχει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί…
Τα λόγια της ήταν ειρωνικά και δηκτικά, μα ακόμη πιο ειρωνικό ήταν το χαμόγελό της. Έκρυβε κάποιο ψιμύθι κατηγορίας εναντίον του. Έπιασε κοροϊδευτικά την άκρη της φούστας της και την ανασήκωσε λίγο, υποκλινόμενη με θεατρινίστικη υπερβολή.
Ο Ντανιέλ, παρόλη την απελπισία του, αποφάσισε να μην το βάλει κάτω και να μην της επιτρέψει να φύγει και να τον αφήσει έτσι γελοίο και ανήμπορο. Ο εγωισμός του δε μπορούσε να ανεχτεί κάτι τέτοιο. Με βαριά και αυστηρή φωνή της είπε:
- Δούλα, η απάντησή σου με ικανοποίησε πολύ. Γι αυτό κέρδισες το δικαίωμα να μείνεις λίγο ακόμη σ΄ αυτό το δωμάτιο.
Η Σιμών δεν καταλάβαινε. Γιατί, άραγε, επέμενε αφού όλα είχαν τελειώσει; Μήπως, έπρεπε να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία; Αναλογίστηκε την ψυχική ένταση που είχαν περάσει οι δυο τους λίγες στιγμές πριν και αμέσως ο νους της φωτίστηκε. «Πώς δεν το σκέφτηκα! Ο καημενούλης είναι ακόμη επηρεασμένος από αυτό. Κι εγώ η ηλίθια δεν έδειξα την απαραίτητη υπομονή. Μετά από έντονο στρες απαιτείται μια περίοδος προσαρμογής… ναι, αυτό είναι!»
- Στις διαταγές σας, άρχοντά μου. Η επιθυμία σας διαταγή.
Μήπως έπρεπε να αποσώσουν, επιτέλους, μ΄ αυτό το χαζό παιχνίδι και να φερθούν σαν ενήλικοι; Με το να επιμένουν σ΄ αυτό δεν κατάφερναν τίποτα περισσότερο από το να σπαταλούν το χρόνο τους. Η ώρα περνούσε. Σε λίγο θα έπρεπε να ανοίξουν το ιατρείο για το κοινό. Ο Ντανιέλ επίμονα συνέχισε:
- …Και, για να μην επιβαρύνεις την ατμόσφαιρα με την ασήμαντη παρουσία σου, έτσι χωρίς κανένα αντάλλαγμα, σε διατάζω να βγάλεις τα ρούχα σου μετά μουσικής.
- Να κάνω, δηλαδή, στριπτίζ;
Η ιδέα της φάνηκε καλή, αλλά είχε ταυτόχρονα και την επίγνωση πως δεν τους απέμενε αρκετός χρόνος για κάτι τέτοιο. Της ξέφυγε:
- Ντανιέλ, είναι έξη παρά δέκα. Στις έξη ανοίγουμε για τους ασθενείς. Ίσως μερικοί απ΄ αυτούς να στέκουν ήδη έξω από το ιατρείο στο διάδρομο του ορόφου και να περιμένουν πότε θα ανοίξει η πόρτα για να μπουν.
Ο Ντανιέλ έκανε ένα μορφασμό έντονης δυσανασχέτησης.
- Τα χάλασες όλα! Τώρα δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε.
Η Σιμών θύμωσε κι αυτή.
- Δεν τα χάλασα εγώ. Εσύ τα χάλασες. Δε θυμάμαι ποτέ να δυσκολεύτηκες τόσο να ερεθιστείς μαζί μου.
Αυτό ήταν. Τα καταδικαστικά λόγια της τον ξεγύμνωσαν και τον έκαναν να ντρέπεται για την οικτρή εμφάνιση της γύμνιας του. Το όργανό του, που ποτέ άλλοτε δεν τον είχε απογοητεύσει, που ποτέ δεν τον είχε φέρει σε αμηχανία, τώρα έστεκε νεκρό, άβουλο, ζαρωμένο, ανίκανο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση από μόνο του, έστω και μία μόνο σύσπαση. Τα ερωτικά λόγια και οι όρκοι αιώνιας αφοσίωσης που μόλις προ ολίγου είχαν με πάθος ανταλλάξει, έμοιαζαν τώρα πολύ μακρινά, γυμνά και αποστερημένα από τη συναισθηματική φουρτούνα που τους είχε πρωτύτερα πλημμυρίσει. Υπήρχαν ζητήματα πιο πρακτικά που έχρηζαν άμεσης αντιμετώπισης, όπως το ζήτημα της ανικανότητας του Ντανιέλ και της εν γένει περίεργης συμπεριφοράς του.
Όρθια όπως στεκόταν και με βλέμμα επικριτικό και υποψιασμένο τον ρώτησε:
- Θα μου πεις, λοιπόν, τι σου συμβαίνει; Υπάρχει, μήπως, κάποια άλλη στη ζωή σου;
Αν υπήρχε άλλη! Πόσο μακριά από την πραγματικότητα ζούσε η δύστυχη… Ώστε αυτό την ένοιαζε να μάθει; Αν υπήρχε άλλη; Ο κόσμος ολάκερος κατέρρεε σαν ντόμινο την ημέρα εκείνη για τον Ντανιέλ και η Σιμών δεν είχε ψυλλιαστεί το παραμικρό –και πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να φανταστεί όλα όσα ο αγαπημένος της είχε κάνει στη διάρκεια μισής μόνο ημέρας…
- Σε ρώτησα κάτι και δεν μου απάντησες. Το ύφος της ήταν επιτακτικό.
Ο Ντανιέλ σκέφτηκε τη Ναντίν, τη φοιτήτρια που τόσο πολύ τον είχε ενθουσιάσει. Κι όμως, ένιωθε αποστασιοποιημένος από την εμπειρία που είχε μαζί της. Στο μυαλό του φάνταζε σαν κάτι μεταφυσικό, σαν κάποιο γεγονός που δεν είχε ζήσει, παρά πιότερο το είχε φανταστεί. Η Ναντίν ήταν ένα πρόσωπο που ξεμάκραινε συνεχώς από κοντά του, ώσπου έγινε μονάχα ένας κόκκος άμμου, ένα αόρατο σημείο στον ορίζοντα. Απόρησε με τον εαυτό του για πώς μια τέτοια ασήμαντη κοπελίτσα είχε καταφέρει να τον εξωθήσει στα όρια της σεξουαλικής έξαψης. Πώς ήταν δυνατό; Τώρα, καθώς τη σκεφτόταν, έμοιαζε περισσότερο με κάποιο αξιοθρήνητο πλάσμα που ποτέ δε θα μπορούσε να τον συγκινήσει. Είχε ήδη απολέσει από τη μνήμη του ολάκερο το σώμα της• μήτε το πρόσωπο, μήτε τα στήθη της μπορούσε να θυμηθεί. Ήταν μια ανάμνηση χαμένη μες στη λήθη.
Η Σιμών άφησε το επικριτικό και αυταρχικό ύφος και πήρε ένα ύφος ικετευτικό και κακόμοιρο. Τώρα, πια, ο Ντανιέλ δεν τη λυπόταν. Τώρα τη μισούσε. Τη μισούσε για τη νεανική δροσιά που μια για πάντα είχε χάσει, για την υπερβολική της αγάπη και προσήλωση στο πρόσωπό του, για το δυσοίωνο μέλλον που κουβαλούσε πάνω της.
- Τι άλλαξε, Ντανιέλ; Σου έκανα κάτι κακό; Έφταιξα σε κάτι και δεν το συνειδητοποίησα; Πες μου, σε παρακαλώ. Σου υπόσχομαι πως, αν κάτι δε σου αρέσει σχετικά με μένα, είμαι πρόθυμη να το αλλάξω. Βοήθησέ με να σε καταλάβω… μην είσαι τόσο απόμακρος.
Είχε γίνει αξιοθρήνητη. Του προξενούσε ναυτία. Τη θεώρησε αποκλειστικά υπεύθυνη για τη δυστυχία του. Όλα όσα του έφταιγαν στη ζωή τα έριξε επάνω της, σα να ήταν ένα κάδος απορριμμάτων, σα να ήταν μια χωματερή που χωνεύει κάθε χρησιμοποιημένο και άχρηστο αντικείμενο.
- Δε φταις σε τίποτα εσύ. Εσύ δεν άλλαξες ποτέ, είσαι η ίδια γυναίκα που ερωτεύτηκα και αγάπησα. Αυτός που άλλαξε είμαι εγώ. Δεν είμαι πια ο ίδιος, Σιμών.
Κι έτσι, ήταν• δεν έλεγε ψέματα. Όταν απόσωσε τα λόγια του, ένα κουρασμένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της γυναίκας. Ήταν ένα χαμόγελο από αυτά που δηλώνουν συμβιβασμό και ανημποριά… και ήττα.
- Σε καταλαβαίνω…
- Αλήθεια; Ο Ντανιέλ παραξενεύτηκε με τη δήλωσή της, γιατί ήταν σίγουρος πως δε θα της ήταν μπορετό να τον καταλάβει ποτέ.
- Ναι, Ντανιέλ… σε καταλαβαίνω. Υπάρχει κάποια άλλη στη ζωή σου, έτσι δεν είναι; Σίγουρα για κάτι τέτοιο πρόκειται. Όταν ένας άντρας λέει πως έχει αλλάξει, δε μπορεί παρά να εννοεί αυτό. Είναι νεότερή μου; Δεν περίμενε την απάντηση γιατί η ερώτησή της ήταν ρητορική. Φυσικά και είναι. Εγώ πάλιωσα, πλέον• γερνάω αργά και σταθερά. Δεν είμαι καν γυναίκα. Όταν κάποιος φτάνει στα γεράματα, αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με πίθηκο, παρά με άνθρωπο.
Παραλογιζόταν. Είχε φτάσει πολύ μακριά στις συσχετίσεις.
- Θέλω να μου το πεις κατάμουτρα. Δε σε ερεθίζω πια, έτσι δεν είναι; Πες το, λοιπόν… μη φοβάσαι. Ακόμη και τα μέρη του κορμιού μου που πάντα ήταν το φετίχ σου, δε σου προκαλούν πλέον ούτε το παραμικρό ρίγος επιθυμίας. Ξέρεις… κάποιες στιγμές έχω την αίσθηση πως είμαι ένα σακί γεμάτο με σκουπίδια και αποτροπιαστική βρώμα. Μυρίζω τον εαυτό μου και νομίζω πως ζέχνω από τη δυσωδία της ηλικίας. Δεν είμαι ακόμη παρά μονάχα τριάντα πέντε χρονών, θα μου πεις. Το ξέρω. Σε ρωτώ, όμως: Πόσα ακόμη χρόνια θα μπορώ να σταθώ επάξια στο πλάι σου; Πέντε; Δέκα; Όχι, δεν είναι περισσότερα. Θαρρείς πως δεν ξέρω το λόγο για τον οποίο σκαρφίστηκες όλα αυτά τα χαζά παιχνίδια με τους γραφικούς ρόλους; Σε κούρασα ερωτικά. Κορέστηκες από εμένα και δεν ξέρεις τι να με κάνεις. Σου είναι δύσκολο να με πετάξεις και να με απαρνηθείς, γιατί το ξέρω πως μ’ αγαπάς. Έτσι, όμως, πιέζεις τον εαυτό σου, αναλώνεσαι…
Της ξέφυγε ένας λυγμός, αλλά έκανε τρομακτική προσπάθεια για να εμποδίσει το θρήνο που ερχόταν από τα βάθη του «είναι» της. Προς στιγμή τα κατάφερε.
- Στάσου λίγο… Ο Ντανιέλ διέκοψε τον εκτενή μονόλογο, που έμοιαζε πιότερο με μοιρολόι. Ήθελε να της πει πως όλα όσα έλεγε ήταν υπερβολές, πως δεν είχαν έτσι τα πράγματα. Αυτό, όμως, που τον πείραζε περισσότερο, ήταν πως τα λόγια της έκρυβαν μεγάλη δόση αλήθειας. Στο νου του ήρθε η εικόνα του Ζαν και της πανέμορφης, εικοσιπεντάχρονης Μαρί… «Τυχερέ φιλαράκο…»
- Όχι, εσύ στάσου και άκουσε αυτά που έχω να σου πω. Ήθελα από καιρό να σου ανοίξω έτσι την ψυχή μου, να τη γυμνώσω ολότελα ενώπιόν σου. Τι ειρωνεία που αναγκάζομαι να το κάνω την ημέρα των γενεθλίων σου! Σου ζητώ συγνώμη αν γίνομαι μελοδραματική και ταπεινή μπροστά σου…
Κι άλλος λυγμός. Ήταν ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει σε γοερό κλάμα. Ο άντρας έμενε να την ακούει παθητικά, δίχως να έχει τίποτα να προσθέσει ή να αφαιρέσει στα λόγια της. Κάθε λίγο ένας ξερός σβώλος έφραζε το λαιμό του και ξεροκατάπινε για να τον καθαρίσει. Όσο, όμως ετοιμόρροπη και κλονισμένη κι αν φαινόταν, η Σιμών έβαλε τα δυνατά της, έσφιξε τις μικρές χαριτωμένες γροθιές της και συνέχισε:
- Ναι, λοιπόν, σε καταλαβαίνω. Σίγουρα η νέα σου σχέση θα είναι πιο ενδιαφέρουσα από τη δική μας, την τόσο πολυκαιρισμένη και καταρρακωμένη. Η νεαρή που σε έχει πλανέψει θα είναι σίγουρα πιο όμορφη από εμένα, όλη ζωή και μεθυστικούς χυμούς. Εγώ έχω πια στερέψει… Μακάρι να πέθαινα!
Το περίεργο ήταν πως το απόλυτο ξέσπασμα δεν έλεγε να έρθει. Ο Ντανιέλ είχε κουραστεί να το περιμένει από στιγμή σε στιγμή και αυτό ποτέ να μην του κάνει το χατίρι. Η Σιμών άρθρωνε με κρυστάλλινη ευκρίνεια την κάθε λέξη που έλεγε, σα να μην ήταν έτοιμη να καταρρεύσει, όπως αντίθετα έδειχνε. Όταν ο μονόλογος τελείωσε μια για πάντα και ό,τι είχε να πει το είπε, έμεινε ολόρθη και ακίνητη, με μια ανάρμοστη και παράταιρη υπερηφάνεια. Ήταν η ώρα να μιλήσει ο Ντανιέλ• έπρεπε κι αυτός κάτι να πει.
- Μην το λες αυτό, Σιμών. Ποτέ μην πεις ξανά κάτι τέτοιο! Τα λόγια του βγήκαν ξερά και άχρωμα.
- Ποιο… ότι γέρασα;
- Όχι. Ότι εύχεσαι να πεθάνεις.
Ο Ντανιέλ είχε πέσει στην παγίδα. Τόση ώρα δεν έβλεπε πως η Σιμών έριχνε άδεια τα δίχτυα της για να τα ανασύρει γεμάτα. Αίφνης, όλη εκείνη η απαρηγόρητη λύπη και ο αυτοοικτιρμός της Σιμών, μετατράπηκαν σε θυμό, που διαγράφτηκε σε όλο το δέρμα του προσώπου της και το ρυτίδωσε άγρια.
- Ώστε γέρασα! Φώναξε.
Ο Ντανιέλ τα έχασε. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, τον πλησίασε, άρπαξε ένα στυλό από τη στυλοθήκη του γραφείου του και του το εκσφενδόνισε. Τον βρήκε στο μεσόφρυδο. Εκείνος κάλυψε αντανακλα-στικά το πληγωμένο σημείο με την παλάμη του.
- Προς Θεού Σιμών! Σταμάτα, επιτέλους, τις υστερίες. Δε σου είπε κανείς πως γέρασες.
- Ούτε κανείς μου είπε το αντίθετο.
Δεν της απάντησε. Δεν είχε, εξάλλου, τι να απαντήσει. Τι μπορούσε να της πει; Πώς ήταν δυνατό να της εξηγήσει όλα όσα του είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα; Βίωνε μια αποκάλυψη αποκλειστικά δική του, μια αποκάλυψη γραμμένη από κάποιο θεόπνευστο χέρι και απευθυνόμενη μονάχα σ΄ αυτόν και σε κανέναν άλλο. Από τις έξη το πρωί που είχε ξυπνήσει και για δώδεκα ολόκληρες ώρες ήταν αδικαιολόγητα εκτός εαυτού. Τίποτα απ΄ όσα είχε κάνει, ή είχε πει δεν ήταν δικό του. Έμοιαζε με μαριονέτα που κινείται κατά πώς θέλει αυτός που κρατά τα σχοινάκια των αρμών της.
Η Σιμών, από την πλευρά της, ήταν φουρκισμένη και αγανακτισμένη. Είχε βάλει σκοπό να του εκμαιεύσει κάθε μυστικό, να κατανοήσει κάθε αιτία της παράξενης μεταμόρφωσής του. Γι αυτό θα μεταχειριζόταν όλη τη γυναικεία της ευρηματικότητα. Δεν ήταν πονηρή γυναίκα, ούτε φορτική για τον άντρα που αγαπούσε. Αντίθετα ήταν πάντα διακριτική και αυτάρκης. Τον αγαπούσε κι αυτή της η αγάπη της απαγόρευε να μετέρχεται αθέμιτων μέσων και τεχνασμάτων. Όμως, τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο• το έβλεπε. Φοβόταν μήπως η θλιβερή φάση της σχέσης τους την αποτρέλαινε. Γι αυτό ήταν διατεθειμένη να φτάσει στα άκρα. Θα χρησιμοποιούσε την ικεσία και την παράκληση, όπως και την ειρωνεία και τη θρασύτητα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ο σκοπός, εξάλλου, αγιάζει τα μέσα. Ο δικός της σκοπός ήταν κρίσιμος και ζωτικός όσο και η ίδια της η ζωή.
- Μήπως, αγαπητέ μου, ξύπνησες σήμερα το πρωί και ανακάλυψες με τρόμο πως ο αντρισμός σου έκανε φτερά; Συνόδεψε την κακία της με μια χειρονομία σαν να είχαν γίνει τα χέρια της φτερά.
- Όχι! Τι είναι αυτά που λες! Φώναξε όλος φοβισμένη άρνηση ο Ντανιέλ.
- Ώστε, έτσι, λοιπόν. Δεν σου σηκώνεται! Καημένε μου… Δεν πειράζει, όλοι οι άνθρωποι αργά ή γρήγορα φτάνουν σ’ αυτή την κατάσταση. Μόνο που εσύ έφτασες κάπως νωρίτερα… Θριαμβολογού-σε, ακόμη κι αν δεν εννοούσε σοβαρά αυτά που έλεγε.
Ο Ντανιέλ, δεν κατάλαβε πώς, μα ένιωσε έξαφνα να τον πλημμυρίζει ένα ορμητικό κύμα νευρικού γέλιου. Δεν έκανε τον κόπο να του φράξει το δρόμο και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια, ώσπου τα μάτια του δάκρυσαν και η φωνή του βράχνιασε, καθώς το γέλιο γινόταν όλο και περισσότερο διαπεραστικό και υστερικό. Η Σιμών έπεσε κι αυτή στην υστερία του κλαυσίγελου. Κάποτε και οι δύο σταμάτησαν.
- Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι, αγάπη μου; Η φωνή του είχε τώρα γίνει αναπάντεχα γλυκιά, έτσι όπως τη θυμόταν πάντα η Σιμών.
- Φυσικά. Ρώτα με ό,τι θέλεις.
- Τι θα έκανες αν ερχόταν το τέλος του κόσμου;
- Έλα, μην το βλέπεις πια έτσι. Δεν είναι δα και για αυτοκτονία η κατάστασή σου…
Θα υποτροπίαζε ξανά στον υστερικό κλαυσίγελο, αν δεν την προλάβαινε ο Ντανιέλ.
- Δεν μιλάμε για το ίδιο πράγμα, Σιμών. Σύνελθε λιγάκι και ξεκόλλα από τις ταπεινές και ευτελείς σου σκέψεις. Δεν αστειεύονταν διόλου• το έδειχνε ο σοβαρός του τόνος. Εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή. Τα τελευταία κύματα γέλιου είχαν κοπάσει μέσα της. Υιοθέτησε κι εκείνη τον ίδιο σοβαρό τόνο, σα να μαϊμούδιζε.
- Εσύ μίλησες μόλις τώρα για ταπεινές συνήθειες; Εσύ, που είσαι ο μοναδικός εφευρέτης των ξεπεσμένων ρόλων του αφέντη και της δούλας; Εσύ, που όποτε κάναμε έρωτα σημείωνες στο τεφτέρι σου και στο τέλος έκανες ένα τεράστιο, θλιβερό κατάλογο με το πόσες φορές κάναμε σεξ, απλά και μόνο για να αυτοϊκανοποιείσαι με τα νούμερα; Εσύ, που μου πρότεινες να φέρουμε μια πόρνη στο κρεβάτι μας; Όχι, αγαπητέ μου, μην αυταπατάσαι. Αν κάποιος από τους δυο μας είναι υπόδουλος ταπεινών συνηθειών και σκέψεων, αυτός ο κάποιος είσαι εσύ και μόνο εσύ.
- Σιμών, μιλώ σοβαρά. Θα μου απαντήσεις;
- Κι εγώ μιλώ σοβαρά. Από τότε που ανακάλυψα το κατάστιχο με τα στατιστικά των σεξουαλικών σου επιδόσεων, σταμάτησα να ευχαριστιέμαι τον έρωτα μαζί σου. Το ήξερες αυτό;
Γέλασε άγρια, αλλά μέσα της πονούσε που ξεστόμιζε τέτοια λόγια. Ένιωσε εξευτελισμένη και ταπεινωμένη ως τον κατώτερο βαθμό. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της συσπάστηκαν.
- Με ρώτησες τι θα έκανα την ημέρα που θα τέλειωνε ο κόσμος. Ε, λοιπόν, θα σου απαντήσω. Θα σε παντρευόμουν, έστω κι αν μεταχειριζόμουν βία για κάτι τέτοιο… Το είπε και ανακουφίστηκε. Τόσα χρόνια ποτέ δεν τόλμησε να του κάνει λόγο για γάμο. Έβλεπε τις μέρες, τους μήνες, τα χρόνια να περνούν και άφηνε την απόφαση στη μοίρα. Δεν ήθελε να τον πιέσει. Τώρα, όμως, είχε αγγίξει τα όριά της, είχε φτάσει στο απροχώρητο.
Ο Ντανιέλ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να την κοιτά αμίλητος, σα να επεξεργαζόταν την πιθανότητα του γάμου. Κατέληξε, όμως, πως δεν υπήρχε πια καιρός γι αυτόν. Κανείς δεν παντρεύεται τη στερνή του μέρα…
- Προφανώς δεν έθεσα σωστά την ερώτηση. Δε σε ρώτησα τι θα έκανες αν τελείωνε ο κόσμος. Σε ρώτησα τι θα έκανες αν τέλειωνε ο κόσμος ΣΟΥ.
Η Σιμών δεν καταδέχτηκε να του απαντήσει. Κοίταξε το ρολόι της.
- Είναι έξη και δέκα, είπε. Πρέπει, επιτέλους, να ανοίξουμε το ιατρείο. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην αίθουσα αναμονής.
Ο Ντανιέλ κατσούφιασε. Είχε τόσα πολλά να κάνει και δεν προλάβαινε. Ήθελε τόσα πολλά να αποδείξει και δεν μπορούσε να επιλέξει από ποιο θα ξεκινούσε. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει, πήρε το ύφος οσιομάρτυρα.
Η Σιμών, στάθηκε πίσω από την εξώπορτα του ιατρείου. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει: να ξαναμπεί στο γραφείο του και να τον παρηγορήσει, να μαζέψει τα πράγματά της και να τον αφήσει μόνο, ή να παραμείνει έτσι άπραγη και να παρακολουθήσει τη συνέχεια του δράματος; Τελικά, έκανε το τελευταίο, κάτι που, άλλωστε, δεν απαιτούσε και κανένα ιδιαίτερο κόπο…
Είχε κι ένα άλλο συνήθειο, που με τον καιρό έμελλε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της μεθόδου που χρησιμοποιούσε στο επάγγελμά του. Εκμεταλλευόμενος την ελεύθερη εκείνη πρώτη ώρα, ζητούσε από τη Σιμών να του φέρει τη λίστα με τους ασθενείς που είχαν κλείσει ραντεβού τη συγκεκριμένη ημέρα και συμβουλευόταν από πριν τη βάση δεδομένων στον υπολογιστή του, η οποία περιείχε συνοπτικά όλα τα ιατρικά ιστορικά τόσο των τακτικών όσο και των περιστασιακών ασθενών. Έβρισκε, λοιπόν, τα ιστορικά που τον ενδιέφεραν και σημείωνε πρόχειρα σε ένα τεφτέρι όσα στοιχεία θεωρούσε κρίσιμα. Με τον τρόπο αυτό έδινε την ψευδή εντύπωση στον κάθε ασθενή πως, με το που τον πρωταντίκριζε, θυμόταν τα πάντα γι αυτόν και την αρρώστια του, κάτι που ικανοποιούσε σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη του τελευταίου για συμπονετική μεταχείριση και προσωπικό ενδιαφέρον και καλυτέρευε τις τόσο εύθραυστες σχέσεις ιατρού–ασθενούς. Μ’ αυτό το απλό τέχνασμα πετύχαινε, λοιπόν, τη μέγιστη δυνατή συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπεία που του χορηγούσε, μιας και η εμπιστοσύνη προς το γιατρό είναι το πιο αποδοτικό ξεκίνημα μιας οποιασδήποτε θεραπείας, ειδικά όταν πρόκειται για χρόνιες παθήσεις.
Βρήκε τη Σιμών να στέκει όρθια μπροστά του με ένα διάπλατο καλόκαρδο χαμόγελο και βλέμμα όλο έξαψη. Εκείνη, με το που άκουσε το γύρισμα του κλειδιού στην εξώπορτα, πετάχτηκε αλαφιασμένη από το μικρό της γραφείο, σα να είχε κάνει κάποια σκανδαλιά που έπρεπε να αποκρύψει, και έδωσε στο κορμί της την πιο επίσημη, ευθυτενή της στάση για να τον υποδεχτεί. Έδειχνε πολύ περιποιημένη εκείνη την ημέρα. Φορούσε μια στενή μπορντό φούστα που της έφτανε ως λίγο πιο κάτω από το γόνατο και ένα πουκάμισο λευκό, κεντημένο με ένα όμορφο σχέδιο στις δυο πλευρές του ανοίγματός του. Τα δυο πάνω κουμπιά του πουκαμίσου ήταν λυμένα, προσφέροντας σε κοινή θέα ένα ντεκολτέ όλο σαγήνη, συνεπικουρούμενο, βέβαια, από τα κρυμμένα μαξιλαράκια του σουτιέν. Ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες, κατάμαυρες λουστρίν γόβες διακοσμημένες η καθεμιά τους με ένα ασημένιο, στραφταλιστό φιογκάκι ακριβώς πάνω στη βάση των δαχτύλων του ποδιού, την έκαναν ακόμη πιο γοητευτική. Τον μακρύ λαιμό της κοσμούσε μια λεπτή χρυσή αλυσίδα απ΄ όπου κρεμόταν μια μικρή καρδιά επίσης από χρυσάφι, με ένα αστραφτερό διαμαντάκι στο κέντρο της. Ήταν δώρο του Ντανιέλ στην πέμπτη επέτειο της σχέσης τους. Άλλα κοσμήματα δε φορούσε, γιατί δεν ήθελε να δείχνει παραφορτωμένη. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα ψηλά πίσω στο κεφάλι της σε κότσο, κάτι που της έδινε ακόμη πιο επίσημη και επαγγελματική όψη.
Δεν ήταν, όμως, μόνο τα καινούργια της ρούχα και το γουστόζικο μενταγιόν που κέντρισαν το ενδιαφέρον του Ντανιέλ• ήταν και το απέριττο, διακριτικά στυλιζαρισμένο μακιγιάζ του προσώπου της. Το ρουζ που είχε απλωθεί ομοιόμορφα πάνω στα ζυγωματικά της προκαλούσε την εντύπωση της συγκρατημένης έξαψης, μα και της υποτακτικής συστολής. Οι μακριές βλεφαρίδες της, επιμελημένα ξέχωρες η μια από την άλλη, αποτέλεσμα σχολαστικής χρήσης της μάσκαρας, έδιναν την ψευδαίσθηση πως το βλέμμα της πήγαζε αινιγματικά από κάποιο σκοτεινό βάθος. Δεν είχε βάλει πολύ κραγιόν, αλλά σε συνδυασμό με το lip gloss, τα χείλη της καταύγαζαν ακόρεστη ηδυπάθεια. Με λίγα λόγια ήταν πολύ όμορφη και αυτό το πρόσεξε με μεγάλη ευχαρίστηση ο Ντανιέλ. Είχε αφιερώσει όλο το πρωινό της για να ψωνίσει τα καινούργια ρούχα και όλα τα σχετικά παρελκόμενα, αυτά που δίνουν σε μια γυναίκα τον δικό της προσωπικό τόνο, αν ξέρει να τα χρησιμοποιεί περίτεχνα.
Ο Ντανιέλ, όσο κι αν έτρεμε διαρκώς στη θέα των μικρών σημαδιών της ηλικίας, που συσσωρεύονταν χρόνο με το χρόνο πάνω στο κορμί της, όφειλε να ομολογήσει πως η Σιμών ήταν από εκείνες τις λίγες τυχερές γυναίκες που η ομορφιά τους βαδίζει αρμονικά πλάι–πλάι με την ηλικία τους και που καταφέρνουν να αποχαιρετούν τα προτερήματα της νεότητας, δίχως να χάνουν και πολλά πράγματα από την ομορφιά και την ελκυστικότητά τους. Η Σιμών, λοιπόν, ήταν μια από αυτές τις γυναίκες και είχε μια ομορφιά δυναμική, μεταλλασσόμενη αδιόρατα από τη νεανική φρεσκάδα στη γοητεία της ωριμότητας, μα ωστόσο η ουσία δεν άλλαζε: ήταν όμορφη. Είχε συμμαχήσει θαρρείς με το χρόνο, στο βαθμό, βέβαια, που αυτός της το επέτρεπε, και ζούσε σε αγαστή αρμονία μαζί του. Κάθε νέος χρόνος που προστιθόταν στο δέρμα της, της φερόταν με περισσή ευγένεια• δεν έπεφτε με ορμή πάνω του ώστε να το πτυχώσει και να το ρυτιδώσει ακαλαίσθητα. Απεναντίας, εναποτιθόταν με αβρότητα και σεβασμό ομοιόμορφα πάνω στην επιδερμίδα της και της αφαιρούσε αργά και άδηλα τη δροσιά της νεότητας, φροντίζοντας παράλληλα να της αποδώσει σε αντάλλαγμα, πλουσιοπάροχα και αφειδώλευτα, τη σαγήνη της ωριμότητας.
Ο Ντανιέλ έριξε μια ματιά όλο αδημονία στο πιο αγαπημένο του τμήμα του γυναικείου σώματος, στα πόδια της. Το βλέμμα του στάθηκε για κάμποση ακαθόριστη ώρα εκεί. Οι καλοσχηματισμένες, γωνιώδεις γάμπες της, πίσω από τις ευθύγραμμες μακριές κνήμες, ξεπρόβαλλαν ηδονικά από το χείλος της φούστας και κατέληγαν σε λεπτούς, νευρώδεις αστραγάλους. Κι εκείνες οι γόβες με το τόσο ψηλό τακούνι, πόσο τέλεια τόνιζαν το λιπόσαρκο coup de pied της… Αποξεχάστηκε με το προσφιλές του θέαμα και ξέχασε παντελώς την αγωνία που δοκίμαζε τον τελευταίο καιρό όποτε αντίκριζε τη νεοεμφανιζόμενη κυτταρίτιδα στο πίσω μέρος των μηρών και στους γλουτούς της Σιμών. Η φούστα, όμως, που φορούσε εκείνη την ημέρα κάλυπτε με σοφή προνοητικότητα αυτό της το μειονέκτημα.
Αυτές οι καλλίγραμμες γάμπες έμελλαν για αρκετά χρόνια να μετατραπούν σε μονομανία στο βασίλειο των φαντασιώσεων του Ντανιέλ. Δεν έχανε ευκαιρία να τις συγκρίνει με τις γάμπες άλλων γυναικών και κάθε φορά κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: όμοιές τους δεν υπήρχαν. Ήταν, ίσως, το μοναδικό τμήμα του κορμιού της Σιμών που ο καιρός περνούσε από πάνω του δίχως να το αγγίζει, αφήνοντάς το αναλλοίωτο στο διαβρωτικό του διάβα• το τμήμα που ερέθιζε την υπερτροφική του λίμπιντο αδιάκοπα και σε κάθε περίσταση, ακόμη και ανάρμοστη. Υπήρξε μια μεγάλη περίοδος στη διάρκεια της σχέσης τους που δεν περνούσε ώρα δίχως να προβάλλει στο νου του το λατρεμένο είδωλό τους• στο αμφιθέατρο, στο ιατρείο, στα επιστημονικά συνέδρια, σε κάθε λογής δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, πάντα σκεφτόταν τις γάμπες της. Κάποτε, μάλιστα, είχε βαλθεί να τις ζωγραφίζει, έτσι μοναχές τους, ξέχωρα από το υπόλοιπο σώμα, χωρίς κάποια ανατομική συνέχεια με οποιοδήποτε άλλο μέρος του κορμιού. Πίστευε πως από μόνες τους ήταν η έκφραση μιας μικρής τελειότητας. Υπάρχουν πολλές τελειότητες στη ζωή των ανθρώπων• υπάρχουν παντού τριγύρω, στο δρόμο, στα πάρκα, στα δέντρα, στα φύλλα των λουλουδιών, στον αέρα που αναπνέουμε, στους ποδόγυρους αμέριμνων κοριτσιών, στον αέρινο τρόπο που κάποια μοιραία γυναίκα περπατά… Δε μπορεί, βέβαια, ο καθένας να τις διακρίνει, παρά μόνο αν είναι καλλιτέχνης ή ποιητής. Είναι αόρατα μάγια αυτές οι μικρές τελειότητες, που από τη στιγμή που δένουν κάποιον δεν τον αφήνουν ποτέ πια στην ησυχία του. Οι κοινοί άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι γιατί δε μπορούν να τις διακρίνουν. Οι καλλιτέχνες και οι ποιητές είναι δυστυχισμένοι, γιατί από τη στιγμή που τις έχουν δει δεν μπορούν να κάνουν δίχως αυτές…
Όταν το βλέμμα του Ντανιέλ κατάφερε επιτέλους να ξεκολλήσει από τις θελκτικές εκείνες γάμπες, άρχισε να ανεβαίνει προς τα πάνω αργόσυρτα, δίχως βιάση, σα να ήταν η ματιά του διχαλωτή γλώσσα ερπετού που την έγλυφε, και σταμάτησε για λίγο στη δαχτυλιδένια της μέση• έπειτα συνέχισε να ανηφορίζει, ώσπου στάθηκε στο φαράγγι που έχασκε ανάμεσα στους λόφους των μαστών της. Το όργανό του άρχισε να δραστηριοποιείται, ώσπου προκάλεσε ένα φούσκωμα κάτω από το φερμουάρ του παντελονιού του.
Η Σιμών το πρόσεξε. Κάτι τέτοια ποτέ δεν της διέφευγαν. Χαμογέλασε με ηδυπάθεια. Τα χείλη της κινήθηκαν φιλήδονα το ένα πάνω στο άλλο, σα να χάιδευαν τις επιφάνειές τους. Ένα μικρό κατακόκκινο ακρογλωσσίδι ξεπετάχτηκε ανάμεσά τους και άρχισε να σέρνεται αργά και ηδονικά από τη μια γωνιά του στόματος ως την άλλη, εφυγραίνοντας τα χείλη της που έκαιγαν.
Κοιτάχτηκαν στα μάτια χωρίς να πουν λέξη. Για μια στιγμή το βλέμμα του ενός μαγνήτισε το βλέμμα του άλλου κι έμειναν εκεί, άρρηκτα συνδεδεμένοι με μια αόρατη κλωστή. Οι λέξεις είναι σε κάτι τέτοιες στιγμές περιττές, πόσο μάλλον όταν έχει κανείς να κάνει με δυο ανθρώπους που ο καθένας τους έχει απομνημονεύσει την παραμικρή λεπτομέρεια του σώματος του άλλου, αποτέλεσμα αμέτρητων ωρών νωχελικής περιπλάνησης πάνω του.
Θα μπορούσαν να κάνουν έρωτα έτσι όρθιοι καθώς έστεκαν. Θα μπορούσαν να διεισδύσουν ο ένας στα μύχια βάθη του άλλου και να ξεχάσουν όλο τον υπόλοιπο κόσμο…
Τη μαγνητισμένη ατμόσφαιρα διέκοψε τότε η Σιμών.
- Χρόνια πολλά, αφέντη μου!
Η προσφώνηση ήταν από μόνη της αρκετή για να εξάψει και να κορώσει ακόμη πιο πολύ τις αφυπνισμένες αισθήσεις του Ντανιέλ. Η αναταραχή που επικρατούσε στο βουβώνα του έγινε μεμιάς εντονότερη. Ήταν ένα παιχνίδι που εδώ και καιρό είχαν συναποφασίσει να παίξουν, σε μια προσπάθεια να καθυστερήσουν όσο περισσότερο τους ήταν μπορετό τον επερχόμενο σεξουαλικό κορεσμό του Ντανιέλ. Στο παιχνίδι αυτό αφέντης ήταν ο Ντανιέλ και δούλα η Σιμών. Της ζητούσε χίλια δυο περίεργα πράγματα κι εκείνη έσπευδε αγόγγυστα να εκπληρώσει τις επιθυμίες του. Το σαδομαζοχιστικό παιχνίδι των υπερβολικών απαιτήσεων έφερνε σχεδόν πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα• έπειτα κυλιόντουσαν στο πάτωμα, ή στο κρεβάτι, ή σε οποιοδήποτε επίπεδο σημείο του σπιτιού ή του ιατρείου και έκαναν φρενιτιώδη έρωτα, ώσπου να εξαντληθούν.
Είχαν υποδυθεί πάμπολλες φορές τους δυο αυτούς ρόλους, τόσες που ο Ντανιέλ είχε αρχίσει να ξεχνά πολλά από τα σενάρια που είχαν επινοήσει οι δυο τους. Ελάχιστες περιπτώσεις έμεναν ριζωμένες στη μνήμη του, σχεδόν όλες τους άτυχες. Είχε από μικρός μια περίεργη έφεση στο να υποτιμά και να ξεχνά με περισσή αγνωμοσύνη τα ευχάριστα γεγονότα και να θυμάται για πάντα τα δυσάρεστα. Ήταν όλος ένα συνονθύλευμα δυσάρεστων αναμνήσεων.
Κάποια φορά, που οι δυο τους κάθονταν ράθυμα στο σαλόνι του διαμερίσματός του, της είχε ζητήσει με ύφος αυταρχικό και αυστηρό να σκύψει εμπρός του και να του γυαλίσει τα παπούτσια. Εκείνη, υπακούοντας στο ρόλο της, έτρεξε ευθύς αμέσως να βρει ένα πανί. Τον πλησίασε και γονάτισε στο χαλί, τουρλώνοντας επιδεικτικά τα οπίσθιά της. Έφτυσε πάνω στο πανί και βάλθηκε με το σάλιο της να του γυαλίζει τα παπούτσια. Δεν είχε, όμως, αποτελειώσει το γυάλισμα όταν ο Ντανιέλ, νευριασμένος για το ότι δεν είχε καταφέρει να νιώσει κανένα σεξουαλικό σκίρτημα, την κλώτσησε δυνατά και την έριξε ανάσκελα κάτω. Έπειτα άρχισε να την παρατηρεί, έτσι καθώς παρέμενε ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά και κυλισμένη ολόσωμα στον εξευτελισμό. Εκείνη σάστισε, μιας και δε μπορούσε να φανταστεί ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές εμπεριέχονταν στους όρους και τους κανονισμούς του παιχνιδιού. Έπειτα έκανε το λάθος να νευριάσει μαζί του και να του ζητήσει εξηγήσεις. Έκτοτε, και για μια ολόκληρη εβδομάδα, και οι δυο τους απέφευγαν κάθε συνομιλία, παρά μόνο αρκούνταν στα τυπικά λόγια που αντάλλαζαν υποχρεωτικά μες στο ιατρείο.
Ήταν και κάποια άλλη περίπτωση που ο Ντανιέλ θυμόταν έντονα. Το παιχνίδι είχε λάβει χώρα στο ιατρείο, την ώρα ακριβώς που στο εξεταστικό δωμάτιο εξέταζε μια ηλικιωμένη ασθενή. Ενόσω εξέταζε την αισθητική αρτιότητα της κακόμοιρης γυναικούλας, γαργαλώντας τη με ένα φτερό στις πατούσες, πάτησε ένα κουμπί που βρισκόταν στον τοίχο δίπλα από το εξεταστικό κρεβάτι και από το μικρόφωνο κάλεσε, θυμωμένος τάχα, τη Σιμών. Όταν εκείνη μπήκε μέσα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας, ο Ντανιέλ τη χαστούκισε φωνάζοντάς της: «Αυτό για να μάθεις να κάνεις καλύτερα τη δουλειά σου!». Η Σιμών τα έχασε για άλλη μια φορά. «Μα…» έκανε να ξεστομίσει, αλλά ο Ντανιέλ της έκλεισε το μάτι, φροντίζοντας να μη δει αυτή του την κίνηση η ασθενής, και συνέχισε: «Καταλαβαίνεις για ποια δουλειά σου μιλάω;» Τη λέξη «δουλειά» την τόνισε κάπως ιδιαίτερα σε σχέση με τις άλλες λέξεις, έτσι που να αποκτήσει αλληγορικό νόημα. Η κοπέλα αμέσως κατάλαβε. Έβαλε τότε τα δυνατά της για να φανεί αντάξια του ρόλου της υποταγμένης δούλας και με το εφευρετικό της μυαλό σκέφτηκε πως θα έπρεπε να κλαψουρίσει μπροστά στον Ντανιέλ, ικετεύοντάς τον να φανεί επιεικής και να μην την απολύσει. Κατάφερε μάλιστα να βγάλει και δυο χοντρά δάκρυα. Η γριά που είχε κατατρομάξει από την αγριότητά του, πήρε δίχως πολλή σκέψη το μέρος της αδικημένης γραμματέως και παρακάλεσε κι εκείνη με τη σειρά της το γιατρό να μην απολύσει τη δύστυχη κοπέλα. Με δυσκολία οι δυο συνένοχοι κατάφεραν να μην ξεκαρδιστούν στα γέλια. Όταν η ασθενής εγκατέλειψε προβληματισμένη το ιατρείο, κλείδωσαν την πόρτα του εξεταστικού δωματίου, ανακοινώνοντας στους υπόλοιπους αρρώστους που περίμεναν υπομονετικά στο φουαγιέ, πως υπήρχαν κάποιες εκκρεμότητες που έπρεπε να τακτοποιηθούν και πως δε θα αργούσαν. Πράγματι, δεν άργησαν περισσότερα από δέκα λεπτά για να φτάσουν και οι δυο στο αποκορύφωμα ενός άγριου οργασμού και όταν πια είχαν τελειώσει με το καπρίτσιο τους, η Σιμών επέστρεψε στο γραφείο της και με ανακούφιση συνειδητοποίησε πως οι ασθενείς δεν είχαν ψυλλιαστεί το παραμικρό. Ένα γεγονός, όμως, έμελλε να τους κάνει πιο προσεκτικούς στο εξής: η ηλικιωμένη γυναίκα που ο Ντανιέλ εξέταζε στη διάρκεια του παιχνιδιού, κατάφερε μες σε λίγες ημέρες να εξιστορήσει σε όσους γνωστούς είχε και δεν είχε την πρωτοφανή εμπειρία της, φροντίζοντας να τη στολίσει και να τη διανθίσει με μερικές δικές της φανταστικές λεπτομέρειες. Τα δηκτικά σχόλια πλήθυναν και έφτασαν ως τα αυτιά του Ντανιέλ, ο οποίος αποφάσισε έτσι μια για πάντα να μην ξαναχρησιμοποιήσει το ιατρείο του ως σκηνικό των ρόλων τους.
Από την πρώτη στιγμή που εφηύρε το συγκεκριμένο παιχνίδι, ο Ντανιέλ είχε βάλει στο βάθος του μυαλού του και έναν άλλο πονηρό στόχο. Θα προλείαινε το έδαφος ώστε να προσθέσει και ένα τρίτο ρόλο: εκείνον της δεύτερης γυναίκας. Πολλές φορές είχαν συζητήσει για το θέμα αυτό με τη Σιμών, η οποία στην αρχή δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί μια τέτοια εκδοχή. Την πρώτη φορά το θέμα τέθηκε τάχα τυχαία και αόριστα• ξεκίνησαν μια συζήτηση περί της ιστορικής βάσης του ομαδικού σεξ με δική του πρωτοβουλία. Ο Ντανιέλ είχε πολλά να πει και, μάλιστα, είχε φροντίσει να μελετήσει από τα πριν κρυφά το θέμα, ξεσκαλίζοντας κάθε εγκυκλοπαίδεια που είχε στη βιβλιοθήκη του, καθώς και αμέτρητες σελίδες στο διαδίκτυο, ώστε να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει αρκετά παραδείγματα που θα αποστόμωναν τη Σιμών και θα τη στερούσαν επιχειρημάτων. Ωστόσο, εκείνη την πρώτη φορά είχε τεχνηέντως αποφύγει να πάρει κάποια ξεκάθαρη θέση. Την επόμενη φορά που το ίδιο θέμα ξανάγινε αντικείμενο συζήτησης, τα επιχειρήματά του υπέρ της ομαδικότητας στο σεξ άρχισαν να γίνονται πιο εκλεπτυσμένα και πειστικά, αποτέλεσμα πολύωρης αναμάσησης και επεξεργασίας του θέματος. Από τότε κι έπειτα άρχισε δειλά–δειλά να εκδηλώνει σαφώς την προτίμησή του. Της τριβέλισε δε τόσο πολύ το μυαλό με τις απανωτές, συναπτές συζητήσεις, που κάποτε η Σιμών αστειευόμενη του πρότεινε η ίδια να προσθέσουν μια επιπλέον γυναίκα στο παιχνίδι τους. «Εξάλλου τι αφέντης είσαι εσύ που έχεις μόνο μια γυναίκα να προστάζεις;» του είχε πει γελώντας, χωρίς να το πιστεύει. Για τον Ντανιέλ η πρότασή της αυτή, παρότι δεν την εννοούσε σοβαρά, ήταν μια πραγματική αποκάλυψη. Μεμιάς ανοίχτηκε μπροστά του ένας ολοκαίνουργιος, παρθένος ορίζοντας γεμάτος με άπειρες δυνατότητες αισθησιασμού. Πέρασαν μήνες ολάκεροι προσπαθώντας να την πείσει πως κι εκείνοι μπορούσαν να έχουν μια τέτοια εμπειρία για μια φορά στη ζωή τους. Στο τέλος, με το πες–πες την έπεισε. Ένα βράδυ βρίσκονταν και οι δύο στο σπίτι του Ντανιέλ και περίμεναν την πόρνη από κάποιο πρακτορείο συνοδών, του οποίου το τηλεφωνικό νούμερο είχαν επιλέξει στην τύχη ανάμεσα σε διάφορες σχετικές αγγελίες. Είχαν από πριν συμφωνήσει στη διανομή των ρόλων: εκείνος θα ήταν, όπως πάντα, ο αφέντης, ενώ η Σιμών δε θα ήταν πια η δούλα του, αλλά η κυρά του, έτσι για αλλαγή• ο ρόλος της δούλας είχε πέσει στην πόρνη, που αποδείχτηκε πως ήταν μια πανύψηλη ξανθιά καλλονή. Αφού ο Ντανιέλ της εξήγησε κι εκείνης το πώς είχε η κατάσταση, και αφού της έβαλε στη χούφτα δέκα χαρτονομίσματα επιπλέον των συμφωνημένων, το παιχνίδι άρχισε να παίζεται, και είχε, μάλιστα, πολλή επιτυχία. Εκείνο το βράδυ, όταν έσβησαν τα φώτα της κρεβατοκάμαρας για να κοιμηθούν μαζί οι δυο τους, η Σιμών γύρισε προς αυτόν και με φωνή σταθερή και αυστηρή του το ξέκοψε μια για πάντα: «Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά. Αν θέλεις να συνεχίσεις, θα είσαι μόνος σου στο παιχνίδι». Έκτοτε, ο Ντανιέλ δεν τόλμησε να αναφέρει ξανά μήτε λέξη για την εμπειρία που είχαν ζήσει, μήτε έθιξε ξανά το θέμα σε θεωρητικό επίπεδο, παρά το ενταφίασε εντός του και τροφοδότησε μ’ αυτό ακόμη περισσότερο τα καταπιεσμένα του συναισθήματα.
- Πολύχρονος να είσαι αφέντη μου. Εγώ θα είμαι πάντα στις υπηρεσίες σου, πιστή δούλα. Δεν έχεις παρά να με προστάξεις και θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις. Το θέλημά σου διαταγή μου, ήχησαν καμπανιστά και πάλι τα λόγια της όμορφης γυναίκας.
Εδώ που τα λέμε, είχε κι αυτή ένα μεγάλος μέρος της ευθύνης για την καθιέρωση του συγκεκριμένου παιχνιδιού. Από τα μικράτα της είχε κολλήσει το μικρόβιο της ηθοποιίας και αυτό της προκαλούσε κάθε τόσο εξάρσεις υποτροπής. Στην ηλικία των δεκαεννιά είχε, μάλιστα, κάνει και τις πρώτες απόπειρες για να γίνει ηθοποιός. Γράφτηκε σε μια ιδιωτική σχολή θεάτρου, μα γρήγορα κατάλαβε πως ούτε τα χρήματα, ούτε και το ταλέντο της έφταναν για να συνεχίσει. Έτσι, αναγκάστηκε από τα πράγματα να εγκαταλείψει το εφηβικό όνειρό της, μα ποτέ, ωστόσο, δεν το ξέχασε ολότελα.
- Ευχαριστώ. Σου είπα, όμως, από χθες πως δε θέλω να γίνει λόγος για τα γενέθλιά μου.
- Λέγε εσύ ό,τι θέλεις. Σήμερα είμαι πολύ χαρούμενη και δε θα μου χαλάσεις τη μέρα με τις γκρίνιες σου.
- Καλά, καλά…
Η Σιμών δεν έλεγε να αφήσει το παιχνιδιάρικο, φιλήδονο ύφος που είχε ντυθεί. Ήταν γελαστή και φαινόταν, όντως, ευτυχισμένη.
- Έλα δώσ΄ μου ένα φιλί, είπε όλο γλυκό παράπονο.
Ο Ντανιέλ έγειρε και τη φίλησε άνοστα στο στόμα.
- Τι ήταν αυτό! Ξεφώνησε, τάχα αγανακτισμένη.
- Φιλί…
- Όχι, αγάπη μου, αυτό δεν ήταν φιλί• αυτό ήταν σκέτη προσποίηση. Τώρα θα δεις τι πάει να πει φιλί… και λέγοντας αυτά, τον άρπαξε από τον αυχένα με βία και τον κόλλησε πάνω της.
Του χάρισε ένα φιλί όλο ερωτική πρόκληση και θέρμη. Ο Ντανιέλ υποτάχτηκε αδιαμαρτύρητα. Του άρεσε πολύ το φιλί της. Την πόθησε έντονα και παρατεταμένα. Όμως, δε θέλησε να το παραδεχτεί. Έπρεπε να αυτοτιμωρηθεί για όσα ανομολόγητα είχε κάνει στη Ναντίν λίγες ώρες πριν. Όχι, δε θα υπέκυπτε στην ακόρεστη επιθυμία του για σεξ, ακόμη κι αν του το ζητούσε η ίδια η γυναίκα του, η Σιμών. Συν τοις άλλοις, ένιωθε μια ακατανίκητη ανάγκη να τιμωρήσει ακόμη και αυτήν. Δε μπορούσε να εξηγήσει την εκδικητική μανία που τον είχε καταλάβει, το ίδιο όπως δε μπορούσε και να την αποφύγει. Όταν το παρατεταμένο φιλί τελείωσε, εκείνος οπισθοπάτησε και την κοίταξε με ανάμικτα συναισθήματα.
- Δεν έχω όρεξη να παίξω αυτό το παιχνίδι ούτε σήμερα, ούτε άλλη φορά από εδώ και πέρα.
Προσπάθησε να προσποιηθεί τον θυμωμένο. Η Σιμών, όμως, δεν έλεγε να καταλάβει. Είχε καταστρώσει τόσα σχέδια για τη στιγμή που θα τον έβλεπε και είχε αφιερώσει τόσο πολύ χρόνο για να ψωνίσει και να συγυριστεί, ώστε της φαινόταν αδιανόητο πως θα πήγαιναν όλα αυτά χαμένα, όμοια όπως ο εφευρέτης που έχει αφιερώσει όλη τη ζωή του για μια εφεύρεση δε μπορεί να φανταστεί πως θα μπορούσε η ανθρωπότητα να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και χωρίς αυτήν. Παρακινημένη από τον πόθο της για τον άντρα της ζωής της συνέχισε να τον κοιτάζει όλο αγάπη, μη δίνοντας σημασία στις αντιδράσεις του. Σε μια στιγμή έριξε το βλέμμα της στο φουσκωμένο του όργανο, που διαγραφόταν πάνω στο ύφασμα του παντελονιού του. Τότε της ξέφυγε ένα πονηρό γελάκι.
- Μπορεί να λες ό,τι θέλεις, αλλά εγώ άλλα βλέπω…
Ο Ντανιέλ ένιωσε άσχημα που ο μικρός του τύραννος τον είχε προδώσει για ακόμη μια φορά τόσο απροκάλυπτα. Κοίταξε προς το βουβώνα του και έβγαλε ένα αναστεναγμό όλο αγανάκτηση.
- Το ότι έχω στύση δε σημαίνει απολύτως τίποτα. Αφού με ξέρεις. Μπορεί να μου συμβεί σε οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς να το θέλω.
Ό,τι κι αν έλεγε ήταν μάταιο. Με τέτοια επιχειρήματα δε μπορούσε να πειστεί ούτε ο ίδιος… πόσο μάλλον το αγαπημένο εκείνο πλάσμα που ξεχείλιζε από ερωτικό πόθο. Αναρωτήθηκε αν θα άντεχε τη δοκιμασία που ο ίδιος είχε επιβάλει στον εαυτό του, σε πείσμα της επιτακτικής ανάγκης του για έρωτα.
- Αλήθεια; Δε σημαίνει τίποτα;
Ο τόνος της ερώτησης ήταν περιπαιχτικός. Με μια αστραπιαία κίνηση, η Σιμών άπλωσε το μακρύ, λευκό χέρι της και άγγιξε το πέος. Αντανακλαστικά ο Ντανιέλ έκανε ένα ακόμη βήμα πίσω σα νευρόσπαστο. Ο προσποιητός θυμός στο πρόσωπό του διατηρήθηκε, αλλά τώρα πια με αρκετό κόπο.
- Ναι, τίποτα… τίποτα απολύτως.
- Γιατί είσαι τόσο κακός μαζί μου; Το ύφος της ήταν όλο νάζι. Έλα, μη με παιδεύεις άλλο, αφού το ξέρω πως με θέλεις. Σου έχω, μάλιστα, και μια έκπληξη… Του χαμογέλασε αινιγματικά. Θα την ανακαλύψεις μόνο αν με κάνεις δική σου. «Τα καινούργια εσώρουχα σίγουρα θα τον τρελάνουν» σκέφτηκε με κρυφή χαρά. Φορούσε ένα μικροσκοπικό στριγκ κιλοτάκι, μαύρο με μια κόκκινη φουντίτσα στο μπροστινό μέρος, κάτι που της είχε φανεί πολύ χαριτωμένο και σέξυ όταν το πρωταντίκρισε στη βιτρίνα εκείνο το πρωί.
Ο Ντανιέλ υποψιάστηκε το μυστικό της και ευχαριστήθηκε. Δεν το έδειξε, όμως, και προτίμησε να διατηρήσει το θυμωμένο προσωπείο που πίσω του συνέχιζε να κρύβεται, με μαζοχιστική επιμονή. Έκανε τον ανήξερο.
- Σ΄ ευχαριστώ που μπήκες σε τόσο κόπο για μένα, αλλά στο ξαναλέω: δεν έχω όρεξη!
Έδειχνε κατηγορηματικός και η Σιμών ανησύχησε για πρώτη φορά. Στιγμιαία το χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη της, μα γρήγορα ήρθε στα συγκαλά της και το επανέφερε στην πρωτινή του θέση. Ίσως αυτή η στρυφνή συμπεριφορά του άντρα να ήταν κάποιο καινούργιο παιχνίδι… ο χρόνος θα το αποκάλυπτε• δεν έπρεπε να ανησυχεί. Εξάλλου, απ’ όσο τον γνώριζε, στο τέλος ποτέ του δε μπορούσε να συγκρατηθεί. Αποφάσισε να αφήσει τα πράγματα να κυλήσουν με το ρυθμό τους.
- Καλά, λοιπόν. Εσύ χάνεις. Σε αφήνω να το ξανασκεφτείς. Εξάλλου, έχουμε όλη τη μέρα μπροστά μας, έτσι δεν είναι;
- Ναι, η ημέρα θα είναι πολύ μεγάλη. Συνέχισε με λόγια που έσβηναν σα να μουρμούριζε στον εαυτό του: Η πιο μεγάλη μέρα της ζωής μου…
Η Σιμών συνοφρυώθηκε. Δεν κατάφερε να ακούσει την τελευταία του φράση. «Μα, επιτέλους, τι έχει πάθει;» αναρωτήθηκε. Θέλησε να αλλάξει θέμα συζήτησης.
- Πού κανόνισες να πάμε το βράδυ, αγάπη μου; Είμαι πολύ περίεργη να μάθω. Ωθούμενη από ένα αδικαιολόγητο φόβο ότι εκείνος θα της αρνιόταν τη βραδινή έξοδο, και για να εκβιάσει τις καταστάσεις συμπλήρωσε αποφασιστικά: Από τη στιγμή κιόλας που ξύπνησα σήμερα το πρωί όλο αυτό βάζω στο νου μου και χαίρομαι στη σκέψη του γλεντιού.
Α, μα της το είχε από την προηγουμένη ξεκαθαρίσει πως δεν ήθελε να γιορτάσει με κανένα τρόπο τα γενέθλιά του. Ήταν μια επέτειος τόσο θλιβερή και ανούσια που ούτε καν ήθελε να του τη θυμίζουν. Θυμήθηκε τις καταπιεστικές προτροπές του Ζαν στο τηλέφωνο και του ήρθε ναυτία. Επιτέλους, γιατί να μην τον αφήσουν όλοι ήσυχο; Γιατί να μη σεβαστούν την επιθυμία του να μείνει μόνος και να κάνει τον απολογισμό της ζωής του; Ήταν τόσο περίεργο και απίθανο αυτό που τους ζητούσε;
Κατσούφιασε. Ο θυμός του τώρα έγινε πραγματικός• τον ένιωθε να τον κυριεύει, να παρασέρνει κάθε άλλο συναίσθημα στο διάβα του. Στο τέλος δεν αισθανόταν τίποτε άλλο παρά μονάχα θυμό, ολοκληρωτικό θυμό και αγανάκτηση.
- Κανόνισες κάτι, ή όχι; Συνέχισε εκείνη.
Ήταν προφανές πως είχε απόλυτη ανάγκη να διασκεδάσει, να τραγουδήσει, να χορέψει μέχρι τελικής πτώσης. Η αλήθεια ήταν πως τον τελευταίο καιρό είχαν αραιώσει πολύ οι έξοδοι και οι διασκεδάσεις τους. Είχαν περιοριστεί στο να πηγαίνουν μονάχα για καφέ ή ποτό σε κάποιο ήσυχο μπιστρό και να συζητούν με τις ώρες θέματα καταθλιπτικά και άχαρα. Οι βόλτες τους είχαν καταντήσει σωστό μαρτύριο, έτσι όπως βυθίζονταν οι δυο τους όλο και πιο βαθιά στη θλίψη και τη μελαγχολία, μακριά από παρέες και φίλους. Αν συνέχιζε για λίγο ακόμη αυτή η κατάσταση, ήταν απλά ζήτημα χρόνου η παντελής περιθωριοποίηση και η απομόνωση στην οποία θα έπεφταν.
- Όχι, δεν κανόνισα τίποτα.
Η Σιμών απογοητεύτηκε αμέσως, κάτι που διαγράφτηκε ολοκάθαρα στο πρόσωπό της. Πήρε ένα ύφος πονεμένο. Τον παρακαλούσε:
- Σε παρακαλώ, αγάπη μου… σταμάτα να είσαι έτσι. Έχω μεγάλη ανάγκη να διασκεδάσω, να χορέψω… μη μου το κάνεις αυτό… πες μου πως θα βγούμε το βράδυ να χορέψουμε… πες το μου.
Ο θυμός του αλάφρυνε μπρος στη θέα εκείνης της δυστυχισμένης. Γιατί είχε βαλθεί να την τυραννά μ΄ αυτό τον άδικο και άσπλαχνο τρόπο; Ποιος δαίμονας τον είχε κυριέψει και τον πρόσταζε; Παραμέρισε τον εγωισμό του και την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη έχωσε το πρόσωπο στο στήθος του και ανάσανε βαθιά, σα να ήταν έτσι να απαλλασσόταν από όλα τα άσχημα συναισθήματα που την είχαν έξαφνα κυριεύσει. Έχοντας πεισματικά κολλημένο το πρόσωπό της πάνω του, του ψιθύρισε πως τον αγαπούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο και πως ήθελε να τον δει ευτυχισμένο και χαρούμενο, όπως ήταν όταν τον πρωτογνώρισε. Εκείνος με φόβο ανακάλυψε πως δεν ένιωθε τίποτα καθώς την αγκάλιαζε• ήταν όλος ένα τεράστιο κενό, μια μαύρη τρύπα που ρούφηξε τα πάντα γύρω της. Για μια στιγμή τρόμαξε. Μήπως είχε κάποια από αυτές τις εμπειρίες που είναι γνωστές στο χώρο της ψυχιατρικής με τους όρους αποπροσωποποίηση–αποπραγματοποίηση; Μήπως είχε αρχίσει να ξεφεύγει σιγά–σιγά από το σώμα του και να εξαϋλώνεται; Τόσο πολύ τον είχε επηρεάσει το γεγονός πως έκλεινε τα τριάντα οχτώ χρόνια ζωής; Πόσο κακό μπορούσε να είναι αυτό; Όλοι οι άνθρωποι κάποτε φτάνουν σ΄ αυτή την ηλικία• ελάχιστοι, όμως, τρομάζουν με τη σκέψη. Εξάλλου, η ζωή του δεν ήταν δα και τόσο άχαρη κι ανούσια όπως νόμιζε. Υπάρχουν πάμπολλοι άλλοι που καταστρέφονται οικονομικά, που αποστερούνται κάθε συγγενικού τους προσώπου, που δεν ασκούν το επάγγελμα που πάντα ονειρεύονταν αλλά αυτό που αναγκάστηκαν από τις καταστάσεις. Τέλος, υπάρχουν και τα παιδιά του τρίτου κόσμου που λιμοκτονούν και πεθαίνουν κατά χιλιάδες από απλές ασθένειες, ή από αφυδάτωση –αυτό είναι, θα μου πεις, μια ακραία περίπτωση και δε μας αφορά όσο τα προηγούμενα• είναι έξω από τον κόσμο μας.
- Κι εγώ σ’ αγαπώ, κούκλα μου. Ναι, σ’ αγαπώ. Μη με αποπαίρνεις• δε φταίω εγώ. Σήμερα δεν είμαι πολύ στα καλά μου…
Σαν να τον είχε απογυμνώσει ολότελα η τελευταία φράση, σταμάτησε απότομα. Γιατί είπε κάτι τέτοιο; Τι νόμισε; Θα πρόδιδε τα σχέδιά του, το μακρύ ανήφορο που είχε αποφασίσει να ανέβει; Όχι, όχι. Με τίποτα δε θα έκανε κάτι τέτοιο. Αυτά τα λόγια ήταν λόγια στιγμιαίας αδυναμίας• δεν έπρεπε να επαναληφθούν. Δε χρειαζόταν να αυτό-οικτίρεται γι αυτή του την αδυναμία. Εξάλλου, ακόμη κι Αυτός ο ίδιος ο Χριστός αναρωτήθηκε τις τελευταίες του στιγμές πάνω στο σταυρό του μαρτυρίου για το πόσο τον αγαπά ο Πατέρας του…
Έλυσε την αγκαλιά του και απομάκρυνε απαλά τη Σιμών. Έπειτα, φόρεσε μια ανέκφραστη μάσκα και την κοίταξε μέσα απ’ αυτήν κατάματα.
- Δε θα βγούμε απόψε, όσο κι αν επιμένεις. Δε θα βγω ούτε μαζί σου, ούτε με το Ζαν και τη Μαρί, ούτε με κανέναν. Θέλω να μείνω μόνος κι αυτό είναι κάτι που οφείλεις να σεβαστείς.
Η Σιμών τον κοίταξε με μάτια χαμένα. Είχε πάρει ένα τόσο κακόμοιρο ύφος που ήταν για λύπηση.
- Όπως νομίζεις, ψέλλισε με δυσκολία. Τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα της. Ένιωσε πως δεν της έφτανε η αναπνοή για κάτι τέτοιο. Ένα βάρος την καταπλάκωσε κατάκεντρα στο στήθος. Γύρισε ελαφρά σκυφτή στο γραφείο της και έκανε πως κοιτούσε τα γράμματα στην οθόνη του υπολογιστή• στην πραγματικότητα δεν έβλεπε τίποτα, μια αναπάντεχη απελπισία την κατέλαβε και την ακινήτησε σ΄ αυτή την παγωμένη στάση.
Ο Ντανιέλ γύρισε κι εκείνος και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο, που στέγαζε το γραφείο του και το εξεταστήριο με όλα τα αναγκαία μηχανήματα, και που μια συρόμενη τζαμωτή πόρτα το χώριζε από την αίθουσα αναμονής και το μικρό γραφείο της Σιμών. Τη λυπόταν… αχ, πόσο τη λυπόταν! Ένιωθε ενοχές και καταριόταν τον εαυτό του. Και όσο περισσότερες ήταν οι ενοχές που τον κυρίευαν, τόσο μεγαλύτερη ικανοποίηση ένιωθε…
- Φέρε μου, αν μπορείς τη λίστα με τα σημερινά ραντεβού, είπε δίχως να γυρίσει να κοιτάξει το δυστυχισμένο πλάσμα που είχε αποσβολωθεί στο γραφείο κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή χωρίς να τη βλέπει.
Πάνω στο γραφείο τον περίμενε μια όμορφη ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα σε όλα τα χρώματα και φανταχτερά λίλιουμ. Δίπλα της υπήρχε ένα πακέτο τυλιγμένο με πολύχρωμο χαρτί και με ένα ροζ φιόγκο επάνω του. Πήρε στα χέρια του τη μεγάλη, φορτωμένη ανθοδέσμη και πλησίασε τα πανέμορφα λουλούδια στη μύτη του. Ρούφηξε έντονα το μεθυστικό άρωμα που ανέδιδαν μέχρι που αισθάνθηκε μια ελαφρά ζάλη. Από το σπάγκο που κρατούσε δεμένα τα λουλούδια κρεμόταν μια μικρή λευκή καρτούλα. «Χρόνια πολλά λατρεμένε μου!» και κάτω από τη φράση το όνομα της Σιμών σε καλλιγραφία. Συγκινήθηκε. Πόσο άδικα της είχε φερθεί… Σήκωσε από τη λεία σκουρόχρωμη επιφάνεια του γραφείου το τυλιγμένο δώρο. Ξεκόλλησε υπομονετικά τα μικρά κομμάτια της ταινίας που συγκρατούσαν το περιτύλιγμα με προσοχή για να μην το σκίσει, σα να ήταν ακόμη κι αυτό το χαρτί ένα αναπόσπαστο τμήμα του δώρου. Αφού το ξετύλιξε, έφερε στο φως ένα δερματόδετο άλμπουμ. Σκέφτηκε πως αυτό ήταν όλο κι όλο το δώρο του: ένα άλμπουμ για να τοποθετήσει φωτογραφίες. Έκανε να το αποθέσει πάλι πάνω στο γραφείο, όταν έξαφνα αισθάνθηκε ένα προαίσθημα. Το έπιασε τρυφερά με τα δυο του χέρια και το άνοιξε. Δεν ήταν ένα άδειο άλμπουμ, όπως αρχικά νόμισε. Από την πρώτη ως την τελευταία του σελίδα ήταν κατάσπαρτο από κολλημένες φωτογραφίες, φωτογραφίες αυτού και της Σιμών, επιμελώς διαλεγμένες μία προς μία. Κάτω από κάθε φωτογραφία υπήρχε μια ολιγόλογη παράγραφος με μικρά, καλλιγραφικά γράμματα, το χαρακτηριστικό γράψιμό της. Διάβασε κανα–δυο από αυτές. Ήταν σχόλια που υπενθύμιζαν στον αναγνώστη μικρές, απρόσμενες λεπτομέρειες από τα γεγονότα που αναπαριστάνονταν στις φωτογραφίες. Φυλλομέτρησε το άλμπουμ. Πολλές σελίδες ήταν διακοσμημένες με καρδούλες, συννεφάκια, νεράιδες και αγγελάκια που εκείνη είχε ζωγραφίσει, επιστρατεύοντας όλη της τη δεξιοτεχνία στο σχέδιο.
Αισθάνθηκε πως ήθελε να κλάψει, να κλάψει γοερά με λυγμούς, να κλάψει μέχρι να στερέψουν τα μάτια του, να σωθούν όλα τα δάκρυα που είχε συγκεντρώσει από την πρώτη στιγμή που είχε εμφανιστεί σ’ αυτό τον κόσμο. Στο νου του έφερε την πολυαγαπημένη εικόνα της Σιμών, της δικής του Σιμών, της γυναίκας που έμελλε να μείνει στο πλάι του ως τα βαθιά γεράσματα, δίχως ποτέ να τον προδώσει και δίχως ποτέ να τον παντρευτεί… Την είδε να τον κοιτάζει με μάτια βουρκωμένα, όλο λύπη. Ήταν ένα λεπτεπίλεπτο πλάσμα που η ζωή του ισορροπούσε πάνω στο τεντωμένο σχοινί του άστατου χαρακτήρα του Ντανιέλ, και όποτε το σχοινί ταλαντευόταν κάτω από τα πόδια της, εκείνη έπεφτε και μάτωνε, μα ξανανέβαινε κάθε φορά το ίδιο παθητικά, το ίδιο αδιαμαρτύρητα πάνω σ΄ αυτό και ξαναϊσορροπούσε. Δεν του είχε φταίξει σε τίποτα, μόνο αγάπη ήθελε να του προσφέρει. Δεν έφταιγε εκείνη για την ηλικία της. Ούτε έφταιγε για το ότι ο χρόνος μάραινε τις χάρες της νεότητάς της. Τη φαντάστηκε σα μια μικρή, γλυκιά καρδούλα που χτυπούσε μόνο όσο βρισκόταν στο πλάι του και όσο εκείνος της φερόταν με αγάπη, στοργή και καλοσύνη. Μια καρδούλα που απειλούνταν να πάθει εκτεταμένο και θανατηφόρο έμφραγμα όποτε την άφηνε μόνη, ή την κακομεταχειριζόταν.
Τα συναισθήματα τον πλημμύρισαν και του έφραξαν το λαιμό. Τα φουρτουνιασμένα κατάβαθά του ανέβηκαν ως τα μάτια του και τα έκαναν να βουρκώσουν. Εκείνη τη στιγμή ήταν ολάκερος μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί και να σκορπίσει σε μυριάδες κομμάτια παντού τριγύρω. Έτρεξε σαν τρελός προς την αίθουσα αναμονής όπου ήταν το γραφείο της Σιμών, κυνηγημένος από αφηνιασμένες Ερινύες, πελώρια γυναικόσχημα όρνεα που τον κέντριζαν και τον μαστίγωναν σε κάθε βήμα. Στάθηκε με τρεμάμενα πόδια μπροστά της, με στήθος που ανεβοκατέβαινε άτσαλα και άρρυθμα από το λαχάνιασμα. «Σ΄ αγαπώ!» της φώναξε. Εκείνη τον κοίταξε με μάτια επίσης βουρκωμένα. Πετάχτηκε ορθή από την καρέκλα της και τον πλησίασε δειλά. Την αγκάλιασε με όλη τη δύναμη που είχε συσσωρευτεί εντός του, τόσο που κόντεψε να την πνίξει. Αντάλλαξαν λόγια λατρείας και αιώνιους όρκους αφοσίωσης. Συμφιλιώθηκαν.
Έπειτα μπήκαν και οι δυο, χέρι με χέρι στο γραφείο του Ντανιέλ κι έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. Η ώρα ήταν πέντε και μισή. Χαριεντίστηκαν, χαϊδολογήθηκαν αρκετά λεπτά. Έπειτα αποφάσισαν πως θα ξανάπαιζαν το παιχνίδι του αφέντη και της δούλας. Ήταν μια τελετουργική πράξη που δεν έπρεπε να χαθεί από τη ζωή τους.
- Έλα κοντά μου παλιοθήλυκο! Φώναξε τάχα αγριεμένος ο αφέντης.
- Δεν ξέρω… φοβάμαι…
- Τι φοβάσαι; Σε διατάζω και θα υπακούσεις!
Το κέφι ήρθε και πάλι, όπως παλιά. Ήταν δυο χαρούμενα παιδιά που ανακάλυπταν τον έρωτα για πρώτη φορά. Η Σιμών επιστράτευσε όλο το ταλέντο της για να είναι όσο το δυνατό πειστικότερη στο ρόλο της. Ο Ντανιέλ δε νοιαζόταν και πολύ για τις λεπτομέρειες. Για αυτόν πιότερη σημασία είχαν οι φράσεις αυτές καθ΄ εαυτές. Ο ρόλος του αφέντη του φαινόταν εύκολος, μιας και τον έπαιζε, ούτως ή άλλως, κάθε στιγμή της ζωής του, στο αμφιθέατρο, στο σπίτι, στο αυτοκίνητο… τον ήξερε καλά. Δεν ήταν, επομένως, ένας ρόλος αταίριαστος στην ιδιοσυγκρασία του.
- Με συγχωρείς αφέντη, μα νομίζω πως κάτι κακό θα πάθω αν έρθω κοντά σου.
- Δεν νομίζω πως το μυαλό σου είναι τόσο σύνθετο ώστε να καταλήγει σε τέτοια συμπεράσματα.
- Μα δεν συμπέρανα τίποτε. Απλώς διαισθάνθηκα…
- Η διαίσθηση ανήκει στα ζώα… Σ’ αυτό, τουλάχιστον, είσαι συνεπής.
- Μάλιστα, αφέντη, απάντησε υποτακτικά η δούλα.
- Μη μου αντιμιλάς εμένα, γιατί θα σε χαστουκίσω!
Καμία απάντηση. Ο Ντανιέλ, αντιλήφθηκε ένα αδιόρατο φόβο να πλανάται στον αέρα. Ένα φόβο εντελώς αληθινό, απτό. Κάπου στο βάθος του παντελονιού του υπήρχε το όργανό του, μα δεν έδειχνε σημεία ζωής. Προσπάθησε να το ξεχάσει και μηχανεύτηκε τα επόμενα λόγια που θα έλεγε.
- Λοιπόν, περιμένω να μου πεις αυτό που θέλεις, αξιοθρήνητο δουλικό…
- Να, κύριε, θυμήθηκα πως σήμερα έχετε τα γενέθλιά σας και πολύ χάρηκα.
«Αυτά τα καταραμένα γενέθλια μπήκαν τώρα και στο ρόλο. Θέλω να δω πότε θα καταφέρω να απαλλαγώ απ΄ αυτά!» Σκέφτηκε, μα είπε:
- Γιατί χάρηκες εσύ;
- Γιατί μου δίνεται η μεγάλη τιμή, μια φορά το χρόνο να σας ευχηθώ για μακροζωία και ευτυχία.
- Ευχαριστώ. Μπορείς να με απαλλάξεις τώρα από την παρουσία σου;
Εκείνη τον πλησίασε. Πήγε πίσω του και, έτσι όπως ήταν αυτός καθισμένος με όλη την άνεσή του στην καρέκλα του γραφείου, άρχισε να τον χαϊδολογά, να χώνει τα δάχτυλά της μες στα μαλλιά του. Ο Ντανιέλ έκλεισε τα μάτια σε μια ύστατη προσπάθεια να προκαλέσει τη στύση, που, ωστόσο, δεν έλεγε να έρθει. Το όργανό του έδειχνε να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. «Δε μπορώ να καταλάβω τι έπαθα… σ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας είχα μια στύση που δεν έλεγε να τελειώσει και τώρα που κάνω τόσες προσπάθειες για να ερεθιστώ, δεν τα καταφέρνω… αυτό είναι απ΄ τα άγραφα…» Τρομοκρατήθηκε από τη διαφαινόμενη ανικανότητα που τον έπληττε την πιο κρίσιμη στιγμή. «Ποτέ δεν την απογοήτευσα στο θέμα του έρωτα και να που τώρα είμαι ένας ανίκανος, ένας γελοίος!» Σκέψεις όλο απελπισία τον κυρίευσαν και μείωσαν ακόμη περισσότερο την πιθανότητα να πετύχει την πολυπόθητη στύση. Η γυναίκα ακούμπησε γαργαλιστικά τα χείλη στον αυχένα του και τον φίλησε. Ανάσανε πολύ κοντά πάνω στο δέρμα του, όντας βέβαιη πως αυτό τον ερέθιζε. Τον ήξερε καλά, ήξερε όλα τα διεγερτικά σημεία του σώματός του και μπορούσε να τα καταμετρήσει ένα προς ένα, σαν να απάγγελνε ποίημα. Τα δραστήρια χέρια της άφησαν τα μαλλιά του και κατέβηκαν ως τους ώμους του. Του ξεκούμπωσε αργά το πουκάμισο και ακούμπησε τις παλάμες τις στο τρίχωμα του στέρνου του. Όρθια καθώς στεκόταν πίσω από την πλάτη του, έσκυψε και με το δεξί της χέρι άγγιξε το παντελόνι στο σημείο όπου υπόκειντο το πέος του. Ψαχούλεψε την επιφάνειά του σε όλη την έκταση για να σιγουρευτεί τελικά πως εκεί πέρα δεν υπήρχε τίποτα, απολύτως τίποτα γι αυτήν. Παραξενεύτηκε. Με αργές κινήσεις μάλαξε την περιοχή όσο πιο έντεχνα μπορούσε, μα και πάλι δεν κατάφερε τίποτα. Για λίγα δευτερόλεπτα ο Ντανιέλ έπαψε να νιώθει την ανάσα της στην πλάτη του. Είχε σταματήσει τις προσπάθειες• είχε απογοητευτεί. Ο Ντανιέλ πίεσε τον εαυτό του, έφερε στο νου του κάθε δοκιμασμένο φετίχ… τίποτα. «Θεέ μου, αυτό ήταν. Έγινα ένας ανίκανος, ένας άντρας δίχως αντρισμό. Τι θα απογίνω; Τι θα σκεφτεί η Σιμών για μένα; Μήπως τιμωρούμαι για τις κακές πράξεις που έκανα σήμερα;» Επανέλαβε την τελευταία φράση που είχε πει:
- Μπορείς να με απαλλάξεις τώρα από την παρουσία σου; Δε σε χρειάζομαι άλλο.
Θαρρούσε πως θα κρυβόταν πίσω από το ρόλο του. Η Σιμών, όμως, δεν ξεγελάστηκε. Αφού δεν είχε καταφέρει να τον ερεθίσει με τα χάδια που του έκανε επί τόση ώρα, αυτό σήμαινε πως κάτι άλλο συνέβαινε. Ήξερε από τη μακρόχρονη πείρα της, πως κανένας ρόλος δεν ήταν ικανός να κατασιγάσει τον εύκολο ερεθισμό του Ντανιέλ• όταν έφτανε στο ανώτερο σημείο του πόθου του έχανε τα λόγια του, ξεχνούσε παντελώς το ρόλο που μέχρι πρότινος έπαιζε και έπεφτε με όλη την πνιγηρή ορμητικότητά του πάνω της. Να, όμως, που τώρα δεν ανταποκρινόταν. Η Σιμών απόκλειε όλα αυτά να ήταν μες στο ρόλο. Αποθαρρύνθηκε και έκανε να φύγει.
- Βλέπω, όντως, πως δε με χρειάζεσαι άλλο. Πηγαίνω στο γραφείο. Αν χρειαστείς κάτι, φώναξέ με.
- Γιατί δε διαμαρτύρεσαι, επιτέλους! Η απελπισμένη αντρική φωνή την πρόφτασε πριν βγει από το δωμάτιο. Εκείνη κοντοστάθηκε δίπλα στην πόρτα και γύρισε προς αυτόν.
- Μα… κανένας δούλος δεν έχει το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί…
Τα λόγια της ήταν ειρωνικά και δηκτικά, μα ακόμη πιο ειρωνικό ήταν το χαμόγελό της. Έκρυβε κάποιο ψιμύθι κατηγορίας εναντίον του. Έπιασε κοροϊδευτικά την άκρη της φούστας της και την ανασήκωσε λίγο, υποκλινόμενη με θεατρινίστικη υπερβολή.
Ο Ντανιέλ, παρόλη την απελπισία του, αποφάσισε να μην το βάλει κάτω και να μην της επιτρέψει να φύγει και να τον αφήσει έτσι γελοίο και ανήμπορο. Ο εγωισμός του δε μπορούσε να ανεχτεί κάτι τέτοιο. Με βαριά και αυστηρή φωνή της είπε:
- Δούλα, η απάντησή σου με ικανοποίησε πολύ. Γι αυτό κέρδισες το δικαίωμα να μείνεις λίγο ακόμη σ΄ αυτό το δωμάτιο.
Η Σιμών δεν καταλάβαινε. Γιατί, άραγε, επέμενε αφού όλα είχαν τελειώσει; Μήπως, έπρεπε να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία; Αναλογίστηκε την ψυχική ένταση που είχαν περάσει οι δυο τους λίγες στιγμές πριν και αμέσως ο νους της φωτίστηκε. «Πώς δεν το σκέφτηκα! Ο καημενούλης είναι ακόμη επηρεασμένος από αυτό. Κι εγώ η ηλίθια δεν έδειξα την απαραίτητη υπομονή. Μετά από έντονο στρες απαιτείται μια περίοδος προσαρμογής… ναι, αυτό είναι!»
- Στις διαταγές σας, άρχοντά μου. Η επιθυμία σας διαταγή.
Μήπως έπρεπε να αποσώσουν, επιτέλους, μ΄ αυτό το χαζό παιχνίδι και να φερθούν σαν ενήλικοι; Με το να επιμένουν σ΄ αυτό δεν κατάφερναν τίποτα περισσότερο από το να σπαταλούν το χρόνο τους. Η ώρα περνούσε. Σε λίγο θα έπρεπε να ανοίξουν το ιατρείο για το κοινό. Ο Ντανιέλ επίμονα συνέχισε:
- …Και, για να μην επιβαρύνεις την ατμόσφαιρα με την ασήμαντη παρουσία σου, έτσι χωρίς κανένα αντάλλαγμα, σε διατάζω να βγάλεις τα ρούχα σου μετά μουσικής.
- Να κάνω, δηλαδή, στριπτίζ;
Η ιδέα της φάνηκε καλή, αλλά είχε ταυτόχρονα και την επίγνωση πως δεν τους απέμενε αρκετός χρόνος για κάτι τέτοιο. Της ξέφυγε:
- Ντανιέλ, είναι έξη παρά δέκα. Στις έξη ανοίγουμε για τους ασθενείς. Ίσως μερικοί απ΄ αυτούς να στέκουν ήδη έξω από το ιατρείο στο διάδρομο του ορόφου και να περιμένουν πότε θα ανοίξει η πόρτα για να μπουν.
Ο Ντανιέλ έκανε ένα μορφασμό έντονης δυσανασχέτησης.
- Τα χάλασες όλα! Τώρα δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε.
Η Σιμών θύμωσε κι αυτή.
- Δεν τα χάλασα εγώ. Εσύ τα χάλασες. Δε θυμάμαι ποτέ να δυσκολεύτηκες τόσο να ερεθιστείς μαζί μου.
Αυτό ήταν. Τα καταδικαστικά λόγια της τον ξεγύμνωσαν και τον έκαναν να ντρέπεται για την οικτρή εμφάνιση της γύμνιας του. Το όργανό του, που ποτέ άλλοτε δεν τον είχε απογοητεύσει, που ποτέ δεν τον είχε φέρει σε αμηχανία, τώρα έστεκε νεκρό, άβουλο, ζαρωμένο, ανίκανο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση από μόνο του, έστω και μία μόνο σύσπαση. Τα ερωτικά λόγια και οι όρκοι αιώνιας αφοσίωσης που μόλις προ ολίγου είχαν με πάθος ανταλλάξει, έμοιαζαν τώρα πολύ μακρινά, γυμνά και αποστερημένα από τη συναισθηματική φουρτούνα που τους είχε πρωτύτερα πλημμυρίσει. Υπήρχαν ζητήματα πιο πρακτικά που έχρηζαν άμεσης αντιμετώπισης, όπως το ζήτημα της ανικανότητας του Ντανιέλ και της εν γένει περίεργης συμπεριφοράς του.
Όρθια όπως στεκόταν και με βλέμμα επικριτικό και υποψιασμένο τον ρώτησε:
- Θα μου πεις, λοιπόν, τι σου συμβαίνει; Υπάρχει, μήπως, κάποια άλλη στη ζωή σου;
Αν υπήρχε άλλη! Πόσο μακριά από την πραγματικότητα ζούσε η δύστυχη… Ώστε αυτό την ένοιαζε να μάθει; Αν υπήρχε άλλη; Ο κόσμος ολάκερος κατέρρεε σαν ντόμινο την ημέρα εκείνη για τον Ντανιέλ και η Σιμών δεν είχε ψυλλιαστεί το παραμικρό –και πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να φανταστεί όλα όσα ο αγαπημένος της είχε κάνει στη διάρκεια μισής μόνο ημέρας…
- Σε ρώτησα κάτι και δεν μου απάντησες. Το ύφος της ήταν επιτακτικό.
Ο Ντανιέλ σκέφτηκε τη Ναντίν, τη φοιτήτρια που τόσο πολύ τον είχε ενθουσιάσει. Κι όμως, ένιωθε αποστασιοποιημένος από την εμπειρία που είχε μαζί της. Στο μυαλό του φάνταζε σαν κάτι μεταφυσικό, σαν κάποιο γεγονός που δεν είχε ζήσει, παρά πιότερο το είχε φανταστεί. Η Ναντίν ήταν ένα πρόσωπο που ξεμάκραινε συνεχώς από κοντά του, ώσπου έγινε μονάχα ένας κόκκος άμμου, ένα αόρατο σημείο στον ορίζοντα. Απόρησε με τον εαυτό του για πώς μια τέτοια ασήμαντη κοπελίτσα είχε καταφέρει να τον εξωθήσει στα όρια της σεξουαλικής έξαψης. Πώς ήταν δυνατό; Τώρα, καθώς τη σκεφτόταν, έμοιαζε περισσότερο με κάποιο αξιοθρήνητο πλάσμα που ποτέ δε θα μπορούσε να τον συγκινήσει. Είχε ήδη απολέσει από τη μνήμη του ολάκερο το σώμα της• μήτε το πρόσωπο, μήτε τα στήθη της μπορούσε να θυμηθεί. Ήταν μια ανάμνηση χαμένη μες στη λήθη.
Η Σιμών άφησε το επικριτικό και αυταρχικό ύφος και πήρε ένα ύφος ικετευτικό και κακόμοιρο. Τώρα, πια, ο Ντανιέλ δεν τη λυπόταν. Τώρα τη μισούσε. Τη μισούσε για τη νεανική δροσιά που μια για πάντα είχε χάσει, για την υπερβολική της αγάπη και προσήλωση στο πρόσωπό του, για το δυσοίωνο μέλλον που κουβαλούσε πάνω της.
- Τι άλλαξε, Ντανιέλ; Σου έκανα κάτι κακό; Έφταιξα σε κάτι και δεν το συνειδητοποίησα; Πες μου, σε παρακαλώ. Σου υπόσχομαι πως, αν κάτι δε σου αρέσει σχετικά με μένα, είμαι πρόθυμη να το αλλάξω. Βοήθησέ με να σε καταλάβω… μην είσαι τόσο απόμακρος.
Είχε γίνει αξιοθρήνητη. Του προξενούσε ναυτία. Τη θεώρησε αποκλειστικά υπεύθυνη για τη δυστυχία του. Όλα όσα του έφταιγαν στη ζωή τα έριξε επάνω της, σα να ήταν ένα κάδος απορριμμάτων, σα να ήταν μια χωματερή που χωνεύει κάθε χρησιμοποιημένο και άχρηστο αντικείμενο.
- Δε φταις σε τίποτα εσύ. Εσύ δεν άλλαξες ποτέ, είσαι η ίδια γυναίκα που ερωτεύτηκα και αγάπησα. Αυτός που άλλαξε είμαι εγώ. Δεν είμαι πια ο ίδιος, Σιμών.
Κι έτσι, ήταν• δεν έλεγε ψέματα. Όταν απόσωσε τα λόγια του, ένα κουρασμένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της γυναίκας. Ήταν ένα χαμόγελο από αυτά που δηλώνουν συμβιβασμό και ανημποριά… και ήττα.
- Σε καταλαβαίνω…
- Αλήθεια; Ο Ντανιέλ παραξενεύτηκε με τη δήλωσή της, γιατί ήταν σίγουρος πως δε θα της ήταν μπορετό να τον καταλάβει ποτέ.
- Ναι, Ντανιέλ… σε καταλαβαίνω. Υπάρχει κάποια άλλη στη ζωή σου, έτσι δεν είναι; Σίγουρα για κάτι τέτοιο πρόκειται. Όταν ένας άντρας λέει πως έχει αλλάξει, δε μπορεί παρά να εννοεί αυτό. Είναι νεότερή μου; Δεν περίμενε την απάντηση γιατί η ερώτησή της ήταν ρητορική. Φυσικά και είναι. Εγώ πάλιωσα, πλέον• γερνάω αργά και σταθερά. Δεν είμαι καν γυναίκα. Όταν κάποιος φτάνει στα γεράματα, αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με πίθηκο, παρά με άνθρωπο.
Παραλογιζόταν. Είχε φτάσει πολύ μακριά στις συσχετίσεις.
- Θέλω να μου το πεις κατάμουτρα. Δε σε ερεθίζω πια, έτσι δεν είναι; Πες το, λοιπόν… μη φοβάσαι. Ακόμη και τα μέρη του κορμιού μου που πάντα ήταν το φετίχ σου, δε σου προκαλούν πλέον ούτε το παραμικρό ρίγος επιθυμίας. Ξέρεις… κάποιες στιγμές έχω την αίσθηση πως είμαι ένα σακί γεμάτο με σκουπίδια και αποτροπιαστική βρώμα. Μυρίζω τον εαυτό μου και νομίζω πως ζέχνω από τη δυσωδία της ηλικίας. Δεν είμαι ακόμη παρά μονάχα τριάντα πέντε χρονών, θα μου πεις. Το ξέρω. Σε ρωτώ, όμως: Πόσα ακόμη χρόνια θα μπορώ να σταθώ επάξια στο πλάι σου; Πέντε; Δέκα; Όχι, δεν είναι περισσότερα. Θαρρείς πως δεν ξέρω το λόγο για τον οποίο σκαρφίστηκες όλα αυτά τα χαζά παιχνίδια με τους γραφικούς ρόλους; Σε κούρασα ερωτικά. Κορέστηκες από εμένα και δεν ξέρεις τι να με κάνεις. Σου είναι δύσκολο να με πετάξεις και να με απαρνηθείς, γιατί το ξέρω πως μ’ αγαπάς. Έτσι, όμως, πιέζεις τον εαυτό σου, αναλώνεσαι…
Της ξέφυγε ένας λυγμός, αλλά έκανε τρομακτική προσπάθεια για να εμποδίσει το θρήνο που ερχόταν από τα βάθη του «είναι» της. Προς στιγμή τα κατάφερε.
- Στάσου λίγο… Ο Ντανιέλ διέκοψε τον εκτενή μονόλογο, που έμοιαζε πιότερο με μοιρολόι. Ήθελε να της πει πως όλα όσα έλεγε ήταν υπερβολές, πως δεν είχαν έτσι τα πράγματα. Αυτό, όμως, που τον πείραζε περισσότερο, ήταν πως τα λόγια της έκρυβαν μεγάλη δόση αλήθειας. Στο νου του ήρθε η εικόνα του Ζαν και της πανέμορφης, εικοσιπεντάχρονης Μαρί… «Τυχερέ φιλαράκο…»
- Όχι, εσύ στάσου και άκουσε αυτά που έχω να σου πω. Ήθελα από καιρό να σου ανοίξω έτσι την ψυχή μου, να τη γυμνώσω ολότελα ενώπιόν σου. Τι ειρωνεία που αναγκάζομαι να το κάνω την ημέρα των γενεθλίων σου! Σου ζητώ συγνώμη αν γίνομαι μελοδραματική και ταπεινή μπροστά σου…
Κι άλλος λυγμός. Ήταν ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει σε γοερό κλάμα. Ο άντρας έμενε να την ακούει παθητικά, δίχως να έχει τίποτα να προσθέσει ή να αφαιρέσει στα λόγια της. Κάθε λίγο ένας ξερός σβώλος έφραζε το λαιμό του και ξεροκατάπινε για να τον καθαρίσει. Όσο, όμως ετοιμόρροπη και κλονισμένη κι αν φαινόταν, η Σιμών έβαλε τα δυνατά της, έσφιξε τις μικρές χαριτωμένες γροθιές της και συνέχισε:
- Ναι, λοιπόν, σε καταλαβαίνω. Σίγουρα η νέα σου σχέση θα είναι πιο ενδιαφέρουσα από τη δική μας, την τόσο πολυκαιρισμένη και καταρρακωμένη. Η νεαρή που σε έχει πλανέψει θα είναι σίγουρα πιο όμορφη από εμένα, όλη ζωή και μεθυστικούς χυμούς. Εγώ έχω πια στερέψει… Μακάρι να πέθαινα!
Το περίεργο ήταν πως το απόλυτο ξέσπασμα δεν έλεγε να έρθει. Ο Ντανιέλ είχε κουραστεί να το περιμένει από στιγμή σε στιγμή και αυτό ποτέ να μην του κάνει το χατίρι. Η Σιμών άρθρωνε με κρυστάλλινη ευκρίνεια την κάθε λέξη που έλεγε, σα να μην ήταν έτοιμη να καταρρεύσει, όπως αντίθετα έδειχνε. Όταν ο μονόλογος τελείωσε μια για πάντα και ό,τι είχε να πει το είπε, έμεινε ολόρθη και ακίνητη, με μια ανάρμοστη και παράταιρη υπερηφάνεια. Ήταν η ώρα να μιλήσει ο Ντανιέλ• έπρεπε κι αυτός κάτι να πει.
- Μην το λες αυτό, Σιμών. Ποτέ μην πεις ξανά κάτι τέτοιο! Τα λόγια του βγήκαν ξερά και άχρωμα.
- Ποιο… ότι γέρασα;
- Όχι. Ότι εύχεσαι να πεθάνεις.
Ο Ντανιέλ είχε πέσει στην παγίδα. Τόση ώρα δεν έβλεπε πως η Σιμών έριχνε άδεια τα δίχτυα της για να τα ανασύρει γεμάτα. Αίφνης, όλη εκείνη η απαρηγόρητη λύπη και ο αυτοοικτιρμός της Σιμών, μετατράπηκαν σε θυμό, που διαγράφτηκε σε όλο το δέρμα του προσώπου της και το ρυτίδωσε άγρια.
- Ώστε γέρασα! Φώναξε.
Ο Ντανιέλ τα έχασε. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, τον πλησίασε, άρπαξε ένα στυλό από τη στυλοθήκη του γραφείου του και του το εκσφενδόνισε. Τον βρήκε στο μεσόφρυδο. Εκείνος κάλυψε αντανακλα-στικά το πληγωμένο σημείο με την παλάμη του.
- Προς Θεού Σιμών! Σταμάτα, επιτέλους, τις υστερίες. Δε σου είπε κανείς πως γέρασες.
- Ούτε κανείς μου είπε το αντίθετο.
Δεν της απάντησε. Δεν είχε, εξάλλου, τι να απαντήσει. Τι μπορούσε να της πει; Πώς ήταν δυνατό να της εξηγήσει όλα όσα του είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα; Βίωνε μια αποκάλυψη αποκλειστικά δική του, μια αποκάλυψη γραμμένη από κάποιο θεόπνευστο χέρι και απευθυνόμενη μονάχα σ΄ αυτόν και σε κανέναν άλλο. Από τις έξη το πρωί που είχε ξυπνήσει και για δώδεκα ολόκληρες ώρες ήταν αδικαιολόγητα εκτός εαυτού. Τίποτα απ΄ όσα είχε κάνει, ή είχε πει δεν ήταν δικό του. Έμοιαζε με μαριονέτα που κινείται κατά πώς θέλει αυτός που κρατά τα σχοινάκια των αρμών της.
Η Σιμών, από την πλευρά της, ήταν φουρκισμένη και αγανακτισμένη. Είχε βάλει σκοπό να του εκμαιεύσει κάθε μυστικό, να κατανοήσει κάθε αιτία της παράξενης μεταμόρφωσής του. Γι αυτό θα μεταχειριζόταν όλη τη γυναικεία της ευρηματικότητα. Δεν ήταν πονηρή γυναίκα, ούτε φορτική για τον άντρα που αγαπούσε. Αντίθετα ήταν πάντα διακριτική και αυτάρκης. Τον αγαπούσε κι αυτή της η αγάπη της απαγόρευε να μετέρχεται αθέμιτων μέσων και τεχνασμάτων. Όμως, τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο• το έβλεπε. Φοβόταν μήπως η θλιβερή φάση της σχέσης τους την αποτρέλαινε. Γι αυτό ήταν διατεθειμένη να φτάσει στα άκρα. Θα χρησιμοποιούσε την ικεσία και την παράκληση, όπως και την ειρωνεία και τη θρασύτητα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ο σκοπός, εξάλλου, αγιάζει τα μέσα. Ο δικός της σκοπός ήταν κρίσιμος και ζωτικός όσο και η ίδια της η ζωή.
- Μήπως, αγαπητέ μου, ξύπνησες σήμερα το πρωί και ανακάλυψες με τρόμο πως ο αντρισμός σου έκανε φτερά; Συνόδεψε την κακία της με μια χειρονομία σαν να είχαν γίνει τα χέρια της φτερά.
- Όχι! Τι είναι αυτά που λες! Φώναξε όλος φοβισμένη άρνηση ο Ντανιέλ.
- Ώστε, έτσι, λοιπόν. Δεν σου σηκώνεται! Καημένε μου… Δεν πειράζει, όλοι οι άνθρωποι αργά ή γρήγορα φτάνουν σ’ αυτή την κατάσταση. Μόνο που εσύ έφτασες κάπως νωρίτερα… Θριαμβολογού-σε, ακόμη κι αν δεν εννοούσε σοβαρά αυτά που έλεγε.
Ο Ντανιέλ, δεν κατάλαβε πώς, μα ένιωσε έξαφνα να τον πλημμυρίζει ένα ορμητικό κύμα νευρικού γέλιου. Δεν έκανε τον κόπο να του φράξει το δρόμο και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια, ώσπου τα μάτια του δάκρυσαν και η φωνή του βράχνιασε, καθώς το γέλιο γινόταν όλο και περισσότερο διαπεραστικό και υστερικό. Η Σιμών έπεσε κι αυτή στην υστερία του κλαυσίγελου. Κάποτε και οι δύο σταμάτησαν.
- Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι, αγάπη μου; Η φωνή του είχε τώρα γίνει αναπάντεχα γλυκιά, έτσι όπως τη θυμόταν πάντα η Σιμών.
- Φυσικά. Ρώτα με ό,τι θέλεις.
- Τι θα έκανες αν ερχόταν το τέλος του κόσμου;
- Έλα, μην το βλέπεις πια έτσι. Δεν είναι δα και για αυτοκτονία η κατάστασή σου…
Θα υποτροπίαζε ξανά στον υστερικό κλαυσίγελο, αν δεν την προλάβαινε ο Ντανιέλ.
- Δεν μιλάμε για το ίδιο πράγμα, Σιμών. Σύνελθε λιγάκι και ξεκόλλα από τις ταπεινές και ευτελείς σου σκέψεις. Δεν αστειεύονταν διόλου• το έδειχνε ο σοβαρός του τόνος. Εκείνη τον κοίταξε για μια στιγμή. Τα τελευταία κύματα γέλιου είχαν κοπάσει μέσα της. Υιοθέτησε κι εκείνη τον ίδιο σοβαρό τόνο, σα να μαϊμούδιζε.
- Εσύ μίλησες μόλις τώρα για ταπεινές συνήθειες; Εσύ, που είσαι ο μοναδικός εφευρέτης των ξεπεσμένων ρόλων του αφέντη και της δούλας; Εσύ, που όποτε κάναμε έρωτα σημείωνες στο τεφτέρι σου και στο τέλος έκανες ένα τεράστιο, θλιβερό κατάλογο με το πόσες φορές κάναμε σεξ, απλά και μόνο για να αυτοϊκανοποιείσαι με τα νούμερα; Εσύ, που μου πρότεινες να φέρουμε μια πόρνη στο κρεβάτι μας; Όχι, αγαπητέ μου, μην αυταπατάσαι. Αν κάποιος από τους δυο μας είναι υπόδουλος ταπεινών συνηθειών και σκέψεων, αυτός ο κάποιος είσαι εσύ και μόνο εσύ.
- Σιμών, μιλώ σοβαρά. Θα μου απαντήσεις;
- Κι εγώ μιλώ σοβαρά. Από τότε που ανακάλυψα το κατάστιχο με τα στατιστικά των σεξουαλικών σου επιδόσεων, σταμάτησα να ευχαριστιέμαι τον έρωτα μαζί σου. Το ήξερες αυτό;
Γέλασε άγρια, αλλά μέσα της πονούσε που ξεστόμιζε τέτοια λόγια. Ένιωσε εξευτελισμένη και ταπεινωμένη ως τον κατώτερο βαθμό. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της συσπάστηκαν.
- Με ρώτησες τι θα έκανα την ημέρα που θα τέλειωνε ο κόσμος. Ε, λοιπόν, θα σου απαντήσω. Θα σε παντρευόμουν, έστω κι αν μεταχειριζόμουν βία για κάτι τέτοιο… Το είπε και ανακουφίστηκε. Τόσα χρόνια ποτέ δεν τόλμησε να του κάνει λόγο για γάμο. Έβλεπε τις μέρες, τους μήνες, τα χρόνια να περνούν και άφηνε την απόφαση στη μοίρα. Δεν ήθελε να τον πιέσει. Τώρα, όμως, είχε αγγίξει τα όριά της, είχε φτάσει στο απροχώρητο.
Ο Ντανιέλ έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να την κοιτά αμίλητος, σα να επεξεργαζόταν την πιθανότητα του γάμου. Κατέληξε, όμως, πως δεν υπήρχε πια καιρός γι αυτόν. Κανείς δεν παντρεύεται τη στερνή του μέρα…
- Προφανώς δεν έθεσα σωστά την ερώτηση. Δε σε ρώτησα τι θα έκανες αν τελείωνε ο κόσμος. Σε ρώτησα τι θα έκανες αν τέλειωνε ο κόσμος ΣΟΥ.
Η Σιμών δεν καταδέχτηκε να του απαντήσει. Κοίταξε το ρολόι της.
- Είναι έξη και δέκα, είπε. Πρέπει, επιτέλους, να ανοίξουμε το ιατρείο. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην αίθουσα αναμονής.
Ο Ντανιέλ κατσούφιασε. Είχε τόσα πολλά να κάνει και δεν προλάβαινε. Ήθελε τόσα πολλά να αποδείξει και δεν μπορούσε να επιλέξει από ποιο θα ξεκινούσε. Χωρίς να το συνειδητοποιήσει, πήρε το ύφος οσιομάρτυρα.
Η Σιμών, στάθηκε πίσω από την εξώπορτα του ιατρείου. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει: να ξαναμπεί στο γραφείο του και να τον παρηγορήσει, να μαζέψει τα πράγματά της και να τον αφήσει μόνο, ή να παραμείνει έτσι άπραγη και να παρακολουθήσει τη συνέχεια του δράματος; Τελικά, έκανε το τελευταίο, κάτι που, άλλωστε, δεν απαιτούσε και κανένα ιδιαίτερο κόπο…






0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου