Κεφάλαιο 10



6:15 μ.μ.








Οι δυο πρώτοι ασθενείς, ένας άντρας και μια γυναίκα, είχαν καταφτάσει και είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους στις πολυθρόνες της αίθουσας αναμονής, απέναντι από το μικρό γραφείο της Σιμών. Ο άντρας ήταν γύρω στα εξήντα και η γυναίκα αρκετά νεότερη• θα ‘ταν δε θα ‘ταν τριάντα πέντε χρονών. Είχαν και οι δύο πάρει την επίσημη στάση αναμονής, με το ένα πόδι πάνω στο γόνατο του άλλου και με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Δε μιλούσαν μεταξύ τους, ούτε καν κοιτάζονταν, σα να φοβούνταν πως οι πολλές οικειότητες και οι συζητήσεις είναι κι αυτές ένας από τους τρόπους μετάδοσης των ασθενειών. Στην ειδικότητα του Ντανιέλ ελάχιστες είναι οι ασθένειες που οφείλονται σε λοιμογόνους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η μηνιγγίτιδα, ή η εγκεφαλίτιδα, και μάλιστα τέτοιοι ασθενείς δεν απευθύνονταν σε ιδιωτικά ιατρεία, παρά πήγαιναν κατευθείαν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου. Τα περισσότερα περιστατικά που ο Ντανιέλ παρακολουθούσε είχαν να κάνουν με χρόνιες ασθένειες, με κλινική πορεία χαρακτηριζόμενη από εξάρσεις και υφέσεις, ή από υποτροπές. Το κύριο καθήκον του ήταν να παρακολουθεί σε τακτά χρονικά διαστήματα την πορεία της νόσου και να προσπαθεί να εντοπίσει με προσοχή τυχόν νέες εκδηλώσεις που αποτελούσαν προάγγελους επιδείνωσης, ή κακής πρόγνωσης.
Ο άντρας έδειχνε πολύ νευρικός και δεν έλεγε να σταματήσει να κουνά το πόδι που πατούσε στο δάπεδο, ενώ παράλληλα έξυνε κάθε τόσο το άλλο του πόδι. Έμοιαζε να μην τον χωρά ο τόπος, έτοιμος να εκσφενδονιστεί από το κάθισμά του ανά πάσα στιγμή και να αρχίσει να τρέχει γύρω–γύρω σαν τρελός. Το δεξί του μάτι ήταν καλυμμένο με λευκό επίδεσμο, πάνω στον οποίο είχε κολλήσει το διερευνητικό βλέμμα της Σιμών. Τον ήξερε καλά εκείνο τον άντρα• ήταν τακτικός πελάτης στο ιατρείο, αλλά πρώτη φορά τον έβλεπε με οφθαλμικό επίδεσμο. Θυμήθηκε τα λόγια του Ντανιέλ: «Αυτός ο Ζορζ Ντυπρέ είναι τελειωμένη υπόθεση. Είδες πώς κουνά ακατάπαυστα τα πόδια του; Αυτό εμείς το ονομάζουμε “σύνδρομο ανησύχων ποδιών” και ανήκει στις νευροπάθειες. Παρατήρησες το συνεχές ξύσιμο των ποδιών του; Αυτό οφείλεται επίσης σε αισθητική νευροπάθεια. Τελευταία, μάλιστα, μου είπε πως κάποιος ουρολόγος διέγνωσε πρωτεϊνουρία, που αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς. Ο τεχνητός νεφρός περιμένει με χαρά να τον καλωσορίσει. Τι να του κάνω; Μπορώ εγώ να του αλλάξω τίποτα; Όταν κανείς είναι ξερό κεφάλι δεν ωφελούν σε τίποτα οι γιατροί, όσο καλοί επιστήμονες κι αν είναι. Αν δεν ρυθμίσει το ζάχαρό του αυστηρά, να μου το θυμηθείς, θα καταλήξει με νεφρική ανεπάρκεια και διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Απορώ γιατί συνεχίζει και έρχεται στο ιατρείο, αντί να εισαχθεί στο νοσοκομείο, όπου θα ασχοληθεί ολόκληρη ιατρική ομάδα μαζί του προκειμένου να του ρυθμίσουν το ζάχαρο. Θαρρώ πως ο κόσμος είναι τρελός… Εσύ τι λες;» Τότε η Σιμών είχε ανασηκώσει τους ώμους της, μιας και δεν ήξερε τι να του απαντήσει.
Η γυναίκα, που καθόταν σε κάποια απόσταση από τον Ζορζ Ντυπρέ και έδειχνε να έχει απορροφηθεί στην ανάγνωση κάποιου από τα πολλά περιοδικά που ήταν αραδιασμένα πάνω στο χαμηλό τραπέζι, ονομαζόταν Κλωντέτ Μπερεζί και ήταν επίσης τακτική πελάτισσα του Ντανιέλ. Από τότε που εκείνος είχε εκμυστηρευτεί στη Σιμών τη διάγνωση της ασθένειάς της και της είχε εξηγήσει την προδεδικασμένη μοιραία κατάληξη της ασθενούς, εκείνη έχασε τον ύπνο της. «Σκλήρυνση κατά πλάκας», της είχε πει κουνώντας το κεφάλι, «και είναι τόσο νέα ακόμη η δύσμοιρη…». Το γεγονός πως και οι δύο γυναίκες είχαν την ίδια περίπου ηλικία, καθώς και ότι κάποια πρώιμα, μη ειδικά συμπτώματα της ασθένειας η Σιμών τα έβλεπε και στον ίδιο της τον εαυτό πού και πού, την έκαναν να ξυπνά πολλές φορές μες στη νύχτα με ταχυκαρδία και με νυγμούς διάσπαρτους σε όλο της το κορμί. Φυσικά, η Σιμών ήταν απόλυτα υγιής και όλα αυτά τα φανταζόταν, κάτι για το οποίο ο Ντανιέλ πάσχιζε επί αρκετό καιρό να την πείσει, καταριόμενος την ώρα και τη στιγμή που της είχε μιλήσει γι αυτή την ασθενή.
Κάποτε, άνοιξε η δίφυλλη, συρόμενη πόρτα του εξεταστικού δωματίου και από το άνοιγμά της ξεπρόβαλλε το κεφάλι του Ντανιέλ.
- Ω, καλημέρα σας δεσποινίς Μπερεζί! Καλημέρα και σε σας κύριε Ντυπρέ… τι έχει το μάτι σας και βάλατε επίδεσμο; Έκανε πως δεν ήξερε και υποκρινόταν ευγενικό ενδιαφέρον.
Ο Ζορζ Ντυπρέ κούνησε το κεφάλι πάνω κάτω και σούφρωσε το στόμα του. Έμοιαζε σα να έβλεπε ολοκάθαρα μπροστά του το τραγικό του τέλος.
- Τι να έχω, γιατρέ μου… τελικά το έπαθα: μερική αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Μου έκαναν εγχείρηση, αλλά δεν περιμένουν και πολλά. Με είχατε προειδοποιήσει, μα εγώ ο βλάκας δε σας άκουσα…
Ο Ντανιέλ έριξε μια διερευνητική ματιά στην Κλωντέτ που παρατηρούσε, για πρώτη φορά από τότε που είχε μπει στο ιατρείο, τον συνασθενή της. Έδειχνε αποσβολωμένη με τα λόγια του και στο πρόσωπό της είχε ζωγραφιστεί μια γκριμάτσα συμπόνιας ανάμικτης με φόβο. Ο Ντανιέλ δάγκωσε τα χείλη, γιατί κατάλαβε τη γκάφα του: με την αφελή ερώτηση που είχε απευθύνει στο Ζορζ είχε προκαλέσει την παραβίαση του ιατρικού απορρήτου. Βιάστηκε να πει:
- Ελάτε τώρα, σταματήστε… μη φοβόσαστε. Όλα θα τα φτιάξουμε. Εσείς έχετε σειρά;
Ο ηλικιωμένος άντρας έγνεψε καταφατικά.
- Ελάτε, λοιπόν, πάμε μέσα να τα πούμε…
Η Σιμών κοίταξε το Ντανιέλ. Ξαφνιάστηκε που τον άκουσε να μιλά τόσο ήρεμα και ευγενικά. Πώς μπορούσε να είναι τόσο ανεπηρέαστος και αξιοπρεπής μετά από όλο εκείνον τον καβγά που είχαν ελάχιστα λεπτά πριν; Μόνο εκείνη είχε γίνει ράκος; Για ένα δέκατο του δευτερολέπτου οι ματιές τους συναντήθηκαν. Της φάνηκε πως είδε μίσος στο βλέμμα του. Το δικό της βλέμμα ήταν απλά πονεμένο και γεμάτο θλίψη. Τον αγαπούσε.
Έπειτα, γιατρός και ασθενής χάθηκαν πίσω από τα φύλλα της πόρτας που έκλεισε…

Η ώρα ήταν επτά ακριβώς. Τα πρόσωπα μες στην αίθουσα αναμονής είχαν αλλάξει και είχαν πληθύνει. Ένας ασθενής την κοιτούσε αδιάκριτα, με έκδηλο ενδιαφέρον. Δεν άντεξε το επίμονο βλέμμα του και έσκυψε στο σημειωματάριό της με τη λίστα των ραντεβού. Στις επτά ακριβώς, σειρά για εξέταση είχε ο Ματιέ Ζιργκόφσκι, ο καταπιεστικός φιλαράκος του Ντανιέλ, που, όμως, δεν είχε ακόμη φανεί. Κοίταξε το ρολόι της: επτά και πέντε. Ευτυχώς που ο γιατρός έβλεπε ακόμη τον προηγούμενο ασθενή κι έτσι η σειρά των ραντεβού δεν είχε γίνει άνω κάτω. Στις επτά και επτά λεπτά, ο Ματιέ όρμησε μες στο ιατρείο.
Ήταν καλοντυμένος και ευδιάθετος όπως πάντα. Αν και είχε τα χρονάκια του –πρόσφατα είχε πατήσει τα πενήντα– έδειχνε πολύ γοητευτικός και καλοστεκούμενος. Οι πολλές συναναστροφές του με ανθρώπους κάθε λογής, από επιχειρηματίες μέχρι κακοποιούς, τον είχαν εφοδιάσει με μια πονηριά που δύσκολα μπορούσε κανείς να νικήσει. Ήξερε να αντιμετωπίζει με επιτυχία κάθε δύσκολη περίσταση και είχε αποκτήσει μια πελώρια γκάμα τρόπων κοινωνικής συμπεριφοράς, ώστε να τα βγάζει πέρα σε όλες τις συνθήκες. Αν τύχαινε να τον δεις σε κάποια επίσημη δεξίωση, δε θα μπορούσες να τον ξεχωρίσεις από την υπόλοιπη καλή κοινωνία, ούτε από το ντύσιμό του, μα ούτε και από τον τρόπο που χαιρετούσε, ή συζητούσε. Αν, πάλι, τύχαινε να τον αναγνωρίσεις μες στην αναστάτωση κάποιου από τους πολλούς καυγάδες που γίνονταν στα μαγαζιά του με το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, θα έβλεπες πως δε διέφερε ούτε σε δύναμη, ούτε σε προστυχιά από τους μπράβους του. Με άλλα λόγια ήταν ένας χαμαιλέοντας, ένα πλάσμα που η Θεία Πρόνοια του είχε χαρίσει την ικανότητα να μεταμορφώνεται, παίρνοντας το χρώμα και την υφή του περιβάλλοντος στο οποίο βρισκόταν. Πάνω απ΄ όλα, όμως, ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και ήταν εξίσου καλός σε οτιδήποτε κι αν έκανε.
Όπως, βέβαια, κάθε άνθρωπος σ’ αυτό τον κόσμο, όσο διακεκριμένος και σπουδαίος κι αν είναι, είχε κι ο Ματιέ μια αδυναμία στο χαρακτήρα του, ένα κουμπί, που αν ήξερε κανείς να το πατήσει, θα ήταν σε θέση να του κάνει τη ζωή μαρτύριο. Κι αυτή η αδυναμία δεν ήταν άλλη παρά η εμμονή με την υγεία του. Δεν ήταν ο τυπικός κατά φαντασίαν ασθενής που αναγνωρίζει κάθε λογής αρρώστια πάνω στο σώμα του. Όχι. Απλά, φοβόταν συνεχώς μην τυχόν αρρωστήσει και γι αυτό το λόγο δεν είχε αφήσει γιατρό που να μην επισκεφτεί. Τρελά ερωτευμένος με τη ζωή και τις χαρές που αυτή προσφέρει, το τελευταίο που επιθυμούσε ήταν η αρρώστια. Την απευχόταν, τη φοβόταν όπως ο διάβολος το λιβάνι. Κάθε μήνα κατανάλωνε δεκάδες δισκία με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, και έπινε διαλύματα από σκόνες φυσικών και συνθετικών πρωτεϊνών με το κιλό. Συμβουλευόταν ομοιοπαθητικούς, βελονιστές, χειροπρακτικούς, αρωματοθεραπευτές, μουσικοθεραπευτές, ακόμη και αστρολόγους. Το Ντανιέλ, όμως, τον εμπιστευόταν περισσότερο από όλους τους άλλους και τον επισκεπτόταν τακτικά. Σπάνια αρρώσταινε, γιατί όπως έλεγε «η αρρώστια χτυπά την πόρτα αυτού που δε φρόντισε να την κρατήσει μακριά».
Τελευταία, όμως, βασανιζόταν στ’ αλήθεια από επίμονους πονοκεφάλους που καταλάμβαναν το μισό του κρανίο και έκαναν τις αρτηρίες στους κροτάφους του να σφύζουν. Κάποιες φορές, μάλιστα, ταυτόχρονα με την έλευση της κρίσης, είχε ναυτία και τάση για έμετο. Τα είπε όλα αυτά στο Ντανιέλ, αλλά εκείνος δεν πήρε στα σοβαρά την περίπτωσή του, καθώς ήταν προκατειλημμένος εναντίον του. Διέγνωσε ημικρανίες και του σύστησε τα συνήθη αναλγητικά, χωρίς πολλή σκέψη, παραβιάζοντας την ιατρική δεοντολογία. Τελικά, όμως υπέκυψε στις αφόρητες πιέσεις του ασθενή του και του σύστησε να κάνει όλες τις σχετικές εξετάσεις, από τις πιο απλές ως τις πιο πολύπλοκες και ακριβές. Έτσι, ο Ματιέ υποβλήθηκε σε doppler καρωτίδων, σε εγκεφαλογράφημα, σε αξονική τομογραφία, σε νυσταγμογραφία, σε βιοψία κροταφικής αρτηρίας και σε πάμπολλες άλλες εξετάσεις, δόκιμες ή αδόκιμες. Καμία δεν έδειξε τίποτα παθολογικό. Η αρχική διάγνωση του Ντανιέλ επιβεβαιωνόταν και ισχυροποιούνταν. Ο Ματιέ, όμως, δε μπορούσε να συμβιβαστεί με το γεγονός πως, αφού δεν του έβρισκαν τίποτα παθολογικό, θα έπρεπε να ζει συμφιλιωμένος με τις ημικρανίες του, παίρνοντας απλά και μόνο τη συμπτωματική αναλγητική θεραπεία του. Έπρεπε να εντοπίσει την αιτία των επώδυνων κρίσεων. Έπρεπε να βρεθεί ο υπεύθυνος παράγοντας για να μπορέσει να τον ξεριζώσει αιτιολογικά μια για πάντα, ειδάλλως δε θα έβρισκε την ηρεμία του. Με το πες–πες, κατάφερε το Ντανιέλ να του συστήσει τομογραφία μαγνητικού συντονισμού. Έτσι, ο Ματιέ Ζιργκόφσκι υποβλήθηκε και σ’ αυτή την εξέταση. Ο Ντανιέλ είχε τα φιλμ από την προηγουμένη κιόλας ημέρα. Τα είχε μελετήσει και τα είχε βρει όλα φυσιολογικά. Αυτά, λοιπόν, τα αποτελέσματα ήταν ο λόγος που ο Ματιέ πήγε εκείνη την ημέρα στο ιατρείο. Επιτέλους, θα μάθαινε μια για πάντα τι ήταν αυτό που του προκαλούσε τους πονοκεφάλους…
Στάθηκε ευθυτενής και αγέρωχος μπροστά από το γραφείο της γραμματέως. Της χαμογέλασε με σεβασμό και ευπρέπεια και έκανε μια μικρή υπόκλιση.
- Ω, πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Ομολογώ πως απόψε είστε εκθαμβωτική. Της έπιασε όλος αβρότητα το χέρι και με απαλές και σίγουρες κινήσεις το έφερε στα χείλη του.
Η διαχυτικότητά του ήταν τέτοια που μερικά κεφάλια από τους ασθενείς που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους τεντώθηκαν για να μπορέσουν να δουν τι ακριβώς συνέβαινε. Βλέμματα καρφώθηκαν πάνω στη Σιμών και το Ματιέ και ένα σιγανό μουρμουρητό απλώθηκε μες στο δωμάτιο. Η κοπέλα είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους συμπεριφορά από μέρους του Ματιέ, μα εκείνη τη στιγμή έπρεπε να προστατέψει την αξιοπρέπειά της από τα σχόλια των περίεργων.
- Καλησπέρα σας κύριε Ζιργκόφσκι. Είχατε ραντεβού στις επτά ακριβώς και αργήσατε… έκανε παράλληλα μια χαρακτηριστική χειρονομία με τα χέρια της για να του δείξει πως έπρεπε να χαμηλώσει τη φωνή του.
- Δηλαδή έχασα τη σειρά μου;
- Όχι, όχι. Ευτυχώς για σας, ο γιατρός εξετάζει ακόμη τον ασθενή που ήταν πριν από εσάς στη λίστα αναμονής.
Ο Ματιέ χαμογέλασε και πάλι. Αυτή τη φορά το χαμόγελό του ήταν πιο πλατύ και τα σπινθηροβόλα μάτια του είχαν κάτι πρόστυχο. Υπήρχε κάτι στην όλη συμπεριφορά και την επιμελημένη εμφάνιση εκείνου του άντρα, κάτι που ποτέ δεν άρεσε στη Σιμών και την απωθούσε. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε, δίχως να πολυκαταλάβει την αιτία, μια αηδία. Δεν ήξερε πώς να περιγράψει αυτό που αισθανόταν. Ήταν μάλλον το ίδιο αηδιαστικό συναίσθημα που νιώθει κανείς όταν τον αναγκάζουν να χαϊδέψει ένα φίδι, η ίδια η αηδία που προκαλεί η γλοιώδης υφή του ερπετού…
Εκείνος έσκυψε πλησιάζοντας το πρόσωπό της και της ψιθύρισε στο αυτί:
- Πάρε, σε παρακαλώ, ένα δωράκι για τα γενέθλια του Ντανιέλ. Μην του το δόσεις όμως τώρα. Δώσε το όταν κλείσετε το ιατρείο. Να του πεις πως είναι από τον καλό του φίλο, το Ματιέ Ζιργκόφσκι… δηλαδή από εμένα. Χαμογέλασε θριαμβευτικά μετά τη δήλωσή του πως ήταν φίλος του γιατρού. Της έκλεισε το μάτι και της έβαλε στο χέρι ένα μικρό δεματάκι τυλιγμένο με μονόχρωμο ροζ χαρτί. Πάνω στο χαρτί δεν έγραφε τίποτα. Η Σιμών, διακριτικά και δίχως να ρωτήσει τι περιείχε εκείνο το δεματάκι, το πήρε και το έβαλε με προσοχή μες σε ένα από τα συρτάρια του γραφείου.
Κάποτε η πόρτα του εξεταστικού δωματίου άνοιξε. Ο Ντανιέλ είχε τελειώσει με τον προηγούμενο ασθενή.
- Περάστε κύριε Ζιργκόφσκι. Ο γιατρός περιμένει να σας δει, του είπε ευγενικά η Σιμών.
Εκείνος έκανε ακόμη μια ελαφρά υπόκλιση μπροστά της και τη χαιρέτησε με μια κίνηση προερχόμενη θαρρείς από κάποια παλιά εποχή. Όταν χάθηκε πίσω από τη συρόμενη, τζαμωτή πόρτα, η Σιμών έβγαλε ένα αναστεναγμό ανακούφισης.

- Ω, Ντανιέλ, αγαπητέ μου! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Ο Ματιέ πλησίασε το γιατρό με ανυπόμονο βήμα και του άπλωσε το χέρι. Ο Ντανιέλ κοίταξε το προτεταμένο χέρι για τρία δευτερόλεπτα, σα να σιχαινόταν να το πιάσει. Τελικά του έδωσε το δικό του και χαιρετήθηκαν σαν κύριοι.
- Χρόνια πολλά και να τα εκατοστίσεις! Σου εύχομαι μέσα από την καρδιά μου κάθε ευτυχία στη ζωή σου.
Φαινόταν να είναι ειλικρινής και οι ευχές του ένθερμες και από καρδιάς. Από την άλλη, ο Ντανιέλ διατήρησε το ίδιο ψυχρό και άνοστο ύφος με το οποίο τον είχε υποδεχτεί.
- Ευχαριστώ πολύ, Ματιέ. «Δε μπορείς να ελαφρύνεις τη θέση σου, όσες ευχές κι αν μου δόσεις. Είσαι ένα άθλιο υποκείμενο και θα σε κάνω να πληρώσεις γι αυτό. Αφού ο Θεός δε νοιάζεται να σε τιμωρήσει, θα σε τιμωρήσω εγώ. Δεν ξέρω ακόμη πώς, μα θα το κάνω… το ορκίζομαι».
Ο Ντανιέλ του έδειξε τη δερμάτινη πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο του.
- Παρακαλώ, κάθισε. Μη στέκεσαι όρθιος.
Ο Ματιέ έπεσε πάνω στην πολυθρόνα φαρδύς πλατύς και κάθισε αναπαυτικά, παίρνοντας μια στάση σα να ρέμβαζε στην πολυθρόνα του σαλονιού του. Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και έδεσε τα δάχτυλα των χεριών του πάνω στο γόνατο. Το χαμόγελο που είχε φορέσει δεν έλεγε να εξαφανιστεί. Έδειχνε χαρούμενος, απόλυτα ευτυχισμένος. Ο Ντανιέλ συμπέρανε ότι οι δουλειές του προφανώς πήγαιναν καλά.
Κι όμως, στα μάτια του Ντανιέλ ήταν ένας ασήμαντος ανθρωπάκος, ένας νάνος, ένα homunculus απ΄ αυτά που ζωγράφιζαν οι αλχημιστές μες στην κεφαλή σπερματοζωαρίου. Παρά το γοητευτικό του παρουσιαστικό, για τον Ντανιέλ ήταν ο πιο κακάσχημος άνθρωπος που είχε γνωρίσει• του προξενούσε ναυτία. Τον ενοχλούσαν τα μεγάλα σαρκώδη χείλη του, τα παθιασμένα μάτια του, η ολόισια μύτη του. Τα πάντα επάνω του τον ενοχλούσαν. Το πιο εξοργιστικό, όμως, από όλα, αυτό που ποτέ δε θα συγχωρούσε ούτε στο Ματιέ ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, ήταν πως είχε δεχτεί τη φιλία του, και πως εντός του ένιωθε κι εκείνος ένοχος και ατιμασμένος. Το γεγονός πως είχε μπλεχτεί οικειοθελώς στα δίχτυα του, πως είχε κι εκείνος δοκιμάσει λίγη από την κόλαση του κόσμου του, πως πολλές ήταν οι φορές που είχε προστρέξει στα περιθωριακά καταγώγια του και είχε δεχτεί δεκάδες εξυπηρετήσεις στο θέμα του αγοραίου έρωτα, τον έκανε να αισθάνεται φτηνός και χυδαίος, όχι και τόσο πολύ διαφορετικός από αυτό το σωματέμπορα. Τον μισούσε γιατί ήταν ο μοναδικός αξιόπιστος μάρτυρας της ίδιας του της ακόρεστης ανάγκης για σεξ, γιατί ήταν ο κλειδοκράτορας της μυστικής του καταισχύνης. Όσο ζούσε ο Ματιέ, τόσο τυραννιόταν από τύψεις ο Ντανιέλ.
Πολλές ήταν οι νύχτες που ξυπνούσε από τον ίδιο επαναλαμβανόμενο εφιάλτη: Εμφανίστηκε, τάχα, ένας άγγελος μπροστά του και του χάρισε ένα ζευγάρι φτερά για να τον πάρει μαζί του στον ουρανό. Ο Ντανιέλ ένιωσε τόσο ευτυχισμένος από το θεϊκό κάλεσμα που πήρε μεμιάς τα φτερά και τα τοποθέτησε στους ώμους του. Όταν ο άγγελος άρχισε να ανυψώνεται στον ουρανό, εκείνος κούνησε τις φτερούγες του για να τον ακολουθήσει. Έλα, όμως, που έμενε πάντα κολλημένος στη γη κι όσο κι αν ρίπιζε τον αέρα με τα φτερά του δεν κατάφερνε να ανυψωθεί. Κοίταξε κάτω προς τα πόδια του και, προς μεγάλη του απελπισία, είδε δυο χέρια να τον κραδαίνουν με ακατάβλητη δύναμη. Ήταν ο Ματιέ, γλοιώδης και χαμερπής, χωμένος ως το στήθος μες σε μια πηχτή λάσπη που έζεχνε βρώμα βόθρου. Κλώτσησε, συσπάστηκε σύγκορμος, μα δεν κατάφερε να γλιτώσει από τις αρπάγες. Κοίταξε προς τον ουρανό. Ο άγγελος είχε χαθεί…
Μόνο αν εξαφανιζόταν ο Ματιέ Ζιργκόφσκι, θα μπορούσε ο Ντανιέλ να αισθανθεί πλέρια και σ΄ όλη της την έκταση την απόλυτη ελευθερία του «είναι», μια ελευθερία που είχε αρχίσει να δοκιμάζει δειλά εκείνη την ημέρα. Μόνο τότε θα ανακτούσε τη χαμένη του αξιοπρέπεια και το πνευματικό ανάστημα που του έπρεπε. Ο Ματιέ Ζιργκόφσκι έπρεπε πάση θυσία να εκδιωχθεί, να εξατμιστεί, να διαλυθεί σε στάχτες. Κι αυτό έπρεπε να γίνει την ίδια εκείνη ημέρα, την ημέρα που τόσο εσώψυχα ένιωθε πως έμελλε να γίνει η πιο σημαδιακή ημέρα της ζωής του, η ημέρα του απολύτου και του μηδενός, μια ημέρα ανεπανάληπτη όπως είναι μόνο εκείνη της γέννησης κι εκείνη… του θανάτου. Κι αν ακόμη δεν του ήταν μπορετό να τον εξαφανίσει από τη ζωή, τουλάχιστον θα τον τιμωρούσε, θα τον καταδίκαζε μία και για πάντα…
Ο Ματιέ είχε άγνοια της μικρότητάς του, της ποταπότητας της πενηνταετούς ζωής του. Ποτέ δε σκάλισε την επιφάνεια για να δει τι υπάρχει κάτω απ’ αυτή. Ποτέ δεν υποψιάστηκε πως, πέρα από τα χρήματα και την καλοπέραση, υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι που μπορεί κανείς να το πάρει μαζί του στον τάφο, τη στιγμή που όλα τα υπόλοιπα μένουν απ΄ έξω κι αλλάζουν χέρια. Γέννημα Ουκρανών μεταναστών, έζησε δύσκολη παιδική ηλικία… ή μάλλον, δεν πέρασε ποτέ του τη φάση της παιδικής ηλικίας• για δυο μονάχα χρόνια ήταν νήπιο και τα υπόλοιπα σαρανταοχτώ ενήλικας. Έμαθε από νωρίς πως το χρήμα είναι το μοναδικό κλειδί της ευτυχίας, πως για να έρθει η ευτυχία πρέπει κανείς να έχει πολλά χρήματα και πως για να έχει κανείς πολλά χρήματα πρέπει με κάποιο τρόπο να παρανομήσει. Μπήκε, λοιπόν, στην παρανομία με όνειρα και φιλοδοξίες ισάξιες ενός Μεγάλου Αλεξάνδρου κι ενός Ναπολέοντα. Ξεκίνησε από τα χαμηλά, με μικροκλοπές και κοινές λωποδυτιές, αργότερα έφτασε στο στάδιο των μεγάλων παρανομιών, όπου το παραμικρό στραβοπάτημα θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τη δικαιοσύνη και κατέληξε στο υψηλότερο σκαλοπάτι της καριέρας του: στο νόμιμο έγκλημα. Όλη του η επαγγελματική σταδιοδρομία έμοιαζε πολύ με το αμερικανικό όνειρο που ακόμη και στην εποχή μας συνεπαίρνει πολύ κόσμο και τους αφιονίζει με την ψευδαίσθηση πως από το υπόγειο ενός ουρανοξύστη θα βρεθούν κάποια στιγμή στον τελευταίο όροφο, εκεί όπου εδράζεται η στρογγυλή τράπεζα των μεγαλομετόχων.
Στα τρία πολυτελή στριπτιζάδικα που είχε, προήγαγε ακούραστα τον πολιτισμό και την αισθητική. Εκεί μπορούσε να βρει κανείς τα πάντα στον τομέα της ψυχαγωγίας: μπορούσε να παίξει ρουλέτα, χαρτιά, να απολαύσει τον προκλητικό χορό πανύψηλων καλλονών, να πιει ένα ποτηράκι με τις κοπέλες, ή –αν ήταν γνωστός και έμπιστος θαμώνας– να φύγει από εκεί με διαλεκτή συντροφιά. Το πιο καινούργιο από τα τρία μαγαζιά διέθετε και ιδιωτικό χώρο προορισμένο για τους υψηλούς μόνο πελάτες, όπου μπορούσε κανείς να επιδοθεί στην πιο ακραιφνή διονυσιακή τελετή έχοντας στη διάθεσή του ανάκλιντρα, θεατρικές μάσκες, ένα βωμό και άφθονο κρασί. Ο χώρος αυτός δεν είχε πόρτα, ούτε κάποια φανερή είσοδο. Βρισκόταν πίσω από ένα τοίχο, που άνοιγε με ένα αρκετά περίπλοκο μηχανισμό από εντοιχισμένες ράγες και τροχαλίες τον οποίο έθετε σε κίνηση ένας μικρός πίνακας με κουμπιά. Μόνο ο Ματιέ γνώριζε το συνδυασμό ασφαλείας. Το μικρό αυτό μυστικό το γνώριζε ο Ντανιέλ, αφού ο ίδιος ο Ματιέ, προχωρώντας σε μια κίνηση εμπιστοσύνης προς αυτόν, του το είχε αποκαλύψει, χωρίς όμως ποτέ να τον προσκαλέσει εκεί.
Ο Ντανιέλ κοιτούσε τώρα το Ματιέ και ήταν απόλυτα σίγουρος για το ότι έπρεπε να τον τιμωρήσει, να τον κάνει να δει με τα ίδια του τα μάτια την ποταπότητά του, την οικτρή ρηχότητα της ζωής του. Πώς, όμως, μπορούσε να πετύχει κάτι τέτοιο; Έπρεπε το δίχως άλλο να καθίσει και να το σκεφτεί, να αποφασίσει μες στα λίγα διαθέσιμα λεπτά που ο σωματέμπορας θα βρισκόταν στο ιατρείο του, γιατί αν δεν προλάβαινε, το θύμα του θα γλίτωνε την τιμωρία και ο ίδιος θα έχανε το στοίχημα με την προσωπική του Ελευθερία. Δεν είχε χρόνο… έπρεπε να βιαστεί.
Είχε βάλει στόχο να σπάσει τα δεσμά των εξαρτήσεών του, να επιβιβαστεί στο μικρό μονοκάταρτο πλοιάριο και να πλεύσει προς την απόλυτη ελευθερία, προς τη δική του Άβαλον, τη δική του Νήσο των Μακάρων… Ήθελε να εξαϋλωθεί, να εξαγνιστεί, να πετάξει μακριά από τον κόσμο που τόσο τον είχε απογοητεύσει. Όλες οι ανάρμοστες πράξεις που είχε κάνει στη διάρκεια της ημέρας, μοναδικό σκοπό είχαν να διαρρήξουν τις αλυσίδες που τον έδεναν στη στέρφα γη της καθημερινότητας. Βασιζόμενος στο ακαθόριστο συναίσθημα του ανεπανάληπτου των πράξεων, του αδύνατου της επαύριον, συναίσθημα που κάποια αόρατη δύναμη του είχε φυτέψει την ημέρα των γενεθλίων του, ένιωθε πλέρια το χρέος για μετάβαση σε μια άλλη σφαίρα πραγματικότητας, σε μια σφαίρα μεταφυσική.
Άραγε, ήταν όλα αυτά σωστά; Μήπως υπέπεφτε στο μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής του; Μήπως λάθευε οικτρά θέτοντας ως μοναδικό στόχο του να σπάσει τα δεσμά που τον έδεναν μ’ αυτή τη ζωή; Κι αν ερχόταν το αύριο; Κι αν το αύριο τον πρόφταινε πριν εκείνος εξαϋλωθεί; Τότε τι θα έκανε; Πού θα έτρεχε να κρυφτεί; Ποιος απ’ όσους είχε αδικήσει μες σε μία και μόνη ημέρα θα τον έστεργε; Και ποια εχέγγυα είχε για να πιστεύει πως η απόλυτη ελευθερία έπρεπε να αποτελέσει τον τελικό του στόχο; Ποιος τον είχε διαβεβαιώσει για κάτι τέτοιο; Κι αν ο στόχος έπρεπε να στραφεί προς την ευτυχία, προς τη μακαριότητα με τη μεταφυσική της έννοια; Είναι η ελευθερία κλίμακα προς την ευτυχία; Αν η ελευθερία δεν οδηγεί στην ευτυχία γιατί να αποτελεί τον υπαρξιακό στόχο του Ντανιέλ; Αν αυτό ισχύει, τότε κανείς δεν πρέπει να την επιδιώκει, κανείς να μην ασχολείται μ’ αυτή. Τότε πρόκειται για μια έννοια πιότερο χιμαιρική. Ελευθερία έχει μονάχα ο Άνθρωπος, γιατί μπορεί να διαλέξει να κάνει είτε το καλό είτε το κακό. Αντίθετα, ο Θεός κι ο Διάβολος είναι η απόλυτη απόδειξη ανελευθερίας. Ο Πρώτος είναι αναγκασμένος να κάνει πάντα το καλό• ο δε Δεύτερος πάντα το κακό. Ο ένας υπάρχει γιατί υπάρχει ο άλλος. Και οι δυο τους υπάρχουν γιατί υπάρχει ο Άνθρωπος.
Ο Ντανιέλ τίναξε το κεφάλι του για να αποδιώξει τις αμφιβολίες που ξεπετάγονταν σαν τις κάμπιες από τα κουκούλια τους. Το σχέδιο που είχε καταστρώσει θα προχωρούσε και θα υλοποιούνταν δίχως καθυστερήσεις και δευτερογνωμίες: την τελευταία στιγμή της ζωής του θα αποκτούσε την απόλυτη Ελευθερία, θα γινόταν κοινωνός της. Είτε κάποιος πιστεύει στο Θεό, είτε στο Σατανά είναι το ίδιο ανελεύθερος και ανολοκλήρωτος. Ο Ντανιέλ δε θα υπέκυπτε στον πειρασμό να πάρει το μέρος του Καλού ή του Κακού. Πρόκειται για έννοιες που χειραγώγησαν την ανθρωπότητα από τις καταβολές της και τη βούτηξαν στο τέλμα. Την επαύριο θα μπορούσε η κοινωνία να συνεχίσει το κύλισμά της στον ίδιο βούρκο, δίχως όμως τον Ντανιέλ. Οπωσδήποτε χωρίς εκείνον…
- Ντανιέλ, είσαι καλά; Πού τρέχει ο νους σου;
Περιφερόμενος στις τροχιές των τρελών του σκέψεων, ο Ντανιέλ είχε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα και είχε απομείνει ακίνητος να θωρεί με αδειανό βλέμμα τον Ματιέ.
- Συμβαίνει κάτι; Τι έχεις;
Ο Ματιέ επέμενε, ώσπου κατάφερε να συνεφέρει το Ντανιέλ από τον οργασμό των συνειρμών.
- Νόμισα προς στιγμήν πως, ενώ με κοιτούσες επίμονα, δε με έβλεπες.
- Μην ανησυχείς, δεν έχω τίποτα.
- Α, μα εσύ θέλεις κάτι για να έρθεις στα πάνω σου! Στάσου να σκεφτώ… Προσποιήθηκε αποτυχημένα το στοχαστικό ύφος, αφού αυτό που ήθελε να πει το ήξερε ήδη και εδώ και μερικά λεπτά αδημονούσε να το μοιραστεί με το γιατρό του. Έβγαλε ένα επιφώνημα και είπε: Εύρηκα! Άκουσε, λοιπόν: Είναι δυο ξανθιές και περπατούν στο δρόμο. Σε κάποια στιγμή η μία γυρνά στην άλλη και της λέει…
- Ωχ, σταμάτα! Δε θέλω να ακούσω άλλο ανέκδοτο για ξανθιές. Ο Ντανιέλ προσποιήθηκε ύφος μάρτυρα που υπέφερε.
- Καλά, δε συνεχίζω. Αλλά έχω να σου πω κάποια ευχάριστα νέα που ίσως σου φτιάξουν το κέφι περισσότερο από ότι το ανέκδοτο με τις ξανθιές.
Ο Ντανιέλ δεν ήξερε πού το πήγαινε, μα τον προέτρεψε να πει αυτό που είχε να πει. Προπαντός έπρεπε να κερδίσει χρόνο για να ορίσει την τιμωρία που θα επέβαλλε σ’ αυτό το άθλιο υποκείμενο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε καταλήξει σε κάτι καλό και είχε αρχίσει να απελπίζεται.
- Ξέρεις, θα πουλήσω το πρώτο μαγαζί μου, το παλιότερο.
- Αλήθεια;
- Ναι. Θα το πουλήσω. Οι καιροί άλλαξαν και νομίζω πως οι δυνατότητές του είναι περιορισμένες πλέον.
- Δηλαδή, σκέφτεσαι να αποσυρθείς σιγά–σιγά από αυτές τις δραστηριότητες;
- Απεναντίας. Έχω ήδη ξεκινήσει την κατασκευή ενός άλλου μαγαζιού. Όταν ολοκληρωθεί θα εντυπωσιάσει τους πάντες! Κανείς ως τώρα δεν έχει κάνει κάτι ανάλογο. Είναι πρωτοποριακό, ιδιοφυές! Θα το δεις…
Άρχισε να του περιγράφει το μαγαζί που θα έφτιαχνε και όλες τις νέες, απίθανες δυνατότητες που αυτό θα προσέφερε στο φιλοθεάμον κοινό της πόλης. Μιλούσε με πάθος σα να ήταν να εξιστορούσε το πιο απίστευτο ανδραγάθημα στην παγκόσμια ιστορία. Ο Ντανιέλ τον άκουγε και το μίσος του για ‘κείνον γιγαντωνόταν, θέριευε. Όσο περισσότερα έλεγε ο Ματιέ, τόσο γινόταν μικρότερος, ασήμαντος, νάνος στα μάτια του. «Αν τον σκότωνα δε θα έκανα κακό μεγαλύτερο απ’ όσο αν ποδοπατούσα μια γλοιώδη σαύρα», σκέφτηκε με αληθινό μένος. Μια αναγούλα τάραξε τα σωθικά του και αυτό το πρωτόφαντο αντανακλαστικό τον ικανοποίησε γιατί έδειχνε πως εκείνος ολοένα ανέβαινε τα σκαλιά της ανωτερότητας, ενώ ο αντιπαθέστατος άντρας απέναντί του ολοένα και κατέβαινε με προορισμό το άπειρο τίποτα. Ωστόσο έμενε ακίνητος και επιμελώς απαθής να τον κοιτά με προσποιητή προσοχή. Όταν ο Ματιέ απόσωσε με τη θριαμβολογία του, εκείνος το μόνο που είπε ήταν ένα «μπράβο». Ο Ματιέ σάστισε με την απάθεια και την ψυχρότητα του γιατρού του. Θα ορκιζόταν πως ήταν άρρωστος, αφού δεν τον ενδιέφερε το θέμα. Έκανε τότε μια ύστατη απόπειρα να εντυπωσιάσει το φίλο του και να τον φέρει στα συγκαλά του.
- Σου έχω μια έκπληξη για το βράδυ…
- Θα μου την πεις;
- Ναι!
- Μα, τότε τι έκπληξη θα είναι; Ο Ντανιέλ τον ειρωνευόταν, έπαιζε μαζί του.
- Όταν λέω «έκπληξη», εννοώ κάτι που δεν το περίμενες. Ο Ματιέ δεν έχανε ποτέ την ψυχραιμία του. Μπορούσε να υπομένει τα ειρωνικά σχόλια μέχρι που ο συνομιλητής του να βαρεθεί και να σταματήσει. Αυτό το χαρακτηριστικό εμφανιζόταν μόνο απέναντι σε όσους σεβόταν και τον είχε σώσει πολλές φορές από τις κακοτοπιές. Απέναντι, όμως, σε όσους δε σεβόταν, δεν ήταν διατεθειμένος να ανεχτεί ούτε μύγα στο σπαθί του.
- Εντάξει, λοιπόν, σε ακούω…
- Θυμάσαι τη μυστική ιδιωτική αίθουσα στο νεότερο από τα τρία μαγαζιά μου; Θυμάσαι που σου είχα μιλήσει γι αυτή; Ο Ντανιέλ ένευσε καταφατικά. Τη θυμόταν. Ο Ματιέ ενθαρρυμένος συνέχισε: Απόψε, λοιπόν, την έκλεισα αποκλειστικά για σένα και τη Σιμών. Είναι όλη δική σας. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε όλες τις δυνατότητες που μπορεί να παρέχει. Αν το θελήσετε, θα έχετε και τρεις από τις πιο διαλεκτές κοπέλες. Τις έχω ενημερώσει από χθες για την περίπτωση. Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται;
Ο Ματιέ τον κοίταξε θριαμβευτικά. Αν ακόμη κι αυτό δεν προκαλούσε ενθουσιασμό στο γιατρό του, ε τότε, σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Ντανιέλ τα έχασε προς στιγμή. Πόσες και πόσες φορές δεν φαντασιωνόταν τον εαυτό του μες σ’ εκείνη την αίθουσα. Στο νου του ξεπήδησαν αμέτρητες δυνατότητες αισθησιασμού. Θα ζούσε, λοιπόν, ένα αληθινό ρωμαϊκό όργιο, μια διονυσιακή τελετή; Πόσες κοπέλες είπε πως θα τους παραχωρούσε; Τρεις; Άκουσε καλά; Μα, αυτό ήταν από τα άγραφα! Ήταν η τελευταία ελπίδα σωτηρίας της ημιθανούς σεξουαλικότητάς του. Πώς θα το έπαιρνε, άραγε η Σιμών; Θα το δεχόταν; Αναθυμήθηκε το δυσάρεστο τέλος που είχε το παιχνίδι τους με την πόρνη. Τότε του είχε αποκλείσει οποιαδήποτε παρόμοια εμπειρία στο μέλλον. Τα μάτια του άστραψαν αντανακλώντας τις φλόγες που έκαιγαν την ψυχή του.
Έξαφνα, όμως, συνήλθε από το ντελίριο της φαντασίας. Όλα αυτά ήταν ένας πειρασμός… ο τελευταίος πειρασμός. Όχι, δε θα ενέδιδε τώρα. Είχε φτάσει πολύ μακριά για να γυρίσει πίσω εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει το ίδιο εκείνο πρωί. Δε θα πρόδιδε το σκοπό στον οποίο είχε ταχτεί. Η Ελευθερία πάνω απ΄ όλα!
- Σ΄ ευχαριστώ για την πρόσκληση, μα δε θα μπορέσω να έρθω… απάντησε χαιρέκακα, κοιτάζοντας καταπρόσωπο το Ματιέ για να απολαύσει κάθε αδιόρατη σύσπαση απογοήτευσης. Είχε μόλις ανακαλύψει ένα καινούργιο παιχνίδι και βάλθηκε να το παίζει. Ο Ματιέ σκυθρώπιασε.
- Φίλε μου, με βρίσκεις απροετοίμαστο για μια τέτοια αντιμετώπιση. Δε σε καταλαβαίνω, αλήθεια.
- Ο λόγος είναι απλός, Ματιέ. Εγώ και η Σιμών χωρίσαμε. Έχουν όλα τελειώσει αναμεταξύ μας. «Θέλω να δω τώρα τι θα πεις πονηρό ανθρωπάριο…»
Ο Ματιέ γούρλωσε τα μάτια του έκπληκτος. Άλλο πάλι και τούτο! Τι παράξενο παιχνίδι του επιφύλασσε πάλι αυτός ο σατανάς;
- Μιλάς σοβαρά; Το εννοείς αυτό που λες;.. Όχι, δε σε πιστεύω… Γέλασε, δείχνοντας πως είχε καταλάβει το αστείο και δεν επρόκειτο να πιαστεί κορόιδο.
- Είτε με πιστεύεις, είτε όχι, αυτή είναι η πικρή αλήθεια… Ο Ντανιέλ απορροφήθηκε στο πρόσωπο του αντιπάλου του, μελετώντας κάθε ελάχιστη κίνηση πάνω σ΄ αυτό.
- Μα είναι πολύ ωραία γυναίκα… άφησε την παρορμητική φράση να σβήσει σαν ηχώ γιατί κατάλαβε πως είχε εκτεθεί με την αντίδρασή του.
Η αλήθεια είναι πως από καιρό καλόβλεπε τη γυναίκα αυτή. Του άρεσε η ευπρέπεια του παρουσιαστικού της, η εκλεπτυσμένη ομορφιά της, ο χαρακτήρας της. Μπορεί να είχε γνωρίσει πάμπολλες γυναίκες στη ζωή του λόγω της δουλειάς του, μα καμία δεν είχε καταφέρει να τον συγκινήσει. Ήταν όλες τους φτηνές και ρηχές, άχαρα πορνίδια που λυσσούσαν για χρήμα και ετοιμοπαράδοτη ευτυχία. Δεν κυνηγούσε, πλέον, την εξωτική ομορφιά, την αψεγάδιαστη κορμοστασιά• εξάλλου αυτά τα είχε χαρεί και με το παραπάνω και τα είχε μπουχτίσει. Ήταν πενήντα χρονών και αυτό που αποζητούσε ήταν μια ωραία και ευγενική γυναίκα στο πλάι του. Μια τέτοια γυναίκα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Σιμών. Του έλεγε, άραγε αλήθεια ο Ντανιέλ; Μήπως του είχε στήσει κάποια γελοία φάρσα;
- Σίγουρα είναι άλλη μια από τις γνωστές σου φάρσες, αποφάνθηκε φωναχτά. Αυτή τη φορά δε θα το χάψω. Ποτέ δε δείχνατε να έχετε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα εσείς οι δυο. Πάντα σας θεωρούσα το ιδανικό ζευγάρι…
Ο Ντανιέλ δεν απάντησε. Δεν επιβεβαίωσε, μα ούτε και διέψευσε τα σχόλια του Ματιέ, παρά αρκέστηκε να κάθεται πίσω από το γραφείο του και να τον κοιτά σιβυλλικά. Το μόνο που του έλειπε ήταν τα φύλλα δάφνης και το τρίποδο…
- Δηλαδή, θέλεις να μου πεις πως... αλήθεια χωρίσατε;
- Νομίζω πως τα λόγια μου ήταν ξεκάθαρα.
Του Ματιέ του ξέφυγε ένα πονηρό γελάκι.
- Στοιχηματίζω πως εκείνη σε παράτησε… Ίσως βρήκε άλλον… τα λέω σωστά;
- Μην είσαι τόσο απλοϊκός, Ματιέ, έκανε με έκδηλη αηδία και αγανάκτηση ο Ντανιέλ. Ούτε αυτή ήταν που με παράτησε, ούτε και βρήκε κάποιον άλλο. Οι υπόλοιπες λεπτομέρειες ανήκουν στην απαράβατη σφαίρα των προσωπικών δεδομένων και δεν έχεις το παραμικρό δικαίωμα να ρωτήσεις σχετικά. Αν, από την άλλη, λαχταράς τόσο πολύ να γίνεις κοινωνός των ερωτικών μας προβλημάτων και αν η Σιμών είναι τόσο ξεπεσμένη ηθικά για να σου εξηγήσει, τότε θα σου πρότεινα να απευθυνθείς σ’ εκείνη.
Ο Ματιέ έδειξε να έχει πέσει σε μεγάλη περισυλλογή. Είχε ρίξει το βλέμμα στα πλακάκια του πατώματος, σα να πρόβαλλε πάνω στην επιφάνειά τους όλες του τις σκέψεις. Πέρασαν κάμποσα κωμικά δευτερόλεπτα. Έπειτα, ξεκόλλησε το βλέμμα του από τα πλακάκια και το έριξε πάνω στον Ντανιέλ.
- Πιστεύω πως έκανες μεγάλο λάθος, φίλε.
- Δικαίωμά σου.
- Η Σιμών είναι πολύ επιθυμητή γυναίκα… πίστεψέ με. Τα είπε αυτά δίχως να φοβάται μήπως ο Ντανιέλ τον παρεξηγούσε. Διόλου δεν τον ένοιαζε. Στη ζωή του ως τα τώρα είχε μάθει πως όταν κανείς βάζει τη φιλία πάνω από το προσωπικό κέρδος είναι σα να υπογράφει συμβόλαιο με τη δυστυχία. Αν, λοιπόν, υπήρχε περίπτωση να έχει τη δική του ευκαιρία με τη Σιμών, τότε δε θα δίσταζε να διαγράψει με μια μονοκοντυλιά και δίχως πολλή σκέψη τη φιλία του με το Ντανιέλ.
Ο Ντανιέλ προχώρησε το παιχνίδι που είχε αρχινίσει ένα βήμα πιο πέρα.
- Αν το βλέπεις έτσι πάρ’ την εσύ. «Κακόμοιρε…» Οι ειρωνείες του δεν είχαν τελειωμό.
Ο Ματιέ τον κοίταξε στην αρχή σοβαρά. Έπειτα, όμως, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.
- Άντε να χαθείς! «Σίγουρα αυτός ο γιατρός είναι πολύ χιουμορίστας», σκέφτηκε. Ωστόσο δεν έβγαλε από το νου του τη Σιμών. Έπρεπε να σκεφτεί το θέμα ενδελεχώς και σε όλες του τις λεπτομέρειες. Θα το έκανε αργότερα, όταν θα επέστρεφε στο πολυτελές διαμέρισμά του, εκεί όπου θα είχε όλη την άνεσή του…
Στο άκουσμα του τρανταχτού, θρασύτατου γέλιου του Ματιέ, ο Ντανιέλ συνειδητοποίησε πως η κατάσταση άρχιζε να ξεφεύγει από τον έλεγχο και να παίρνει επικίνδυνη τροπή, εξοκέλλοντας προς τον αποτροπιαστικό τραγέλαφο. Δε μπορούσε να βλέπει αυτό το σίχαμα να του γελά κατάμουτρα. Όχι μόνο είχε χαρεί στην ιδέα του χωρισμού τους, αλλά δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει. Ήταν ολοφάνερο πως εκείνος ο άτιμος πίστευε ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει με αξιώσεις μια θέση στην πανάκριβη καρδιά της Σιμών του. Δεν περίμενε, εξάλλου, κάτι καλύτερο από ένα φίδι σαν κι εκείνον.
Στο εκτροχιασμένο του μυαλό εισέβαλαν κατά χιλιάδες οι αναμνήσεις των όσων είχε ζήσει μαζί με τη Σιμών, τη δική του Σιμών, που από ένα καπρίτσιο της άσπλαχνης μοίρας έμελλε να αποχωριστεί με τον πιο σκληρό τρόπο. Άλλωστε, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Οι ώρες του ήταν μετρημένες. Από την άλλη, όμως, δε μπορούσε να ανεχτεί τις δακρύβρεχτες λύσεις των ρομαντικών ιστοριών αγάπης των κινηματογραφικών ταινιών. Όχι, δε μπορούσε να κάνει τίποτε διαφορετικό απ΄ αυτό που είχε κάνει. Το τέλος που είχε διαλέξει για τη σχέση τους ήταν ό,τι καλύτερο και για τους δυο τους. Αν και παραδεχόταν πως η όλη του συμπεριφορά απέναντί της ήταν αποκύημα στιγμιαίων σαδομαζοχιστικών διαθέσεων που τον κυρίευαν σ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας εκείνης, εντούτοις, συνειδητοποιούσε μεθεόρτια πως ο τρόπος που είχε επιλέξει να την απωθήσει δεν θα μπορούσε να είναι και πολύ διαφορετικός. Ήταν η μοναδική λύση που θα του χάριζε την πολυπόθητη ελευθερία, ενώ ταυτόχρονα έδινε στη Σιμών τη δυνατότητα να του καταλογίσει όλη την ευθύνη, χωρίς να νιώσει ότι η ίδια έφταιξε στο ελάχιστο. Μια σοφή παροιμία λέει πως αν δε μπορείς να επαινέσεις μια νοικοκυρά για τα φαγητά και τις φροντίδες της, προσπάθησε να φανείς όσο το δυνατό περισσότερο αγενής μαζί της, για να της δώσεις το δικαίωμα να μπορεί έπειτα να σε κακολογεί.
Τα γέλια σταμάτησαν και στο δωμάτιο κυριάρχησε η σιωπή. Κανείς από τους δύο δε μιλούσε, θαρρείς πως είχαν ξεχάσει και οι δύο το λόγο που ο Ματιέ ήταν εκεί. Ο Ντανιέλ βάλθηκε να κοιτάζει την αναμμένη οθόνη του υπολογιστή. Ένας δείκτης αναβόσβηνε και περίμενε την πληκτρολόγηση κάποιας εντολής. Ασυναίσθητα ο Ντανιέλ πάτησε μερικά πλήκτρα: «Σε μισώ Ματιέ». Πίεσε το κουμπί με την ένδειξη “enter”. Ο υπολογιστής απάντησε: «Bad command or filename». Πληκτρολόγησε πάλι: «Θα σε εκδικηθώ, αλλά δεν ξέρω τον τρόπο». Η απάντηση ήρθε: «Bad command or filename». Ο Ντανιέλ είχε επιδοθεί σε ανώφελη συζήτηση με τον υπολογιστή. Κάθε φορά που έγραφε μια πρόταση και πατούσε το πλήκτρο “enter” η απάντηση στην οθόνη εμφανιζόταν και ήταν νομοτελειακά η ίδια. Το ήξερε πως χαζολογούσε. Ο Ματιέ τον κοιτούσε περίεργος. Μετά από αρκετές ερωταπαντήσεις, ο Ντανιέλ πληκτρολόγησε: «Τι πρέπει να κάνω;» Η απάντηση αυτή τη φορά άργησε, αλλά τελικά εμφανίστηκε στην οθόνη. Προς μεγάλη του έκπληξη διάβασε κάτι αναπάντεχο και απίστευτο: «Καρκίνος». Έμεινε για κάμποση ώρα να κοιτά τη λέξη που είχε σχηματιστεί από εκατοντάδες μικροσκοπικά εικονοστοιχεία. Έπειτα, όλα ξεκαθάρισαν στο νου του και έγιναν διάφανα σαν κρύσταλλο. Μπροστά στα μάτια του υπήρχε η λύση στο πρόβλημά του, το είδος της τιμωρίας που θα επέβαλλε στον Ματιέ Ζιργκόφσκι. Δεν του έμενε άλλο από το να σκεφτεί τις λεπτομέρειες του βασανιστηρίου…
- Πρέπει κάποτε να μπούμε στο θέμα μας, φίλε μου. Είπε αποφασιστικά. Ο Ματιέ, που είχε αποξεχαστεί σκεπτόμενος τη Σιμών, ανοιγόκλεισε τα μάτια σα να τον είχε ξυπνήσει η φράση του γιατρού.
- Ναι… φυσικά. Βγήκαν, λοιπόν, τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας;
- Ναι, βγήκαν. Ο Ντανιέλ πήρε ένα σκεπτικό ύφος που λίγο απείχε από το να μετατραπεί σε περίλυπο και συμπονετικό. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Ένιωσε και μερικές έκτακτες συστολές, μα δεν ανησύχησε• οφείλονταν στον ενθουσιασμό. «Κάνε λίγη υπομονή ψυχή μου και θα δεις πόσο θεόρατος μπορώ να γίνω μπροστά σ΄ αυτό το homunculus!» κραύγασε θριαμβικά εντός του.
- Περίμενε μισό λεπτό. Πάω να φέρω τα φιλμ. Δε θα αργήσω.
Σηκώθηκε από το γραφείο του και βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας το Ματιέ μόνο. Από τη στιγμή που ήρθε στο προσκήνιο το θέμα της ασθένειάς του, ο Ματιέ άρχισε να φοβάται την έλευση της κρίσης. Από τον πολύ φόβο η κρίση τελικά ήρθε και τον κατακεραύνωσε με αλληλοδιάδοχα κύματα αφόρητου πόνου. Μια μεγάλη αρτηρία στο δεξί του κρόταφο έσφυζε και το ομόπλευρο αυτί άρχισε να βουίζει με την ίδια συχνότητα που είχαν και οι σφυγμοί. Έπιασε το κρανίο του με το χέρι και πίεσε δυνατά το σημείο που πονούσε για να ανακουφιστεί κάπως.
Ο Ντανιέλ έτρεξε φουριόζος στο γραφείο της Σιμών και της ψιθύρισε στο αυτί:
- Φέρε μου σε παρακαλώ το φάκελο που γράφει το όνομα Λωρίν Μορτέ.
Η Σιμών τον κοίταξε για μια στιγμή και η περιέργεια αστραποβόλησε στα μάτια της.
- Γιατί;
- Βρες τον και φέρ’ τον μου γρήγορα, χωρίς πολλές ερωτήσεις.
Η γραμματέας υπάκουσε και πήγε κοντά σε ένα ψηλό ξύλινο έπιπλο με ντουλάπες. Άνοιξε μία ντουλάπα και άρχισε να ψάχνει με τα δάχτυλά της τους φακέλους. Δεν ήταν εκεί. Άνοιξε ένα άλλο ντουλάπι. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα βρήκε το φάκελο. Τον ξεδιάλεξε και τον παρέδωσε στο Ντανιέλ. Έτσι ανάστατο και αναψοκοκκινισμένο όπως τον είδε ανησύχησε, αλλά δεν είπε τίποτα γιατί οι δυο τους είχαν μπει στο επίκεντρο της προσοχής των ασθενών που περίμεναν τη σειρά τους. Κάποιος ξεφύσηξε όσο μπορούσε πιο ηχηρά για να δηλώσει πως η υπομονή του απείχε πολύ λίγο από το να σωθεί εντελώς. Έπειτα κοίταξε το ρολόι του για να κάνει πιο εμφαντική τη δήλωση αυτή. Η ώρα ήταν επτά και τριάντα πέντε λεπτά.
Ο Ντανιέλ επέστρεψε στο δωμάτιο όπου τον περίμενε ο Ματιέ με πρόσωπο πανιασμένο και χαρακτηριστικά συσπασμένα από τον πόνο. Κάθισε με αργές κινήσεις στην καρέκλα και άνοιξε το φάκελο. Έβγαλε από το εσωτερικό του τα φιλμ και τα αράδιασε στην επιφάνεια του γραφείου. Πήρε στην τύχη ένα και βάλθηκε να το κοιτάζει συνοφρυωμένος. Η έκφρασή του ήταν αρκετή για να κάνει τον Ζιργκόφσκι να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα από την αγωνία. «Καμιά φορά η αναγγελία του θανάτου κάποιου μπορεί να γίνει η μοναδική σωτήρια για την ψυχή του, γιατί ο φόβος του θανάτου είναι ένας οίστρος που δεν αφήνει το οκνό γαϊδούρι να αποκοιμηθεί… Τώρα θα γελάσουμε εν χορώ!» σκέφτηκε ο γιατρός καθώς μελετούσε περισπούδαστα το φιλμ που είχε στα χέρια του. Σούφρωσε τα χείλη και έσμιξε τα φρύδια του σε ένδειξη συγκρατημένης απογοήτευσης. Πόσο καπάτσος αποδεικνυόταν!
- Πονάς αυτή τη στιγμή;
- Ναι, γιατρέ. Πονάω και, μάλιστα, πολύ.
Ήταν ανεπανάληπτη η εμπειρία να βλέπει τόσο φοβισμένο και ανήμπορο έναν άντρα που είχε τέτοια επιρροή στα δημόσια πράγματα, που το όνομά του ήταν τόσο γνωστό στους κοινωνικούς κύκλους της πόλης, που διατηρούσε ένα μικρό στρατό από μπράβους και κάθε λογής τυχοδιώκτες και που από τις αποφάσεις του κρεμόταν το μέλλον δεκάδων καλλιτέχνιδων του αισθησιακού χορού. Ο διαβόητος μαστροπός, Ματιέ Ζιργκόφσκι, ήταν στο έλεός του. «Ω, δύσμοιρε Ματιέ! Ω, τραγικέ γυναικοκατακτητή και γυναικο–δαμαστή! Τι άδοξο και θλιβερό τέλος! Εσύ, που σ΄ όλο τον ένδοξο βίο σου κανείς δε βρέθηκε που να μη σε φοβηθεί και να μη σε θαυμάσει!» Τι κακός που ήταν…
Ή μήπως δεν ήταν κακία; Γιατί να πέσει στην παγίδα να το ονομάσει κακία; Δεν ήταν καθόλου κάτι τέτοιο. Ήταν απλώς η υλοποίηση κάποιας απειροστής έκφανσης της απόλυτης ελευθερίας που τον διακατείχε. Ναι, ήταν ελεύθερος να επικυριαρχεί στο δύστυχο Ματιέ. Ήταν ελεύθερος να έχει τη δύναμη να εκτρέψει τη ζωή ενός ανθρώπου από τα οκνηρά και ρουτινιάρικα μονοπάτια όπου μέχρι πρότινος βάδιζε, προς λεωφόρους λυσσαλέας, ιλιγγιώδους ταχύτητας. Μπορεί η μοιραία διάγνωση να κατέστρεφε την ψυχολογία του συνανθρώπου του, μα θα τον ταρακουνούσε για τα καλά και ίσως στεκόταν αφετηρία για μια νέα αντίληψη και θέαση της ζωής από μέρους του. Άλλωστε, ο Ματιέ με τη ζωή που έκανε ως τότε ήταν ήδη νεκρός. Ήταν ένας από εκείνους τους εκατομμύρια ζωντανούς–νεκρούς που παραφορτώνουν την ανθρωπότητα με άστοχες, ανούσιες και μικρόψυχες πράξεις, συμβάλλοντας μ’ αυτό τον τρόπο στο συμπαντικό χάος. Ακόμη και ο ίδιος ο Ντανιέλ ήταν ως εκείνη την αποκαλυπτική ημέρα ένας τέτοιος νεκρός, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας, μέχρι τη στιγμή που κάποιος διαβολάκος, στα κατάβαθα του «είναι» του, του μίλησε για την Ελευθερία και τον ξύπνησε από τον διαβρωτικό του λήθαργο, σώζοντάς τον. Είχε, πλέον, αρχίσει να απαλλάσσεται αργά αλλά σταθερά από τις αλυσίδες που τον καθήλωναν χειροπόδαρα στην άγονη γη της μετριότητας.
Κι όμως αυτό αποδεικνυόταν μεγαλοφυές! Ο Ντανιέλ ακράγγιζε με τα δάκτυλα του νου του την απόλυτη εξύψωση, την απόλυτη Ελευθερία. Ήταν πλέον ένας θεΐσκος παντοδύναμος και φιλεύσπλαχνος! Ο Ματιέ Ζιργκόφσκι ήταν ένας προ πολλού νεκρός. Τι γίνεται αν σκοτώσεις έναν ήδη νεκρό; Η απάντηση είναι αυτονόητη: Ξαναζεί και μάλιστα με καλύτερους όρους. Ναι, λοιπόν, αυτό ήταν το δώρο του Ντανιέλ για εκείνο τον ανθρωπάκο, το στερνό δώρο πριν διαλυθεί μες στην απόλυτη Ελευθερία… Ωχού, αρκετά με τις γενναιοδωρίες!
Ο Ντανιέλ ένιωσε καταγοητευμένος από τις σκέψεις του. Η καινούργια τροχιά που είχε πάρει αυτόματα ο συλλογισμός του τον απάλλαξε από τις τύψεις για το μεγάλο κακό που είχε σκοπό να κάνει στο δύστυχο Ματιέ. Κορόιδευε τον εαυτό του, χωρίς να έχει καμιά επίγνωση του τραγικού σφάλματος που θα έκανε σε λίγο…
- Λοιπόν, γιατρέ; Τι έχω;
Ο Ντανιέλ δεν απάντησε. Περιορίστηκε στην έκφραση της λύπης.
- Θα με σκάσεις έτσι που πας!
Ο Ματιέ δε μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο. Στο πρόσωπο του γιατρού έβλεπε ξεκάθαρα πως τα αποτελέσματα της εξέτασης ήταν δυσάρεστα, χωρίς να φαντάζεται, όμως, μέχρι ποιο βαθμό…
- Έλα πιο κοντά να σου δείξω, του είπε επιτέλους ο γιατρός.
Ο Ματιέ πλησίασε διστακτικά. Κοίταξε το μεγάλο φιλμ με προσοχή, μα δε μπορούσε να πει τι ήταν αυτό που έβλεπε. Τότε ο Ντανιέλ του έδειξε με το δάχτυλο μια από τις πολλές τομές του εγκεφάλου.
- Το βλέπεις αυτό;
- Ποιο ακριβώς; Μισόκλεισε τα βλέφαρα και κοίταξε επίμονα το υποδεικνυόμενο σημείο.
- Αυτό εδώ το στρογγυλό μόρφωμα… το βλέπεις;
- Ναι, το βλέπω. Τι είναι;
- Κάθησε, σε παρακαλώ.
Ο Ματιέ υπάκουσε. Τώρα πια ήταν στο έλεός του γιατρού. «Τι έχω Θεέ μου; Γιατί δε μου το λέει μια κι έξω να ξεμπερδεύουμε;» Παρόλες τις μαύρες σκέψεις, μια αχνή αχτίδα ελπίδας είχε απομείνει εντός του. Κανείς άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει δίχως μια τέτοια λεπτή αχτίδα. «Ίσως να μην είναι κάτι πολύ σοβαρό. Φυσικά και είμαι άρρωστος, αλλά δεν είμαι και του θανατά…» Η ελπίδα σιγόκαιγε. Θα έσβηνε ολότελα σε λίγο…
- Δεν ξέρω πως να στο πω, φίλε μου. Κάτι τέτοιες στιγμές εύχομαι να μην είχα γίνει ποτέ μου γιατρός… Όμως, είμαστε μεγάλοι άντρες. Καταλαβαίνεις πως δεν αρμόζουν σε μας κλαψουρίσματα και υστερικά γυναικεία ξεσπάσματα. Πρέπει να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων και της αξιοπρέπειάς σου…
Ο Ματιέ απέναντί του τα είχε ολότελα χαμένα. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει και είχε γίνει κάτωχρος. Ήξερε. Δεν χρειαζόταν να συνεχιστεί άλλο αυτό το τραγελαφικό πρελούδιο. Η λέξη «μόρφωμα», που στριφογύριζε στο μυαλό του όλη κείνη την ώρα, συνδυάστηκε τελικά με μια άλλη λέξη, την πιο ζοφερή απ’ όλες όσες ήξερε: «καρκίνος». Τα μέλη του μούδιασαν και το στόμα του το ίδιο… και ήταν ανίκανος να αρθρώσει την παραμικρή λέξη… να πει πως κάθε περαιτέρω συζήτηση ήταν πέρα ως πέρα περιττή και άχρηστη. Πέθαινε… ήταν ήδη νεκρός… Είχε καρκίνο στον εγκέφαλο, ένα σιχαμερό όγκο, μια μάζα που ο μόνος σκοπός για τον οποίο υπάρχει είναι η σταδιακή εξάπλωση και διήθηση όλων των γειτονικών υγιών ιστών. Σίγουρα είχε κάνει μεταστάσεις και αλλού, σ΄ όλο του το κορμί. Δεν υπήρχε όργανο που να μην είχε μολυνθεί. Ο Ματιέ ένιωσε σαν ένα σακούλι γεμάτο σκουλήκια. Κάθε μετάσταση και ένα σκουλήκι. Σιχάθηκε το σώμα του, το ένιωσε ξένο. Βρωμούσε, ήταν αηδιαστικός. Και ο εγκέφαλός του; Γι αυτόν ούτε συζήτηση. Μες στο κρανίο του είχε φυτρώσει μια αποτροπιαστική, ανατριχιαστική μάζα, μια μπάλα θανάτου που κλωτσούσε το υγιές παρέγχυμα του εγκεφάλου του και πυροδοτούσε χιλιάδες εκρήξεις πόνου. Πετάχτηκε ολόρθος από την πολυθρόνα όπου καθόταν. Ακούμπησε με τεντωμένα χέρια στο γραφείο του γιατρού. Ήθελε να πιαστεί από κάτι σταθερό, να στηρίξει εκεί το βάρος του. Κοίταξε στα μάτια το Ντανιέλ και το βλέμμα του ήταν παρακλητικό. Επαιτούσε, ζητιάνευε μια διάψευση. Η ελάχιστη αχτίδα φωτός εντός του υπήρχε ακόμη, δεν είχε χαθεί. Το σκοτάδι δεν τον είχε κυριεύσει εντελώς.
- Τι έχω Ντανιέλ; Πες μου!!
Ο Ντανιέλ, παρά το μίσος και το αμετάκλητο της απόφασής του για τιμωρία, λύγισε. Προσπάθησε να αποφύγει το τρελό βλέμμα του Ματιέ, κοιτάζοντας τα φιλμ πάνω στο γραφείο. Λίγες στιγμές ακόμη να περνούσαν και δε θα του ήταν μπορετό να συνεχίσει τη φάρσα. Έπρεπε να το πει εκείνη τη στιγμή. Την απόφαση την είχε πάρει• γιατί, λοιπόν, δίσταζε; Τι είχε απογίνει όλο εκείνο το μίσος που έτρεφε εναντίον του ταλαίπωρου κυρίου Ζιργκόφσκι; Μήπως, άραγε, είχε σφάλει στις εκτιμήσεις του; Μήπως είχε υποπέσει σε υπερβολικά αρνητικά συναισθήματα και όφειλε να μετριάσει την έντασή τους; Μήπως, τελικά ο Ματιέ δεν ήταν και τόσο κακός άνθρωπος; Σε τι του είχε φταίξει; Δεν του είχε φταίξει προσωπικά σε τίποτα. Ήταν ένας παραπλανημένος άνθρωπος. Οι δύσκολες συνθήκες τον είχαν μετατρέψει σ΄ αυτό που ήταν: ένα ανδρείκελο. Έπειτα θυμήθηκε την αντίδραση του μαστροπού στο άκουσμα του χωρισμού του από τη Σιμών. «Τι τραγική ειρωνεία… λίγα λεπτά πριν φανταζόταν πως θα μπορούσε να κάνει δική του τη Σιμών μου. Τώρα βάζω στοίχημα πως την έχει παντελώς ξεχάσει».
- Ντανιέλ, πες μου!! Έχω καρκίνο;!
Ο Ματιέ άρπαξε το γιατρό από τους ώμους με τα τρεμάμενα χέρια του, τα άλλοτε τόσο στιβαρά και σταθερά, και βάλθηκε να τον ταρακουνά. Ζητούσε μια απάντηση. Ποθούσε την καταδικαστική απόφαση, την αμετάκλητη ετυμηγορία. Για τον Ντανιέλ δεν είχε απομείνει πια τίποτα από την πρωτινή άγρια χαρά της εκδίκησης, παρά μονάχα μια πικρή γεύση. Είχε στα χέρια του μια ζωή, μια ανθρώπινη ζωή και μπορούσε με ένα φύσημα να τη διαλύσει, να τη σκορπίσει στους πέντε ανέμους. Τι περίμενε; Όταν ο άνθρωπος γεννιέται κλαίει. Από ‘κει και ύστερα, ή θα συνεχίσει να κλαίει, ή θα κάνει τους άλλους να κλαίνε. Ο Ντανιέλ ως τα τώρα ήταν από εκείνους που έκλαιγαν. Από εκείνη την ημέρα και στο εξής θα έκανε τους άλλους να κλαίνε…
- Ναι.
Στο άκουσμα της μιας και μοναδικής αυτής λέξης, το μυαλό του Ματιέ άδειασε ολότελα, εκκενώθηκε από τα πάντα. Το «ναι» αυτό έκλεισε και την τελευταία τρύπα απ΄ όπου ξεπηδούσε η μικρή αχτίδα ελπίδας. Βυθίστηκε στο απόλυτο σκοτάδι, ένα πισσωμένο σκότος που διείσδυσε στα μάτια του και τα πλημμύρισε με κενότητα. Και έπειτα το σκοτάδι έφυγε όπως ήρθε, σαν αέρινος πέπλος. Και τότε χιλιάδες εικόνες τον κατέκλυσαν• εικόνες που ξεπήδησαν μια για πάντα από τη μνήμη του και που δε θα επέστρεφαν ποτέ πια πίσω στις μνημονικές αποθήκες, όπως οι σταγόνες χυμού που διασκορπίζονται τριγύρω καθώς ποδοπατά κανείς με δύναμη ένα πορτοκάλι και το καταστρέφει. Είδε τα μαγαζιά του, τις ερωμένες του, τους φίλους και τους εχθρούς, τα μεγαλεπήβολα σχέδια που κατέστρωνε τον τελευταίο καιρό. Όλα τα είδε σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και για στερνή φορά.
Η τελευταία εικόνα που χαράχτηκε ανεξίτηλα στην ψυχή του, που φτερούγιζε κιόλας για άλλους τόπους, ήταν το πρόσωπο του Ντανιέλ, του φίλου του. Αυτή την εικόνα την πήρε μαζί του κι έφυγε…
Να, λοιπόν, που μια και μόνη λέξη μπορεί να ρίξει έναν άνθρωπο νεκρό, πιο γρήγορα κι από μια σφαίρα!
Ο Ντανιέλ έμεινε για πέντε δευτερόλεπτα να κοιτά το πεσμένο καταγής πτώμα. Δεν του πέρασε από το μυαλό πως ο Ματιέ είχε πεθάνει. Πίστεψε απλά πως είχε λιποθυμήσει. Πάτησε ένα κουμπί πάνω στο γραφείο του.
Από το ηχείο του συστήματος ενδοεπικοινωνίας η Σιμών άκουσε τη φωνή του Ντανιέλ:
- Σιμών, έλα αμέσως στο γραφείο!
Ένα άσχημο προαίσθημα την κυρίευσε, δίχως να γνωρίζει το γιατί. Δεν σκέφτηκε τίποτα, μήτε αναρωτήθηκε. Πετάχτηκε σα νευρόσπαστο από το γραφείο της και έτρεξε στο εξεταστήριο. Σκόνταψε πάνω στο πτώμα του Ματιέ και αλληθώρισε.
- Κλείσε αμέσως την πόρτα!
Την έκλεισε. Χωρίς να πάρει το τρομοκρατημένο της βλέμμα από το ακίνητο σώμα, φώναξε:
- Ντανιέλ, τι έγινε; Τι έπαθε ο Ματιέ;!
Ο Ντανιέλ έτρεξε κοντά της.
- Μάλλον λιποθύμησε…
- Τι σημαίνει «μάλλον»; Για εκείνη όλα ήταν καθαρά και ξάστερα. Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν είχε σκοντάψει πάνω σε ένα πτώμα. Ντανιέλ, φαίνεται νεκρός…
- Σταμάτησε επιτέλους τις υστερίες. Δεν πεθαίνει έτσι ο κόσμος. Αυτό που θέλω από εσένα είναι να πας γρήγορα να διώξεις όσους περιμένουν για εξέταση. Βρες μια δικαιολογία… πες πως μου έτυχε κάτι σοβαρό. Σύμφωνοι;
Η Σιμών δεν ήξερε τι να απαντήσει. Της φάνηκε τρομερά περίπλοκη και αλλοπρόσαλλη η όλη κατάσταση και δεν είχε το κουράγιο να αντεπεξέλθει. Έτσι, άφησε όλες τις αποφάσεις στο Ντανιέλ. Εκείνος, εξάλλου, ήξερε ακριβώς τι να κάνει. Το ίδιο βιαστικά και αλαφιασμένα όπως είχε μπει, βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Όταν έφυγε και ο τελευταίος ασθενής από το ιατρείο, η Σιμών έκλεισε την εξώπορτα και την κλείδωσε. Έτρεξε προς το εξεταστήριο και άνοιξε διάπλατα τη συρόμενη διαχωριστική πόρτα.
Βρήκε τον Ντανιέλ σκυμμένο πάνω από το πτώμα να κάνει βασική καρδιοαναπνευστική ανάνηψη. Με όλο το βάρος του πίεζε τις παλάμες ενάντια στο στέρνο και σε τακτά χρονικά διαστήματα κολλούσε το στόμα του στο στόμα του πτώματος και φυσούσε μέσα σ΄ αυτό. Η Σιμών έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Η καρδιά της σταμάτησε για λίγο να χτυπά. Τα μάτια της έμοιαζαν να θέλουν να ξεπεταχτούν από τις κόγχες τους. «Θεέ μου! Είχα δίκιο…» Καρφώθηκε στο ίδιο σημείο. Όσο κι αν το ήθελε δε μπορούσε να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Ήταν παράλυτη, τετραπληγική. Διαισθάνθηκε μια αόρατη παρουσία πίσω της, μια κίνηση του αέρα. Να ήταν το φάντασμα του Ματιέ; Μεμιάς όλες οι τριχίτσες του δέρματός της ανασηκώθηκαν και ένα ρεύμα ρίγους τη διαπέρασε σύγκορμη. Σφιχτοσφάλισε τα μάτια για να μην αντικρίσει την αέρινη σιλουέτα του αδικοχαμένου άντρα.
Όταν τα ξανάνοιξε είδε το Ντανιέλ να στέκει ακίνητος και απελπισμένος. Οι προσπάθειες για ανάνηψη είχαν αποτύχει. Μες στο ιατρείο υπήρχε ένα πτώμα.
- Θεέ μου, είναι νεκρός! Νεκρός…!
Στάθηκε αδύνατο να μείνει στηριγμένη στα πόδια της και σωριάστηκε στο πάτωμα. Δεν έχασε, όμως, τις αισθήσεις της. Ο Ματιέ, ο γοητευτικός και καλοστεκούμενος πενηντάρης, που την είχε χαιρετήσει με τόσο μεγάλη ευγένεια και αβροφροσύνη μόλις μισή ώρα πριν, ήταν τώρα νεκρός, ένα άψυχο κορμί, ένα πτώμα… Τι είχε μεσολαβήσει από τότε; Τι είχε φταίξει;
«Είναι νεκρός…» σκέφτηκε ο Ντανιέλ, ενώ παρέμενε γονατισμένος στην ίδια θέση να κοιτά το πτώμα. «Διάβολε! Ποιος θα μπορούσε να το περιμένει πως ένα τέτοιο χοντρόπετσο γουρούνι, ένα τέτοιο παχύδερμο θα αποδεικνυόταν τόσο εύθραυστος; Να πάρει ο διάβολος…!»
Ο Ματιέ είχε φύγει από τη ζωή μια για πάντα. Είχε συγκεντρώσει στη ζωή του τόσα πολλά χρήματα, τόσα πολύτιμα αντικείμενα, αλλά έφυγε τελικά χωρίς αποσκευές, μόνος και γυμνός όπως είχε εμφανιστεί κάποτε σ’ αυτό τον κόσμο. Δεν πρόλαβε να πάρει τίποτα μαζί του. Άφησε πίσω του ορφανά τρία νυχτερινά κέντρα, δεκαέξη σερβιτόρους, είκοσι μπράβους, ένα σωματοφύλακα και εξήντα τρία κορίτσια. Ούτε λίγο ούτε πολύ εκατό άνθρωποι ορφάνεψαν σε μία και μόνη ημέρα…
- Άθλιε! Τέρας! Τι του έκανες… τι του είπες του ανθρώπου; Η υστερική φωνή της Σιμών διαπέρασε τις πόρτες και τους τοίχους. Τα λόγια της μετατράπηκαν σε ακατάληπτο ουρλιαχτό. Κάτι μέσα της τη διαβεβαίωνε πως για όλα έφταιγε ο Ντανιέλ, πως εκείνος ήταν ο μοναδικός υπαίτιος, ο δολοφόνος. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι ακριβώς είχε διαδραματιστεί μες στο γραφείο του, κι όμως υποψιάστηκε, ήξερε με μια απροσδιόριστη, μεταφυσική βεβαιότητα.
Όσο κι αν ένιωθε ελεύθερος, όσο συμφιλιωμένος με το θάνατο κι αν ήταν λόγω του επαγγέλματός του, ο Ντανιέλ τα έχασε ολότελα. Είχε δει πολλούς ασθενείς του να φτάνουν στα τελικά στάδια της αρρώστιας και να πεθαίνουν εξουθενωμένοι και καταρρακωμένοι. Ποτέ, όμως, δεν είχε γίνει ο ίδιος η αιτία του θανάτου κανενός. Ήταν ένας δολοφόνος, ένας στυγνός εγκληματίας. Είχε σκοτώσει ακόμη κι αν δεν είχε τέτοιο σκοπό, ακόμη κι αν δεν είχε κάνει τίποτα περισσότερο από μια άτυχη φάρσα.
Άρχισε να κόβει βόλτες κατά μήκος και κατά πλάτος του διαμερίσματος, από τον ένα τοίχο ως τον άλλο. Τι θα έκανε, τι θα απογίνονταν αυτός και η Σιμών; Τις νευρικές κινήσεις του διέκοψαν έξαφνα δυο χέρια. Γρονθοκοπήματα έπεφταν στο στήθος του, αλλά δεν είχαν τη δύναμη για να τον πονέσουν. Η Σιμών είχε αφηνιάσει. Αφέθηκε παθητικά, χωρίς να προβάλλει την παραμικρή αντίσταση, να παρασυρθεί από το ορμητικό της σπρώξιμο και προσέκρουσε με την πλάτη στον τοίχο. Μικρά, αδύναμα χεράκια τραβούσαν τα μαλλιά του και τον χαστούκιζαν. Όταν συνήλθε από τα απρόσμενα χτυπήματα, άρπαξε με δύναμη τους λεπτούς γυναικείους καρπούς και αιχμαλώτισε τα χέρια της Σιμών. Ένας πίδακας φτυσιάς εκτινάχτηκε τότε στο πρόσωπό του.
- Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια! Πες μου κάθαρμα τι σου έφταιξε και τον σκότωσες! Ομολόγησε!
Χάος και αναταραχή παντού μες στο ιατρείο, στα κορμιά που πάλευαν, στις ψυχές… Έπρεπε να συνέλθει το συντομότερο, να γίνει και πάλι κυρίαρχος των γεγονότων. Ανασυντάχθηκε βιαστικά και άτσαλα.
- Ηρέμησε, σε παρακαλώ, της φώναξε. Εκείνη περιορίστηκε στο να τον κλωτσά ασταμάτητα, αφού τα χέρια της ήταν ανίκανα να ελευθερωθούν από τις αρπάγες του άντρα. Ο Ντανιέλ επανέλαβε την ίδια παράκληση για άλλη μια φορά• για μια τρίτη… και έπειτα για μια τέταρτη φορά. Τα λόγια του δεν είχαν αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα ήρθε μετά από ένα δυνατό χαστούκι. Η Σιμών έμεινε ακίνητη να τον κοιτά με βλέμμα στο οποίο δε μπορούσες να πεις με σιγουριά αν υπήρχε καθαρό μίσος, ή φόβος, ή συμπόνια.
- Άκουσέ με καλά. Θα τηλεφωνήσω να έρθει ασθενοφόρο να τον παραλάβει. Όταν καταφτάσουν οι τραυματιοφορείς δε θα βγάλεις ούτε λέξη. Άσε εμένα να μιλήσω. Σύμφωνοι;
Η Σιμών δεν απάντησε. Ήταν, όμως, σύμφωνη κι αυτό την έκανε να νιώθει συνένοχή του.
- Δε μπορείς να καταλάβεις τι μου συνέβη σήμερα. Ξεκίνησα ένα μακρύ μοναχικό ταξίδι και μου είναι αδύνατο να γυρίσω πίσω. Ένα θα σου πω: Πριν ξημερώσει η επόμενη μέρα θα είμαι παρελθόν… άκουσες; Π α ρ ε λ θ ό ν!
Περίμενε κάποια αντίδραση από την κοπέλα, αλλά τίποτε δε συνέβη. Εκείνη τον κοιτούσε με υγρά, απλανή μάτια, σαν να μην τον έβλεπε. Ένιωσε για πρώτη φορά στη μακρόχρονη σχέση τους πως η Σιμών έβλεπε πέρα από όσα εκείνος ήθελε να της πει, στα απύθμενα βάθη της ταραχώδους ψυχής του, εκεί που δεν είχε καταφέρει να εισδύσει ποτέ κανείς άλλος πέρα από τον ίδιο και… ίσως, εκείνο το μικρό διαβολικό ξωτικό που είχε αποφασίσει να τον ταλαιπωρήσει την ημέρα των γενεθλίων του.


Το ασθενοφόρο κατέφτασε. Οι ομιλίες και τα θορυβώδη βήματα των τραυματιοφορέων απόδιωξαν το φάντασμα του Ματιέ από το ιατρείο. Ο Ντανιέλ έφυγε μαζί μ’ αυτούς και με το πτώμα για το νοσοκομείο, όπου θα έκανε τις απαραίτητες διατυπώσεις και θα υπέγραφε το πιστοποιητικό θανάτου.
Η Σιμών έμεινε τώρα μόνη. Κάθησε ξανά στο μικρό γραφείο της και έκλαψε με την ησυχία της. Όταν τα δάκρυά της στέρεψαν και ανακουφίστηκε, θυμήθηκε κάτι. Άνοιξε ένα μικρό συρτάρι κι έβγαλε από μέσα το δώρο που της είχε δώσει ο Ματιέ. Το ξετύλιξε αργά και αποκάλυψε ένα κουτί κάτω από το ροζ περιτύλιγμα. Μες στο κουτί υπήρχε ένας φάκελος. Τον έσκισε και έβγαλε δυο αεροπορικά εισιτήρια. Στο ένα υπήρχε το όνομα του Ντανιέλ και στο άλλο το δικό της. Ο Ματιέ τους είχε κάνει δώρο ένα ταξίδι στις εξωτικές Μαλβίδες.
Ο μόνος, όμως, από τους τρεις που έμελλε να ταξιδέψει ήταν ο Ματιέ…

SYNDICATION

Αφιερωμένο...

Στη Σούζη...

Για Μένα

Η Φωτό Μου
Αυτοαποκαλούμενος συγγραφέας - κειμενογράφος. Τα υπόλοιπα είναι κοινότοπα και για τούτο δεν αφορούν κανένα. Το μυθιστόρημα που έγραψα τιτλοφορείται "Χίμαιρας Εγκώμιον" και βρίσκεται στο link: http://eulogyofchimera.blogspot.com