ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Έτρεχε… όλο έτρεχε. Μπροστά του πήγαινε με τα τέσσερα το αόρατο δαιμόνιο που έχει κεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας και ουρά φιδιού. Ο Ντανιέλ έτρεχε ξοπίσω του δίχως να το βλέπει, σαν να το κυνηγούσε. Κάποτε έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας του, λουσμένος στον ιδρώτα. Ξεκλείδωσε την εξώπορτα και όρμησε στο διάδρομο. Βρισκόταν τώρα μες στον ανελκυστήρα. Δεν ανέβαινε στον όροφο του διαμερίσματός του· ανέβαινε προς την ταράτσα.
Δεν ήταν δυνατό να είχαν συμβεί όλα αυτά, όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου, οι άγνωστης και σκοτεινής προέλευσης μηχανορραφίες εις βάρος του, αυτή η φαρσοκωμωδία με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Δεν ήταν η οργιώδης φαντασία του εκείνη που τον είχε αφιονίσει και τον είχε ρίξει στο αιματηρό παιχνίδι. Όχι… όχι. Ήταν αυτό το βδελυρό, χαμερπές ερπετό που λαθροβιούσε εντός του και του κατέτρωγε τα σωθικά σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο σατανικός αυτός αυτουργός της οδύσσειάς του. Και ήταν αυτή, «η Οδύσσεια της μιας ημέρας», το έργο στο οποίο πρωταγωνιστούσε, δίνοντας ένα ρεσιτάλ μαζοχιστικής τραγικότητας. Ο μικρός Βελζεεβούλ των σαθρών λαγουμιών του υποσυνειδήτου του ήταν ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ο Ντανιέλ έπρεπε να υποδυθεί το γιο του Λαΐου και της Ιοκάστης, επιστρατεύοντας όλη την εφευρετικότητα που διέθετε. Επί ένα ολόκληρο, σχεδόν, εικοσιτετράωρο διήρκησε η πρεμιέρα του έργου, απέναντι σ’ ένα κοινό από σκιερές και αλλοπρόσαλλες υπάρξεις. Και τώρα που πλησίαζε το μεγάλο φινάλε και όλοι περίμεναν το ενθουσιώδες χειροκρότημα της πλατείας και των θεωρείων, λίγο πριν το κλείσιμο της αυλαίας, ο Ντανιέλ βρέθηκε στο δωδέκατο πάτωμα της πολυκατοικίας.
Κυριευμένος από ακατάβλητη φρενίτιδα, όρμησε προς τα σκαλιά που οδηγούσαν στην ταράτσα. Στάθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα και έβγαλε μηχανικά από την τσέπη του τα κλειδιά. Τα ξεδιάλεξε ένα – ένα: αυτό ήταν του διαμερίσματός του, το άλλο του ιατρείου του, το αμέσως επόμενο του γραφείου του στη Σχολή, το τέταρτο στη σειρά ήταν του αυτοκινήτου του. Με τρεμάμενα χέρια έπιασε το πέμπτο κλειδί, το έχωσε ανυπόμονα μες στην κλειδαριά και άνοιξε την πόρτα που έβγαζε σε ένα τσιμεντένιο πλάτωμα, την ταράτσα. Εκεί θα συναντούσε τη Μοίρα του. Σ’ αυτό το επίπεδο, πενήντα μέτρα πάνω από τους δρόμους της πόλης, θα μετουσιωνόταν σε απόλυτο Μηδέν, θα μεθίστατο σε πλέρια, ακραιφνή Ελευθερία. Εκεί θα συναντούσε την Ανώτατη Ύπαρξη που τον περίμενε υπομονετικά με ολύμπια αταραξία.
Ο νους του Ντανιέλ είχε τριχοτομηθεί από τον πέλεκυ της αλλοφροσύνης την οποία πηδαλιουλκούσε με σταθερό ρυθμό ο μικρός Μεφιστοφελής εντός του.
Ένα μικρό τμήμα του μυαλού του χρησίμευε για την ελάχιστη διατήρηση της επαφής με την πραγματικότητα. Τα μάτια του έβλεπαν και τα οπτικά νεύρα, ξεφυτρωμένα πίσω από τους βολβούς, έστελναν τα είδωλα στον εγκέφαλο για να τα επεξεργαστεί και να τα απαρτιώσει. Τα αυτιά του άκουγαν και οι ήχοι, αφού κωδικοποιούνταν στο δυαδικό σύστημα, στέλνονταν κι αυτοί στον εγκέφαλο. Η μύτη του οσφρυζόταν και οι μυρωδιές συμπλήρωναν την εικόνα του έξω κόσμου.
Το δεύτερο και μικρότερο τμήμα του μυαλού του συνέδεε το πρώτο τμήμα με το τρίτο, το μεγαλύτερο και σημαντικότερο, εκείνο της υποκειμενικής αντίληψης. Αυτό το τμήμα μες στον εγκέφαλο του Ντανιέλ ήταν παραφύσει διογκωμένο και στρεβλωμένο από μια αόρατη κι αδέξια τανάλια πάνω στο ανένδοτο, σκληρό αμόνι της τρέλας. Ήταν ένα ολάκερο εργαστήρι της Κόλασης, όπου απλά, συνήθη αντικείμενα εισέρχονταν στον κλίβανο και εξέρχονταν απ’ αυτόν έχοντας πάρει μυριάδες διαφορετικές μορφές, ολοζώντανες και μεγεθυσμένες στις διαστάσεις γιγάντων, ή σμικρυσμένες στα ασφυκτικά όρια νάνων, άλλες αυστηρές και σκυθρωπές και άλλες ιλαρές και γελοίες. Μια λεγεώνα τυράννων είχε κατασκευαστεί εντός του και τον ταλάνιζαν ανελέητα, υποσχόμενοι σ’ αυτόν την ύστατη μέθεξη με την υπαρξιακή Ελευθερία, μέσα από διαδοχικές δοκιμασίες εξαγνισμού στον τελετουργικό βωμό βακχικών ανοσιουργημάτων. Στο τρίτο αυτό τμήμα του μυαλού του, σ’ αυτό το παράξενο εργαστήρι, ένας μικροσκοπικός Ήφαιστος χτυπούσε αδιάκοπα με το σφυρί του με ακατάβλητη μανία δημιουργικότητας.
«Αχ, δρόμοι της Ελευθερίας, πόσο φασματικοί είστε! Κι εσύ Ελευθερία, πόσο ομοούσια με την Ανυπαρξία!»
Εμπύρετος, κάθιδρος, τρελός από αγωνία, έτρεξε ένα γύρω την περιφέρεια της ταράτσας. Σε κάθε γωνιά που έφτανε χτυπούσε με το σώμα του στα σιδερένια κάγκελα που τον χώριζαν από την άβυσσο που έχαινε στην αντίπερα μεριά. Αυτά τα χαμηλά κάγκελα ήταν το μοναδικό παραπέτασμα ανάμεσα στο Ντανιέλ και στην Αιωνιότητα. Κι όσο χαμηλά κι αν ήταν, εντούτοις, έμοιαζαν με κυκλώπεια τείχη, απόρθητα και ανυπέρβλητα. Μια στάλα λογικής που είχε απομείνει μες στο μυαλό του, τον εμπόδιζε σθεναρά να πηδήξει στο κενό.
Όλα προκαθορισμένα, προαποφασισμένα. Πόρισμα ατελείωτων ωρών επιτελικών ασκήσεων επί χάρτου. Ολάκερη η ζωή του ένα άθλιο συνονθύλευμα επάλληλων συνεπειών ενός και μόνου αρχικού γεγονότος, όμοια με ντόμινο περίτεχνα στημένο ώστε να εξασφαλιστεί η πτώση και του τελευταίου κομματιού. Ο Μεφιστοφελής του, η αποτρόπαιη αυτή χίμαιρα, θρεφόταν και πάχαινε στρογγυλοκαθισμένος στο θρόνο της ψυχής του, μασουλώντας επί χρόνια την ασίγαστη φιλοδοξία του υποχείριού του.
«Τρισάθλιο, τρισκατάρατο γέννημα και θρέμμα της κενοδοξίας μου, ας επαίρεσαι και ας θριαμβολογείς για όσα ως τώρα έχεις προκαλέσει εντός μου! Μα σ’ ένα και μόνο πράγμα σου εφιστώ την προσοχή: Απόψε, μαζί μ’ εμένα θα χαθείς κι εσύ. Απόψε θα ελευθερωθώ από τα δεσμά σου!
»Μια ολάκερη ζωή σε λίγες στιγμές ελευθερίας… μια ολάκερη ζωή για λίγες στιγμές ελευθερίας…
»Σου πουλώ, ω Τέρας, τη ζωή μου όλη για τις λίγες τελευταίες στιγμές του απόλυτου μηδενός. Σε διαβεβαιώ πως η ανταλλαγή είναι απόλυτα δίκαιη και τίμια. Όλη μου η ζωή νόμισμα ακριβότερο δεν αξίζει. Ελεύθερος είσαι ν’ αγοράσεις, όπως ελεύθερος να πουλήσω είμαι κι εγώ. Στο βάθος είμαστε ένα και το αυτό. Δεν είσαι τίποτα περισσότερο από μια παραμορφωμένη μάσκα, μια μάσκα τόσο αληθινή και έντιμη ως προσωπείο, αλλά τόσο κίβδηλη και ανέντιμη ως πρόσωπο».
Και τότε η χίμαιρα, όμοια τρομερή και άγρια όπως την είχε αντικρίσει στον καθρέφτη του δωματίου του, εμφανίστηκε μπροστά του και του μίλησε αυστηρά.
ΧΙΜΑΙΡΑ
Μιλάς περίτεχνα κι αποπροσανατολιστικά.
Μα, αν το καλοσκεφτείς,
εκείνο που συμφέρον είναι για σένα,
ενίοτε το μανδύα της απλότητας και της ειλικρίνειας ντύνεται.
Μην, λοιπόν, με στολίδια περισσά και τορνευτές
θεατρινίστικες ατάκες, τη συμφορά σου, ω αλίμονο, επισπεύδεις.
Μη φοβάσαι σε μένα ν’ ανοιχτείς·
τα εσώψυχα και τις φοβίες σου τις μυχιότερες, ενώπιόν μου,
υπό το φως αλήθειας ν’ αποβάλλεις.
Εγώ, εξάλλου, από τα μέσα σε γνωρίζω
και ξέρω τι πρόκειται να πεις,
πριν καλά – καλά το στόμα σου ανοίξεις.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Ω, τρισκατάρατο ον!
Φορές πολλές την ψυχή μου ανενδοίαστα
κι ανερυθρίαστα βίασες κι ατίμασες.
Γιατί, λοιπόν, τώρα να σταματήσεις το ανίερό σου
έργο στην ψυχή μου επάνω;
Τη δουλειά σου καλά γνωρίζεις· κάνε την.
Μα κι εγώ πιότερο από σένα καλός δεν είμαι·
μονάχα που οι πράξεις μου στη φύση μου αντιβαίνουν,
ενώ εσύ, φύσει στυγνός και δόλιος, τις πράξεις σου
ανομολόγητα εύκολα κι ανεμπόδιστα επιτελείς.
ΧΙΜΑΙΡΑ
Ησύχασε και ηρέμησε θνητό μου είδωλο.
Προς Θεού, δεν είμαι ‘δώ για να σε καταστρέψω,
όμοια με τον κυνηγό που θήραμα ζητά για να σκοτώσει
κι έστω κι αν ζώο μεγαλόσωμο θέλησε εξαρχής,
το ελάχιστο κοτσύφι σημαδεύει.
Είμαι κοντά σου, δίπλα σου, εντός σου,
να σου σταθώ θέλοντας σα γνήσιος αλτρουιστής
και ιδεαλιστής συνάμα…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Πρόστυχο απολειφάδι, καιροσκόπε αδίστακτε,
πώς τολμάς το Θεό στο στόμα σου να βάζεις;!
Πώς μπορείς να επικαλείσαι επαίσχυντα οντότητες,
που, από καιρούς παλιούς, παλιότερους κι από το δικό σου,
έπαψαν να υπάρχουν;
ΧΙΜΑΙΡΑ
Βλάσφημος μη γίνεσαι, Ντανιέλ αγαπημένε.
Μέσα σου βαθιά πως ο Θεός υπάρχει ξέρεις.
Υπάρχει σε κάθε σου κίνηση,
σε κάθε απόφαση, σε κάθε σταυροδρόμι.
Υπάρχει στα βιβλία που σε γαλούχησαν,
στους φυσικούς νόμους που στη Σχολή διδάσκεις,
στις γυναίκες που αγάπησες,
στη μάνα που σε γέννησε…
Δύσκολο το Θεό ν’ απαρνηθείς, αν και
οντότητα πολύ νεότερη από εμένα Αυτός είναι.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Όμοια δύσκολο είναι για κάποιον που σε κλουβί γεννήθηκε
και μέσα εκεί ως τα βαθιά γεράματα να ζει καταδικάστηκε,
από τον ιδρυματισμό μεμιάς ν’ απαλλαγεί
και σ’ αχανείς λειμώνες να καλπάσει.
Όσο, όμως, κι αν ακατόρθωτο θεωρείται κάτι τέτοιο,
εγώ σήμερα, χωρίς καμία πείρα σε καταστάσεις
ταιριαστές σε αθανάτους μάλλον, παρά σε κοινούς θνητούς,
πετώ πάνω από σένα και το σινάφι σου ολάκερο,
πάν’ απ’ τη δύσμοιρη ανθρωπότητα και την οικτρή πραγματικότητα·
μόνος στη μοναδικότητά μου,
μοναδικός στη μοναξιά μου!
ΧΙΜΑΙΡΑ
Σώπασε!
Πολύ υπερφίαλος για να σωθείς αποδεικνύεσαι.
Ω, άμοιροί μου λόγοι,
Σε τι ακλόνητο εφορμάτε τοίχο!
Ένα μονάχα μάθε: πως αν του ευεργετούμενου η ευγνωμοσύνη
στιγμή μονήρη χαράς κι ικανοποίησης στον ευεργέτη φέρνει,
ισόποσα κι ακόμη περισσότερο η αχαριστία
σε θλίψη και οργή τον τελευταίο βυθίζει.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Για ποια ευγνωμοσύνη κι αγνωμοσύνη μου μιλάς;
Έννοιες άγνωρες σε σένα αμφότερες είναι.
Σε κανένα δε χρωστώ μήτε τη μια, μηδέ την άλλη.
Σ’ αυτές τις στερνές στιγμές μου,
άγνωστο ποιας αλήθειας πεφωτισμένος,
της αυθυπαρξίας, του αυτεξούσιου
και της αυτοδιάθεσής μου λαμβάνω γνώση·
αντίθετα μ’ εσέ, που στις αποφάσεις μου έρμαιο μοιάζεις,
όμοια με καρυδότσουφλο που και η ελάχιστη ακόμη
θαλάσσια κύμανση εδώ κι εκεί το παρασέρνει.
Γελώ μαζί σου, τραγική χίμαιρα, οικτρέ μου εαυτέ!
ΧΙΜΑΙΡΑ
Χαρά μεγάλη κι ευφροσύνη το «είναι» μου πλημμύρισε!
Το όνομά μου πρόφερες·
τι άλλο αξίζει πιότερο από την αναγνώριση;!
ΝΤΑΝΙΕΛ
Ώστε, αλήθεια, εγώ είμαι εσύ;
ΧΙΜΑΙΡΑ
Και όχι μόνο…
Τις πολύτιμες αντιστροφές των όρων μην ξεχνάς,
γιατί χάνεις έτσι την αλήθεια.
Εσύ είσαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ, τ’ ανάστροφο και πάλι.
Η αλήθεια με δυο αντικριστούς καθρέφτες μοιάζει·
καθένα απ’ τα είδωλα το άλλο αντικρίζει,
αλλά καθένα απ’ αυτά τα δυο επίσης,
ζωή ξεχωριστή κι αυτόνομη έχει.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Δάσκαλος δικός μου να είσαι δεν αξίζεις.
Κανείς δεν έμαθε απ’ τη χίμαιρα
κάτι αξιολογότερο απ’ το Μηδέν το ίδιο.
ΧΙΜΑΙΡΑ
Καμιά φορά, Μηδέν και Όλον σε τίποτα δε διαφέρουν·
και η μεταξύ τους διαφορά τόσο μικρούλα είναι
που δύναται στο μάτι μιας βελόνης να χωρέσει.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Εσύ, λοιπόν, που με κομπασμό περίσσιο διατείνεσαι
πως όλα τα γνωρίζεις, παρακαλώ να μου εξηγήσεις:
ποια η λεπτή διαφορά ανάμεσα σε δύο τέτοιες έννοιες;
Την αβάσταχτη ελαφρότητα της αφέλειάς μου
παρακαλώ συγχώρεσε, μιας και
μπρος σ’ ένα Κολοφώνα γνώσεων και πνεύματος
όπως του λόγου σου είσαι,
οικτρό και ασήμαντο υποκείμενο, εγώ, υποκλίνομαι
και ταπεινά τη φώτισή σου αποζητώ.
ΧΙΜΑΙΡΑ
(Σωπαίνει αινιγματικά)
ΝΤΑΝΙΕΛ
Τον ανώτερο, επομένως, εμένα μη μου κάνεις,
γιατί με τα δυο μου χέρια την τύχη σου,
άθυρμα ανίκανο κραδαίνω,
μιας κι όπως μου αποκάλυψες:
εγώ είμαι εσύ, κι εσύ είσαι εγώ.
Μη βιάζεσαι, λοιπόν, από τούτο εδώ το πλάτωμα
να σε κατακρημνίσω!
ΧΙΜΑΙΡΑ
Φοβούμενος τις απειλές σου και σύγκορμος τρέμοντας,
όπως τα φύλλα τα σαθρά στον φθινοπωρινό αέρα,
το στόμα μου στεγανά να σφαλίσω ωφελεί
και στο δρόμο σου από λάθος μου ποτέ να μην παρεμβληθώ·
αφού υπόσχεση και, σύνωρα, κατάρα παίρνω
πως αν τ’ αντίθετα εγώ πράξω,
την τύχη του άμορφου κονιορτού θα πάω να συναντήσω.
Φοβούμαι σε, αδερφέ μου…
(Γελά ηχηρά καταπρόσωπο του Ντανιέλ)
ΝΤΑΝΙΕΛ
Τις ειρωνείες και τα δηκτικά, πικρόχολά σου σχόλια
για τον εαυτό σου κράτησε…
ΧΙΜΑΙΡΑ
Για σένα, δηλαδή…
(Γελά και πάλι)
Το παιχνίδι αυτό μεγάλο κέφι αρχίζει να μου προκαλεί.
Γι αυτό να συνεχίσεις σε παρακαλώ.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Πισσωμένα σκότη κι ερέβη ζοφερά·
κι εσείς σύννεφα που το θόλο τ’ ουρανού καταπλακώνεται,
τις στερνές αυτές στιγμές της ζήσης μου
κι απ’ τ’ ολύμπιο υψόμετρο όπου βρίσκομαι,
το βλέμμα προς τα κάτω δε φελά να ρίξω
προκειμένου το άθλιο τούτο πλάσμα απέναντί μου ν’ αντικρίσω!
Όρκο βαρύ παίρνω πως σε καμιά περίπτωση
την ανάβαση απ’ τα ριζά του όρους δε θ’ αρχίσω πάλι,
στο βάθρο που είμαι τώρα για να ξανανέβω·
στο όνομα μηδενός εγωισμού κι εκδίκησης.
ΧΙΜΑΙΡΑ
Μίλησες, η ακοή μου αν δε μ’ απατά, για στερνές στιγμές.
Συμβόλαιο με το μέλλον, όσο μακριά η μνήμη μου κι αν τρέξει,
κανείς στην πλάση ετούτη, ή οποιαδήποτε άλλη,
ποτέ δεν έχει υπογράψει.
Πρωτοπορία σαν κι αυτή μόνο εσύ διεκδικείς.
Σε προκαλώ ν’ ανακαλέσεις…
(Χτύπησε με άγρια μανία τις οπλές των πίσω ποδιών της στο έδαφος και βρυχήθηκε).
ΝΤΑΝΙΕΛ
Θέλεις να με φοβίσεις,
της απόφασής μου τ’ ακλόνητα θεμέλια να διαβρώσεις·
πιστεύω και ιδέες, που εσύ ο ίδιος
μου φανέρωσες την ίδια τούτη μέρα,
χιμάς για να σφετεριστείς.
Ποιος, τέλος πάντων είν’ ο ρόλος σου;
Πόσα τα προσωπεία σου;
Ποιοι, τάχα, οι ανίεροι ή ιεροί σου σκοποί σου;
Ποιοι, τέλος, στάθηκαν οικτροί γεννήτορές σου;
Πες μου, λοιπόν, κι εμένα·
λίγη απ’ τη φώτισή σου δώσε μου, σε ξορκίζω…
(Η χίμαιρα εξαφανίστηκε, το ίδιο αιφνίδια κι απρόσκλητα όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί πάνω στην ταράτσα).
Μα, πού πήγες, γιατί εξαφανίστηκες;
Μήπως ανίκανο για να θωρήσω εσέ με κρίνεις
και τους πιστούς απ’ τους άπιστους είναι ώρα να ξεκρίνεις;
Εν τέλει, στην αιματοβαμμένη αρένα μονομάχοι
εσύ κι εγώ, μονάχοι θα βρεθούμε.
Η εξαφάνισή σου λίγο μ’ ανησυχεί προς το παρόν·
η μοίρα μας προκαθορισμένη είναι:
στο αίμα θα κυλιστούμε αμφότεροι.
Μα, τη στιγμή της κρίσιμης καμπής,
την ώρα, που με χρόνου διαστάσεις αδυνατεί κανείς να πει,
νικητής εγώ θα εγερθώ πάνω απ’ τ’ άψυχο κορμί σου
και το βρομερό κι απαίσιο κεφάλι σου
τρόπαιο ιαμβικό στα χέρια μου θα κραδαίνω.
Εντάξει, λοιπόν, για τώρα εξαφανίσου·
την ελεεινή σου ύπαρξη με λίγες επιπλέον στιγμές ζωής αντάμειψε.
Ωστόσο, μπροστά στην ατελείωτη κι ατέρμονη Ανυπαρξία,
λίγες στιγμές ζωής, μήτε με μικροσκόπιο δεν είναι ορατές…
Λίγο μετά από τη στιγμή που η χίμαιρα εξαφανίστηκε το Ντανιέλ περικύκλωσαν, εν είδει αρχαίου θεατρικού χορού πάνω στης ταράτσας τη σκηνή, μαυροντυμένες, τεθλιμμένες, θρηνωδοί υπάρξεις, ίδιες φασματικές κι αόριστες σκιές, που έσερναν βαρύ το βήμα τους σα να τραβούσαν ξοπίσω τους όλο το βάρος του κόσμου. Ήταν πολύ κοντά του, ολόγυρά του, μα έμοιαζαν συγχρόνως απείρως μακρινές κι απρόσιτες. Τα πρόσωπά τους ήταν βυθισμένα μες στο σκοτάδι που δημιουργούσαν οι φλογόσχημες κουκούλες τους και τα σώματά τους ήταν καλυμμένα με καλογερίστικα, χοντροραμμένα ράσα. Εξαιτίας αυτής τους της εμφάνισης, έμοιαζαν με προχριστιανική πομπή Δρυίδων πάνω σε υγρά, κρουσταλλιασμένα λιβάδια του Βορρά. Αίφνης, η πομπή αυτή, αυτός ο κύκλος των πενθούντων σκιών, σταμάτησε το μοιρολόι και αρχίνισε το χορό, με βήματα υπάκουα σε περιοδικούς, ρυθμικούς χρόνους, καθορισμένους από το μονοφωνικό, πρωτόλειο ήχο κάποιου αυλού που δεν έφτανε ως τα αυτιά του Ντανιέλ. Ένας κρυμμένος στα σκοτάδια Πάνας φυσούσε στον αυλό του και ο κύκλος των σκιών λικνιζόταν.
ΧΟΡΟΣ
Οι κλαυθμοί και οι οδυρμοί σου
σε άσπλαχνης τραχύτητας θα πέσουν τοίχο·
μιας και παλλόμενη καρδιά σε κύτος θώρακα
κανείς ημών δε φέρει.
Αλίμονο σε ζωντανό που σε νεκρούς μιλά…
Ο χορός των σκιών, μόλις απόσωσαν τα λόγια τους, έκαναν στενότερο τον κύκλο τους γύρο από το Ντανιέλ. Τότε μια σιλουέτα σκιερή ξεχώρισε κάνοντας τρία βήματα μπροστά από τις υπόλοιπες. Με αργές, τελετουργικές κινήσεις τράβηξε από πάνω της την κουκούλα και την έριξε πίσω, αποκαλύπτοντας στο Ντανιέλ το νεκρικό της πρόσωπο.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Ω, ξακουστή και ιερή θεά Σύμπτωση
και συ σκληρή μου Τύχη,
αδερφάδες και οι δυο σας,
απ’ της Ζωής και του Θανάτου τον έρωτα ομότιμοι καρποί
τι παιχνίδι τραγικό πάνω στο μυαλού μου τη σκακιέρα αρχινίσατε;
Μήπως τα μάτια μου, που τ’ Άπειρο από τώρα αχνοδιακρίνουν,
είναι αυτά που βάλθηκαν με φανταστικές εικόνες
το νου μου να γεμίσουν;
Όχι, καμιά οφθαλμαπάτη μ’ αυτή την εμπειρία δε συγκρίνεται.
ΜΑΤΙΕ
Θάνατος πιότερο άδικος από εκείνον που
αιφνίδια με το δρεπάνι του άγουρη κεφαλή αποκόβει,
στη ζήση ετούτη, μηδέ σε όποια άλλη, δεν υπάρχει.
Ο Χάρος μοιάζει με γεωργό τρελό που το σιτάρι αλέθει,
πριν καν αυτό ψηλώσει αρκετά τη γη για να σκεπάσει.
Άγγελος φοβερός και πάνοπλος,
ρομφαία θανάτου απ’ το θηκάρι τράβηξε
και τη ζωή απ’ τ’ ανάξιο σώμα μου ξεκόλλησε μεμιάς,
όμοια με ραγισμένο αυγό που απ’ το περιεχόμενο στραγγίζει
όταν σε επιφάνεια σκληρή και άκαμπτη προσπέσει
και τσόφλι άχρηστο απομένει.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Όπως η πέτρα η τρανή, που απ’ τη στράτα του
ο διαβάτης με δύναμη κλωτσά
το δρόμο του να ελευθερώσει θέλοντας,
έτσι κι εσύ, ανάξιε, γλοιώδη υπάνθρωπε,
το τέλος που σου έμελλε αντάξιό σου είναι.
Γιατί τέλος πιότερο αξιοπρεπές και ταιριαστό απ’ αυτό
κανείς Θεός, ή Φύση, ή οτιδήποτε τούτο τον κόσμο ορίζει,
ποτέ δεν επιφύλαξε για λόγου σου.
Φυσικό είναι, λοιπόν, σκουλήκια έρποντα και μιαρά,
το χυλώδες έσω τους υγρό από μιανής μπότας την πίεση
στο έδαφος λίπασμα να προσφέρουν.
ΜΑΤΙΕ
Ποιος θαρρείς πως είσαι συ,
που τις μοίρες των ανθρώπων να ορίζεις αξιώνεις,
τα σκήπτρα και τα δίκαια του Θεού κλέβοντας;
Κανείς θνητός, ζωή αλλήλου εκούσια,
από του βιού τις αλησμόνητες χαρές και λύπες,
να στερεί δεν δικαιούται.
Βλασφήμια και ύβρις ανιερότατη
απέναντι στο ζείδωρο Θεό ομοιάζει κάτι τέτοιο.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Αλήθεια είναι πως ο Θάνατος
με γνώση πλέρια κι ολοκληρωμένη
τον στη χώρα του ταξιδευτή ανταμείβει.
Μόνο που η γνώση η στερνή που ο Θεριστής χαρίζει,
άχρηστη κι ανεκμετάλλευτη είναι,
μιας και κανείς νεκρός πράξεις απτές δε δύναται πια να κάνει,
παρά μονάχα σ’ ατέλευτο μαρτύριο καταδικασμένος είναι
να προσκρούει εδώ κι εκεί σ’ αόρατα ντουβάρια
από των Ερινυών την οργή καταδιωκόμενος.
Τα λόγια σου, Ματιέ, παλιέ μου φίλε,
για μια φορά μονάχη στης ύπαρξής σου την ανώμαλη τροχιά
σύμφωνα με τη λογική θαρρώ πως είναι.
Να, που η πράξη μου αυτή καρπούς
απρόσμενα χυμώδεις μπροστά μου ξεπετά.
Όπως, όμως, ο έντιμος αγρότης τα παρασιτικά του αγρού φυτά
με φάρμακο εξοντώνει, τη σοδιά του αν θέλει να εξασφαλίσει,
όμοια κι εγώ εσένα εξόντωσα, τον κόσμο να γλιτώσω.
ΜΑΤΙΕ
Τα λόγια τα σκληρά που εκστομίζεις,
διπλά νεκρό με καθιστούν,
αφού μ’ αλήθειες απάνθρωπα οδυνηρές
την άμοιρή μου ύπαρξη φορτώνουν.
Ένας νεκρός, το ίδιο όπως το νερό,
καταδικάζεται να ρέει στους αιώνες
ανάμεσα από το κενό και τα απτά αντικείμενα,
το υλικό και τ’ άυλο,
το ορατό και το αόρατο,
το νου και την ψυχή…
Μα, μην ξεχνάς πως το νερό σε πάγο και σε καυτό ατμό
μπορεί να μεταμορφωθεί κι, ανάλογα,
του θανάτου τον υπαίτιο να παγώσει ή να κάψει!
ΝΤΑΝΙΕΛ
Απειλές φασμάτων του άλλου κόσμου,
για κάποιον σαν κι εμένα που καλά τα ξέρει και μαζί τους ζει,
με σπόρους μάταια φυτεμένους
σ’ έδαφος άνυδρο και στείρο μοιάζουν.
Γι αυτό μη μ’ απειλείς· τίποτα δεν πετυχαίνεις.
ΜΑΤΙΕ
Δεν ξέρεις πόσο αλγεινά αισθήματα
κάποιος νεκρός βιώνει όταν η τελευταία του ματιά στα εγκόσμια
πως τελευταία είναι συνειδητοποιήσει.
Και πόσο το άλγος πιο φρικτό κι αβάσταχτο
των νευρώνων τις μακριές αποφυάδες με βελόνι χοντρό κεντρίζει,
όταν η στερνή αυτή ματιά δεν ντύνεται
γαλήνιας μακαριότητας πέπλο,
από μετάνοιες και προσευχών θυμίαμα υφασμένο,
παρά την ατέρμονη αιωνιότητα προσμένει μέσα της να χαθεί.
Αισθήματα σαν και δαύτα, με τσεκουριά δημίου άστοχη,
που σε γυμνό αυχένα αδέξια πέφτει,
όμοια πονούν και όμοια δε σκοτώνουν,
παρά το θύμα τους ανάμεσα σε ζωή και θάνατο μετέωρο αφήνουν.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Τη φορά ετούτη, κατάρα ζοφερή και ερεβώδη
εγώ είμαι εκείνος που θα στείλει ενάντιά σου.
Γιατί θαρρώ πως και εκεί στον άλλο κόσμο,
μαρτύριο αντάξιο των πράξεων
και της ακόλαστης ζωής σου δεν υφίστασαι.
Όργανα βασανισμού και μαρτυρίου στο δήμιό σου
με τις κατάρες μου αυτές εγώ προσφέρω·
πως καταδίκη, από ανθρώπου νου ασύλληπτη,
στον άλλο κόσμο εκτίεις να βεβαιωθώ.
Σάπιζε, ω σαθρή κι απαίδευτη ψυχή,
εκεί στον Άδη όπου αλυσοδεμένη είσαι!
Κάψου, ω άφατης ματαιότητας οικτρό εσύ είδωλο
Στο αιώνιο το Πυρ, που μέσα από την κολασμένη κάμινο,
τις γλώσσες του βγάζει, της ύλης την υφή να γλείψει!
Πάγωνε, ω γλοιώδους ποταπότητας εσύ προσωποποίηση,
κατάκεντρα μες στην καρδιά του μεγαλύτερου παγόβουνου,
που σ’ αρκτικής θαλάσσης επιφάνεια επιπλέει!
Διασκορπίσου, ω επαίσχυντο εσύ ανθρωπάριο, σε κομμάτια τόσα
που το σύνολο των άστρων τ’ ουρανού,
με μιας παλάμης δάκτυλα εμπρός τους ομοιάζουν!
Κατάρα τόση κι άλλη τόση·
τρεις φορές κατάρα και καταδίκη αιώνια!
Χάσου για πάντα γέννημα εσύ του σκότους!
Της Ελευθερίας μου το εκτυφλωτικό αιώνιο φως θα σε εξαφανίσει…
Όταν ο Ντανιέλ απόσωσε τα λόγια του, το φάσμα του νεκρού Ματιέ εξαφανίστηκε και απέμεινε ο κύκλος με τις υπόλοιπες σκιές.
ΧΟΡΟΣ
Οι κλαυθμοί και οι οδυρμοί σου
σε άσπλαχνης τραχύτητας θα πέσουν τοίχο·
μιας και παλλόμενη καρδιά σε κύτος θώρακα
κανείς ημών δε φέρει.
Αλίμονο σε ζωντανό που σε νεκρούς μιλά…
Ο επόμενος νεκρός προχώρησε δύο βήματα μπροστά από το χορό και αποκαλύφτηκε με τη σειρά του, βγάζοντας όμοια με τον προηγούμενο την κουκούλα του. Ήταν η Ναντίν, που το ωχρό χρώμα του προσώπου της και τα μάτια με το κενό βλέμμα τη στερούσαν από το αλλοτινό φιλήδονο ύφος της. Αυτή, που όσο ζούσε είχε καταφέρει να προκαλέσει δυο φορές μες σε μια μέρα τη σεξουαλική αποκορύφωση στο Ντανιέλ, τώρα τον έκανε να αναριγήσει με την κενότητά της.
ΝΑΝΤΙΝ
Αγάπη μου, ποιας τάχα τρέλας στην τροχιά έρμαιο εγκλωβίστηκες
και θύτης, σύνωρα και θύμα, τα πεπρωμένα μας
σε μιας και μόνης μέρας την ελάχιστη διάρκεια
κατάφερες να ενώσεις;
Ποια η δύναμη αυτή η μεταφυσική κι ακατάβλητη
που μιας ολάκερης ζωής πορεία εκτρέπει έξω από τις ράγες,
όπου οι ρόδες της νομοτελειακά
κι από θείας πνοής ώθηση κινούμενες
τα επίγεια διασχίζουν;
Καταχραστής της ελευθερίας της ιερής,
που από κάποιας ουράνιας κρήνης στόμιο πηγάζει,
στέκεις απέναντί μου εσύ·
εσύ, τροχιοδείκτη κι αγωγέ της ταπεινής μου ειμαρμένης.
Στων αιώνων την απεραντοσύνη
και σε σκιερής, στέρφας γης το έδαφος,
μαζί, γλυκέ μου άγγελε, τα πόδια μας θα σέρνουμε πλάι-πλάι.
Ευτυχία πιότερη κανείς δε θα μπορούσε άλλος να χαρίσει
στης νεαρής μου άμορφης ψυχής το μέλλον.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Ω, στοιχειό εσύ, της ώρας τούτης της στερνής ακάλεστε επισκέπτη!
Εσύ είσαι εκείνη, που την αμόλευτη ψυχή σου,
με σκοπό ιδιοτελή και πρόστυχο, σκεύος εγώ κατέστησα,
χρυσοποίκιλτο λαγήνι που στα λεία, περίτεχνά του κοίλα,
το απόσταγμα του ιερού σκοπού μου έχυσα.
Η μοίρα σου δικής σου βουλής κατεύθυνση δεν έμελλε να πάρει,
παρά υποχείριο έγινε του δικού μου αλλοπρόσαλλου ντελιρίου.
Απόδειξη τρανή της υπαρξιακής μου αγωνίας, αγνή μου κόρη,
εσύ καλείσαι τώρα της Ελευθερίας μου την ολκή
σε πέρατα άγνωρα με παρρησία να διαδηλώσεις.
ΝΑΝΤΙΝ
Πόσο απαλά, θωπευτικά τα λόγια σου αυτά
τ’ αυτιά μου ευχάριστα γαργαλίζουν·
απόλυτη ευτυχία και ηδονή συνάμα,
ως δώρο απρόσμενα πολύτιμο, χαρίζουν!
Συ ο Θεός μου, συ και ο μοναδικός σκοπός μου,
που μες στης ψυχής μου τα τρυφερά λουλουδιασμένα δώματα,
έκρυβα εγγενώς ως τώρα.
Της παρθενιάς μου άπαξ δολοφόνε,
από κρημνών τις χαίνουσες αβύσσους
κι από λειμώνων σκιερών τα νεκρωμένα άνθη,
ταίρι παντοτινό σ’ εσένα καταφθάνω.
Με βέρες αόρατες και νυφικό στεφάνι στο κεφάλι,
όμορφη όσο ποτέ ξανά στη ζήση μου δε στάθηκα,
Νυμφεύομαι εσέ με όρκους αγύριστους, παντοτινούς
από σήμερα και στων αιώνων την απεραντοσύνη…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Μη των νεκρών τις κίβδηλες ελπίδες αφήσεις
της μακαριότητας τον πέπλο από την κώμη σου να κλέψουν.
Θύμα μου εσύ εν ζωή,
μη και στου θανάτου το βασίλειο
θύμα δικό μου γίνεις όμοια πάλι.
Μάταιες των νεκρών οι αγάπες και οι πόθοι,
όταν σε ζώντων τις καρδιές τα βέλη τους τοξεύουν.
Μάταιες, σύντυχα, κι οι πίκρες και οι κατάρες
από του τάφου την υπόγεια στοά στον πάνω κόσμο φτάνουν
και άστοχα την ύλη προσπερνούν σα ζαλισμένοι ταύροι.
Χίμαιρες παρελκυστικές εκεί που στέκεις μη συναναστρέφεσαι,
γιατί, όπως η φύση τους μπάσταρδη απ’ τα πανάρχαια χρόνια είναι,
το ίδιο μπάσταρδες κι ανυπόστατες είναι οι υποσχέσεις τους,
που ζώντες και νεκρούς ακόμη βαυκαλίζουν.
ΝΑΝΤΙΝ
Μη άλλες προτροπές και νύξεις στείλεις προς εμέ!
Γιατί στο βάθος της ακίνητης καρδιάς μου εγώ καλά γνωρίζω
πως τυχαία δε διαλέχτηκα το τέλος τούτο να ‘βρω.
Μάθε, λοιπόν, μνηστήρα μου πως στον Κάτω τούτο Κόσμο
οι χίμαιρες τους νεκρούς ανέκαθεν απέφευγαν.
Εδώ κάτω πλάσματα σαν κι αυτά δεν ευδοκιμούν.
Το μόνο που φυτρώνει στη στέρφα τούτη γη
είναι η λύπη· μονάχα η λύπη.
Θλίψη ατέλειωτη, ψυχοδιαβρωτική
των νεκρών τις άμοιρες υπάρξεις με πόνο κατατρύχει
κι, έπειτα, ελπίδες φρούδες για ίαση μας δίνει,
όμοια όπως ο γιατρός, που θεραπείας βότανο άλλο δεν έχει
παρά μονάχα ένα αντίδοτο σε φιαλίδιο στη ζώνη περασμένο,
και γι αυτό σε συνανθρώπους δύστυχους
κι απ’ της ζωής τη λίστα από καιρό σβησμένους
αρρώστια τέτοια προκαλεί
που μόνο το αντίδοτό του να καταπολεμήσει δύναται.
Τη γήινη σάρκα σου το ξέρω πως ποτέ δε θα γευτώ·
ωστόσο, την ψυχή σου στην παγερή μου αγκάλη
να κλείσω αδημονώ…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Μωρή, ασώματη ψυχή,
τη λύπη σου να γλυκάνεις μάταια αποπειράσαι.
Γνώριζε, λοιπόν, ότι ο κόσμος όπου περιδιαβαίνεις,
από κάθε επικοινωνίας γέφυρα με τον ιερό προορισμό μου
αποστερημένος πάντα θα μένει.
Κανείς νεκρός στο παρελθόν, στο παρόν, μηδέ στο μέλλον
την πορεία τη δική μου ν’ ακολουθήσει δε μπορεί.
ΝΑΝΤΙΝ
Μα ποια, επιτέλους, η πορεία σου;
Ποια η διαφορετικότητά σου;
Ποιο το καπρίτσιο που στο πρόσωπό σου η Μοίρα ικανοποιεί;
Πώς, ανάμεσα σε ζώντες και νεκρούς,
μόνος εσύ τέτοιο πεπρωμένο έχεις, έτσι που
με τοίχο ανυπέρβλητο το μέλλον σου από των άλλων διαχωρίζεις;
Άντρας δικός μου στη Γη δεν ήσουν.
Όμως, σύζυγός μου, στον ίδιο ζυγό που
τον τράχηλό μου περιορίζει, ζεμένος στον άλλο κόσμο θα ‘σαι.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Αυταπάτες και ψευδαισθήσεις σε μένα δεν ταιριάζουν·
δικές σου στων αιώνων τ’ αργοσάλεμα κράτησέ τες.
Εγώ, ελεύθερος καλπάζω από τώρα σε σύννεφα ροδόχροα,
από του ήλιου τ’ άρματος την τρελή πορεία χαραγμένα.
Σε πνοή, που κάγκελα κλουβιού ποτέ δε γνώρισε, μεταμφιέζομαι
κι ανάμεσα στων δύο κόσμων τους ατέρμονους κυματισμούς
εγώ αρμενίζω με χάρη κι ευκολία.
Τέτοιο είναι, λοιπόν, το μέλλον μου.
Ανάξιοι εσείς οι υπόλοιποι ν’ αντικρίσετε
του μέλλοντός μου αυτού τη λαμπρότητα είστε.
Κανέναν σας, ωστόσο, δε λυπάμαι,
κανέναν δεν οικτίρω για τη αδυναμία τούτη.
Θεός δικός μου είμαι Εγώ και δεν αναγνωρίζω
άλλον Θεό εξόν απ’ το «εγώ» μου.
ΝΑΝΤΙΝ
Αλίμονο, αγαπημένε μου,
τα λόγια σου υβριστικά και ασεβή ως είναι,
την ασώματη ψυχή μου αλγεινά ξεσκίζουν!
Κύρη μου, τη γνώμη άλλαξε κι από τα χείλη σου,
που στης επιφάνειάς τους το βελούδο
τον πόθο μου πριν λίγη ώρα έσβηνα,
λόγια διαφορετικά εκστόμισε.
Κανείς θεός, άνθρωπος, ή νεκρός, του εγωισμού σου
τη φουσκονεριά ν’ ανεχτεί δε θα μπορέσει.
Η στιγμή, όπου το Σύμπαν ολάκερο
στων φλογερών ματιών σου τη λαμπερή λευκή σταγόνα
θα σβηστεί κι ανάμνηση θα μείνει, δεν αργεί.
Και τότε θα σκεφτείς με τρόμο αυτά:
Ποια η υπόστασή σου και ποιος ο σκοπός σου ο ιερός;
Την αποφράδα εκείνη στιγμή μονάχος θα σταθείς,
μα ένα μόνο να ξέρεις:
μονήρης ύλη ανάμεσα στο τίποτα,
εύχεται ως ύλη ποτέ να μη γεννιόταν.
Φοβερό ελεύθερος να είσαι
όταν μονάχος στο Τίποτα αιωρείσαι.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Το Τίποτα ελευθερία πιότερη από το Μέρος.
Το Τίποτα με Όλον μοιάζει σε μάτια νεκρού,
που απ’ το τίποτα τροφοδοτούνται.
ΝΑΝΤΙΝ
Έλα κοντά μου, εδώ στου λειμώνα μου τη μουντή λάσπη.
Μονάχη ανάμεσα σε νεκρούς μη μ’ αποξεχνάς,
αφού υπαίτιος του θανάτου μου εσύ μονάχα είσαι.
Πραγματικά ελεύθερος είναι εκείνος που
των πράξεων τις συνέπειες επωμίζεται μονάχος,
το βάρος τους μαθαίνοντας στους ώμους του ν’ αντέχει.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Στοιχειό, στον κόσμο σου έγκλειστη εσύ
κι εγώ στη λευτεριά μου.
Καμιά ευθύνη απέναντί σου εγώ δε φέρω,
μιας και των πράξεών του υπόλογος
κανείς ελεύθερος δεν είναι.
Ποια δύναμη ανώτερη από εμένα, τις συνέπειες των πράξεών μου, όμοια με τρίζουσες βαριές αλύσους να φορτωθώ αξιώνει;
Καμία τέτοια δύναμη δεν παραδέχομαι
γιατί μόνος εγώ η αρχή η ανωτέρα είμαι.
Και ως τέτοια αρχή, το σκήπτρο μου χτυπώντας καταγής,
προστάζω εσέ ως ήρθες να εξαφανιστείς·
στο μαύρο χάος και του Άδη την παγερή ερημιά
οικτρά ταπεινωμένη να επιστρέψεις!
Το δρόμο σου στη Γη τον διάλεξες: ήρθες σ’ εμένα.
Τώρα, λοιπόν, το ίδιο τ’ αποτέλεσμα της εκλογής σου υφίστασαι,
μιας και σε δύναμη ανώτερη από ‘σένα,
τυφλωμένη απ’ τη φωτοχυσία της, αλόγιστα προσέφυγες.
ΝΑΝΤΙΝ
Ανύμφευτη στη Γη, το ίδιο ανύμφευτη στον Άδη απομένω.
Κατάρα βαριά κι ασήκωτη
στους ώμους σου η μοναξιά μου ας πέσει,
στοιχειώνοντας τη ζήση σου την υπόλοιπη, μα και το θάνατό σου!
ΝΤΑΝΙΕΛ
Ελεύθερος την κατάρα που εκτοξεύεις να δεχτώ είμαι.
Χάσου, όμως, τώρα!
ΧΟΡΟΣ
Η οργή κι ο πόνος σου
σε άσπλαχνης τραχύτητας θα πέσουν τοίχο·
μιας και παλλόμενη καρδιά σε κύτος θώρακα
κανείς ημών δε φέρει.
Αλίμονο σε ζωντανό που σε νεκρούς μιλά…
Ο τελευταίος νεκρός, προχώρησε ένα και μόνο βήμα προς την κατεύθυνση του Ντανιέλ και στάθηκε εκεί, απέναντί του, πολύ ώρα να τον κοιτά χωρίς τίποτα να λέει. Μια αιωνιότητα έπειτα, η σιωπή λύθηκε και μια σπαραχτικά λυπητερή φωνή, τόσο γνώριμη αλλά και πονεμένη, ακούστηκε με μελαγχολική αβρότητα.
ΜΑΝΑ
Γιε μου, γιατί το μονοπάτι το στενό και αφιλόξενο από τη δημοσιά,
που ο Κύριος μ’ αγάπη άνοιξε για σε, προτίμησες;
Γιατί της μάνας την καρδιά, με πέλεκυ
βαρύ κι ακονισμένο, θανάσιμα κομμάτιασες;
ΝΤΑΝΙΕΛ
Ω, μάνα μου γλυκιά κι αγαπημένη,
όπως το δώμα, που σφραγιστό ολούθε είναι,
τα τελευταία μόρια οξυγόνου του κατοίκου του ρουφά,
όμοια η παρουσία σου εδώ για με θανατηφόρος είναι.
Θαρρώ η φράση σου αυτή,
σχήμα απλό του λόγου ήταν.
Όχι, δε θα σ’ αφήσω νου ιπτάμενε και φαντασιοκόπε,
την ημιθανή και βαρυφορτωμένη μου ψυχή
μ’ απώλεια φριχτή κι αβάσταχτη στα στερνά μου να φορτώσεις!
Τη μάνα μου την πίκρανα, το ξέρω.
Μα για την κατάσταση την τωρινή όπου παραπαίω,
τίποτε του λόγου της δεν ξέρει,
και ήρεμη στο σπίτι μας το πατρικό
σε ύπνο κατανυκτικό κι ευχάριστο έχει πέσει
εμέ ονειρευόμενη, με μια στάλα πίκρας να κρέμεται,
σαν το άγουρο τσαμπί του κλήματος,
στην άκρη της καρδιάς της…
ΜΑΝΑ
Γιατί παιδί μου, απ’ τον κόσμο όπου η λήθη βασιλεύει,
απότομα με ξύπνησες μ’ ανησυχία αλγεινή;
Ποιας δύναμης δαιμονικής απόφαση ανήκουστη ήτανε,
την ίδια ημέρα που έφυγα απ’ τη Γη,
στον ίδιο τόπο άνυδρο και πάλι να επιστρέψω;
Βάσανα κι έγνοιες μύριες εν ζωή μου φόρτωσες,
γι αυτό μη θες τις άσχημες ειδήσεις σου,
στον Κάτω Κόσμο που έπεσα, να μου ταχυδρομήσεις.
Τα γράμματά σου αυτά προορισμό δε θα ‘βρουν,
μιας κι όλες οι ψυχές στην ίδια λάσπη έχουμε φυτευτεί,
κάτω απ’ ανήλιαγους υπόγειους ουρανούς και
στων κυκλώνων τη μανία έρμαιες.
Όλες μαζί εμείς οι ασώματες ψυχές,
σε έλη, πτωμάτων δυσωδίες αναδύοντα, αναμοχλευόμαστε,
όπως οι σπόροι μες σε καζάνι με βραστό νερό.
Ποιος λογικός το χέρι του θα έβαζε, λοιπόν, εκεί
το γράμμα του ν’ αφήσει;
ΝΤΑΝΙΕΛ
Όσο κι αν η καρδιά μου, τη φοβερή
ετούτη είδηση αρνείται να δεχτεί,
εντούτοις, ο νους μου που υπολειτουργεί,
να σε ρωτήσω πάλι μου επιβάλλει αλγεινά:
Μητέρα, κι εσύ από τον κόσμο τον ζοφερό
των προηγούμενων φασμάτων, που ανηλεώς
με καταράστηκαν σε πυρ χειρότερο κι από εκείνο της Κολάσεως,
τώρα μου αποκρίνεσαι;
Πότε ακριβώς, στης αποφράδας τούτης μέρας τη διάρκεια,
έγινε το κακό;
Πότε στον μακρύ των θυμάτων μου κατάλογο
κι εσένα, ιερό μου λίκνο, πρόσθεσα;
Ο χαμός σου, ω γλυκιά μου μάνα,
με μοναξιά δυσβάσταχτη και παγερή το κορμί μου διαποτίζει,
τα μαλακά του μόρια, σε πλήρη πόνων ισχαιμία καταστρέφοντας!
Ετούτη τη στιγμή, στο πλήρωμα του χρόνου,
με τα εγκόσμια εγώ δεμένος να είμαι δε μου πρέπει·
κι όμως, η απώλειά σου, μάνα,
πιότερο κι από πελώρια πυρκαγιά, το «είναι» μου σκοτώνει.
ΜΑΝΑ
Μάθε πως Θεός κανείς για σε δεν υπάρχει,
όμοια όπως ο ιερός σκοπός σου ποτέ του δεν υπήρξε.
Το ίδιο δεν υπάρχει πια για σένα και η μάνα!
Η Μάνα κι ο Θεός, οι δυο ιερές τούτες λέξεις,
από το στόμα σου το άδικο και ποταπό,
ποτέ ξανά να μη δραπετεύσουν!
Πάνω σε γήινο χώμα, τα ίχνη από τα πόδια σου,
ποτέ βλαστών γεννήτορες να μη σταθούν, σε καταριέμαι!
Μονάχα, όμοια όπως η στέρφα γυναίκα των άλλων τα παιδιά μισεί
όταν ν’ αναπτύσσονται και να τρανώνονται τα βλέπει,
το χώμα που πατείς να μαραζώσει από το μίσος σου,
κι με ρυτίδες ανώμαλες η στεγνή επιφάνειά του ν’ αυλακωθεί!
Εκείνος που άκαρδα το Θεό του σκοτώνει,
σ’ επιφάνεια αχανή άκαρπης γης πλανιέται,
έχοντας, παρόλα αυτά, στη μέση του δεμένο ένα σχοινί,
ως η σανίδα σωτηρίας για τον ναυαγισμένο.
Τραβώντας το με τα χέρια του, σε γόνιμους, ευλογημένους τόπους
δύναται να ξανακαλπάσει με ρυθμό φρενιτιώδη,
όπως το άτι που την ελευθερία του καιρό πολύ στερήθηκε
και μόλις το ξεζέψουν, τριποδίζει ασταμάτητα.
Όμως, ω Μοίρες, οικτιρμούς και δάκρυα ατέλειωτα χύστε
για κείνον που στο φόνο του Θεού δεν αρκείται,
μα τη φρενιασμένη του μανία με χτύπημα θανάσιμο
στα σπλάχνα που τον γέννησαν ικανοποιεί!
Ο δύσμοιρος δεν ξέρει πως έτσι αποκόβει,
ακόμη κι αυτό το ελάχιστο σχοινί που με τη σωτηρία τον ενώνει.
Αυτοκαταδικάζεται, λοιπόν, σ’ αιώνιο, αφάνταστο μαρτύριο…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Άδικα και σκληρά τα λόγια σου μητέρα.
Αν οι φιλοδοξίες, που έθρεφες χρόνους πολλούς για μένα,
σε δρόμο άλλο απ’ το δικό μου βαδίζουν,
αυτό δεν είναι λόγος για να με κατηγορείς για το χαμό σου.
Πραγματικός σου δήμιος επάνω στο βωμό
που η ίδια έστησες απ’ αγάπη ζέουσα, με τα ίδια χέρια
που στοργικά την παιδική μου κόμη θώπευαν,
η ίδια η φιλοδοξία σου για σένα στάθηκε.
Εσείς οι μητέρες, στους αιώνες τα παιδιά σας θα ταλανίζετε,
Και, τελικά, θύματα απ’ τα δικά σας θύματα θα καταλήγετε.
Όχι, λοιπόν, μάνα· δεν είμαι ‘γω ο δολοφόνος σου,
παρά εσύ η ίδια! όμοια μ’ αυτόχειρα,
που για τη στερνή του απονενοημένη πράξη,
το ίδιο το πιστόλι του κατηγορεί.
Μα το πιστόλι του αδικοχαμένου αυτόχειρα,
κανείς ποτέ δε θα κατηγορήσει,
γιατί στων πολέμων τους καιρούς, σ’ εξαίσιο φίλο
της ζωής του αφέντη του μπορεί να μεταμορφωθεί.
Αλλά κι ο Θεός, μανούλα μου, που ανέφερες πρωτύτερα,
απ’ του δικού μου μαχαιριού τη λεπίδα, είτε
απ’ του δικού μου πιστολιού τη σφαίρα, ποτέ Του δεν υπέφερε·
γιατί το τέλος Του πολύ πριν γεννηθώ εγώ αντίκρισε!
ΜΑΝΑ
Μη βλασφημάς, αγόρι μου!
Τη σταματημένη μου καρδιά μ’ αυτό τον τρόπο σκίζεις…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Μη βαρυγκωμάς και μην πικραίνεσαι, μάνα μου καλή.
Ανώφελα του τάφου σου η σιγή
από υποτύμβιους λυγμούς ταράζεται.
Συνέχισε στον τόπο, που της ζωής πως έπεται υπέθεσες,
μακάρια κι αγόγγυστα να πλανιέσαι.
Για μένα ο κόσμος ο δικός σου, όπως το χιόνι
στου Ισημερινού τον ιθαγενή, το ίδιο άγνωρος κι απίθανος είναι.
Τα λόγια σου, μαχαίρια ίδια κοφτερά,
στο νου και την καρδιά μου μην τοξεύεις·
μα, μες στης μητρικής σου αγάπης τη φουσκονεριά
και στου μύχιου πόθου σου να μ’ αγκαλιάσεις το τρικύμισμα,
την ασφυκτική κραυγή μου προσπάθησε ν’ ακούσεις.
Γιατί, κάτω απ’ τις κατάρες και τις ανυπόστατες φοβέρες σου,
βαθιά στα κοίλα της καρδιάς σου, το ξέρω:
Το δικό μου το καλό ποθείς κι αποζητάς…
ΜΑΝΑ
Έλα κοντά μου, γιε μου, την ανοιχτή πληγή μου για να κλείσεις,
όπως μωρό σαν ήσουνα μες στην αγκάλη μου
τον ύπνο λαχταρούσες να ρουφήξεις.
Έλα, σε περιμένω…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Όχι, μητέρα, δε θα ‘ρθω· μάταια μη με περιμένεις.
Για μένα, κόσμος πέρα από τούτον
που πατώ και ανασαίνω δεν υπάρχει.
Οι ελπίδες μου οι στερνές,
μαζί με το Θεό και μ’ εσένα χάθηκαν.
Μονάχα τώρα, στη μόνη αλήθεια ταγμένος παραμένω,
πιστά κι ακλόνητα μ’ όλες μου τις δυνάμεις αγκιστρωμένος.
Και η αλήθεια αυτή άλλο όνομα δε φέρει
παρά αυτό της Ελευθερίας!
Απόψε, εγώ, μάνα, Αυτή νυμφεύομαι.
Τόσο καιρό γι αυτήν προετοιμαζόμουν δίχως να το γνωρίζω.
Τις πράξεις μου τούτης της μέρας της στερνής,
ως εξιλασμό, θυσία στην Κυρά αυτή προσφέρω.
Είναι πια μεσάνυχτα περασμένα·
κι αυτή μου η μέλλουσα γυναίκα, που όμοιά Της
σε ομορφιά και χάρη, στον κόσμο τούτο,
ή όποιον άλλο ποτέ δε θα υπάρξει,
τη μέθεξη μαζί Της μου υποσχέθηκε,
πολύ πριν την ώρα που ο πύρινος δίσκος του ουρανού
με νέες υποσχέσεις τους ανόητους ανθρώπους
σε δεσμά άρρηκτα φυλακίσει…
ΜΑΝΑ
Κι όμως, ακόμη μ’ αγαπάς· το ξέρω.
Για τούτη την αγάπη, ανελεύθερος για πάντα θα ‘σαι, γιε μου.
Τα δάκρυά μου εδώ, στον Κάτω Κόσμο,
το χώμα που θα σε σκεπάσει ας μαλακώσουν
και τη σάρκα σου σ’ αμέτρητα μόρια ας αναλύσουν,
ώστε η ψυχή σου τις πολυπόθητες φτερούγες της ν’ ανοίξει
και να πετάξει εκεί ψηλά, ως την καλή μου νύφη:
την Ελευθερία…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Ω, μητέρα, πόσο μόνη εσύ ανάμεσα στα έλλογα τα όντα,
που την κατάρα σε ευχή μπορείς να μετατρέψεις,
μες στις αιώνια στοργικές σου πουπουλένιες χούφτες!
Πόσο γνωρίζεις, μόνο εσύ, τη φόρμουλα τη μυστική,
που το βαρύ, πικρό της καρδιάς φορτίο,
σε, φως καταυγάζουσα εκτυφλωτικό, αγάπη μεταμορφώνει!
Για σένα η μητρότητα είναι ελευθερία.
Η δική μου Ελευθερία,
αναξιότερη κι υποδεέστερη της δικής σου ίσως,
παρόλ’ αυτά, δική μου είναι και με αγώνες
υπεράνθρωπους εγώ την κέρδισα, γιατί όμοια
υπεράνθρωπος και του λόγου μου κάποαι στιγμή θα γίνω.
Εσύ έχεις, ήδη, αγκυροβολήσει.
Η Ιθάκη η δική μου τώρα πια είν’ ορατή.
Η εικοσιτετράωρη πορεία μου,
με μοναδικό προορισμό τούτο το υπέροχο νησί, τελειώνει.
Κάπου στο βάθος, τα κύματα της θάλασσας τ’ αφρίζοντα,
με την ακτογραμμή λευκές κορδέλες να ξεδιπλώνουν βλέπω.
Να, η Ιθάκη μου· να το Βασίλειό μου!
ΜΑΝΑ
Αν και στη ζωή ποτέ δε σε είχα καταλάβει
και οι φροντίδες μου για σε οι καταπιεστικές
τοίχο θεόρατο ανάμεσά μας ύψωσαν,
τώρα, απ’ της αγκάλης του θανάτου
τη μακαριότητα και τη γαλήνη,
τ’ ανθρώπινα ευκολότερα ξεκρίνω
και σε λημέρια, που πάντα δίσταζα να μπω,
το βλέμμα μου από αντικειμενικότερη προοπτική τοξεύω.
Σωστός ή μη ο αγώνας σου,
δικός σου αγώνας είναι…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Όλα τα δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης,
στη μητρική απέραντη ψυχή σου εμπρός,
νομοτελειακά ωχριούν!
Ελεύθερος θα γίνω, μα πάλι ανίκανος
Το μεγαλείο σου να φτάσω θα ‘μαι!
Κλαίω για σένα, μάνα μου, και σ’ αποχαιρετώ…
ΧΟΡΟΣ
Ήρθε η ώρα κι η στιγμή, του κόσμου τούτου τις χαρές
πίσω για πάντα να αφήσεις.
Το δρόμο σου τον διάλεξες· προχώρα ως το τέρμα!
ΝΤΑΝΙΕΛ
Δεν είναι για το τέλος που αδημονώ,
παρά για μια λαμπρή αρχή!
ΧΟΡΟΣ
Κι αν η αρχή αυτή χειρότερη απ’ το τέλος είναι;
ΝΤΑΝΙΕΛ
Τέλος κι Αρχή με τις δυο άκρες μιας βέργας ομοιάζουν·
αν κάποιος τη λυγίσει, θα δει πόσο τα δυο αυτά σημεία
να πλησιάσουν το ένα τ’ άλλο εύκολο είναι.
ΧΟΡΟΣ
Ευφυώς απάντησες σε τούτο μας το γρίφο…
ΝΤΑΝΙΕΛ
Μη θέλετε τη Σφίγγα, εσείς σκιές, να παραστήσετε,
αφού αυτή με τους προγόνους σας μαζί έχει θαφτεί!
Τώρα πια, στον κόσμο αυτό αινίγματα να θέσει
κανείς δεν απέμεινε, μιας και στο γρίφο της το στερνό
η Σφίγγα αυτή της εγκλωβίστηκε
και χάθηκε στο πουθενά απ’ όπου ήρθε.
ΧΟΡΟΣ
Κανείς δεν τόλμησε ποτέ σε μας ν’ αντιμιλήσει,
γιατί, τη μοίρα την τρισκατάρατη
πως θ’ ακολουθήσει, καλά γνωρίζει.
ΝΤΑΝΙΕΛ
Τη μοίρα μου μονάχος διαμόρφωσα, με κόπους και θυσίες,
που αξίες και ιδανικά βαθιά εντός μου ριζωμένα, σφετερίστηκαν.
Όταν κανείς θελήσει κάτι όσο εγώ το θέλησα,
το Σύμπαν όλο υπέρ αυτού συνωμοτεί
και την επιθυμία του με περισσή χαρά πραγματοποιεί.
Γι αυτό, λόγος σ’ εσάς δεν πέφτει!
Θαρρείς πως τα τελευταία αυτά λόγια του Ντανιέλ έδρασαν καταλυτικά, προκαλώντας μια αλυσιδωτή χημική αντίδραση στην εκρηκτική ατμόσφαιρα που τον περιέκλειε και τροφοδοτούσε τις οπτασίες του. Ξάφνου, ο χορός των φαντασμάτων έπαψε να περιφέρεται γύρω του και έγινε μια σατανική σιγή που τα πάγωσε όλα, τέτοια που ο Ντανιέλ δε μπορούσε μήτε την ίδια του την ανάσα να ακούσει. Ήταν όλα τόσο ήσυχα, τόσο παράξενα ήσυχα, όπως στο μάτι του κυκλώνα όπου επικρατεί απόλυτη νηνεμία. Οι ανθρωπόμορφες σκιές που είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω του έμεναν τώρα ακίνητες, σα να συσκέπτονταν σιωπηλά. Έμοιαζαν πιο απόμακρες από πριν, πιο φασματικές κι αέρινες από ποτέ. Μονάχα τα σατανικά τους μάτια, μέσα από τις σκοτεινές κόγχες τους, έμεναν να τον κοιτάζουν διερευνητικά, χωρίς όμως, πλέον, το παραμικρό ίχνος εχθρικότητας και επιθετικότητας. Ήταν το βλέμμα των νεκρών απέναντι στο μελλοθάνατο…
Ο ιδρώτας στο μέτωπό του πάγωσε σε δεκάδες μικροσκοπικά, αβαρή κρυσταλλάκια. Τα αυτιά του ήταν τεντωμένα και τραβηγμένα προς τα πίσω, όμοια με αγρίμι που περιμένει τον κυνηγό από τα νώτα του. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζες πως θα εκρήγνονταν με πάταγο και θα κατέστρεφε τα οστά και τους χόνδρους του στέρνου του.
Και, ω του θαύματος, η νεκρική σιγή έσπασε, έγινε χίλια κομμάτια από δυο γνώριμες φωνές· μια γυναικεία και μια αντρική. Πίσω από το στίχο των ρασοφόρων σκιών γινόταν κάποια αναταραχή, σαν κάποιοι να προσπαθούσαν να διαρρήξουν τον κλοιό και να βγουν μπροστά. Τελικά, από το κέντρο του χορού ξεπρόβαλλαν δυο κεφάλια. Έδειχναν ταραγμένα και γεμάτα κίνηση κι ενεργητικότητα, καθόλου φασματικά όπως τα υπόλοιπα κουκουλοφόρα κεφάλια. Το φοβερότερο απ’ όλα ήταν πως οι δυο αυτές παρουσίες έμοιαζαν να κατευθύνονται ορμητικά και απειλητικά προς το Ντανιέλ, σα να ήθελαν να τον λιντσάρουν. Τα έχασε ολωσδιόλου κι αντανακλαστικά, παρακινημένος από το αταβιστικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης που σιγοκαίει ακόμη και στις τελευταίες στιγμές του αυτόχειρα, άρχισε να τρέχει πάνω στην ταράτσα, προσπαθώντας να ξεφύγει από τους δυο κυνηγούς του. Λαχάνιασε και η κάθε του αναπνοή κατέκαιγε την ερεθισμένη τραχεία του· όμως, συνέχιζε να τρέχει… να τρέχει απελπισμένα, έχοντας στο βάθος του μυαλού του τη βεβαιότητα ότι στο τέλος θα πιαστεί από τους καταδιώκτες του. Πίσω του άκουγε παρακλητικές φωνές:
- Σταμάτα! Σταμάτα, σε παρακαλώ!
- Μη, θα σκοτωθείς… πρόσεξε μην πέσεις και γκρεμοτσακιστείς!
- Στάσου, εμείς είμαστε…
Γιατί, άραγε, του φώναζαν να σταματήσει την απόδρασή του; Ποιος θηρευτής είναι τόσο αφελής, ώστε να παρακαλά το θήραμά του να παραδοθεί άνευ όρων, λεία στις φονικές του διαθέσεις; Όποιοι κι αν ήταν αυτοί που τον κυνηγούσαν, ο Ντανιέλ φοβόταν πως οπωσδήποτε δεν ήθελαν το καλό του. Από την άλλη, όμως, θα μπορούσαν να είναι οι Απεσταλμένοι, οι Διαμεσολαβητές, που κατέφτασαν για να τον πάρουν μαζί τους στο μεγάλο, ένδοξο ταξίδι προς την Ελευθερία. Ω, πόσο γελοίος ένιωσε όταν σκέφτηκε αυτή την περίπτωση! Είχε ζήσει ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο σαν πραγματική οδύσσεια, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε καταφέρει να κάνει ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό προκειμένου να αποδείξει στον εαυτό του και στο ανώτερο ον που τον παρατηρούσε από τα ολύμπια, ατάραχα ύψη του πως τίποτα δεν ήταν ικανό να τον δεσμεύσει, τίποτα δε μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην πορεία του προς την τελική, υπαρξιακή του μέθεξη με το Άπειρο. Και τώρα; Τώρα που οι αγγελιοφόροι αυτοί κατέφτασαν για να τον πάρουν μαζί τους, αυτός έτρεμε σύγκορμος και φοβόταν σαν το μικρό παιδί που αντικρίζει τη ζωγραφιά του μπαμπούλα. Ω, πόσο γελοίος και μικροπρεπής ήταν· πόσο ανάξιος για μια τέτοια τιμή! Φαντάστηκε πως οι δυο αυτοί απεσταλμένοι άγγελοι θα έπρεπε να έχουν ο καθένας τους από ένα ζευγάρι επιβλητικά, λευκά φτερά και πτυχωτούς χιτώνες στηριγμένους πάνω τους με χρυσές πόρπες. Αν ήταν έτσι, τότε εύκολα μπορούσαν να τον φτάσουν μ’ ένα και μόνο φτερούγισμα. Κι όμως, επί τόση ώρα ο Ντανιέλ τους ξέφευγε κι εκείνοι του φώναζαν απελπισμένα να σταματήσει. Επομένως, δεν επρόκειτο για αγγέλους, μα για κάτι άλλο…
Ό,τι κι αν ήταν, όμως, ο Ντανιέλ είχε κουραστεί να τρέχει γύρω–γύρω στην περιφέρεια της ταράτσας και ήταν ζήτημα χρόνου το αν θα σταματούσε, βασανισμένος από κοφτερές σουβλιές στο συκώτι του. Ο εγκέφαλός του έστελνε αλληλοδιάδοχα σήματα προς τα πόδια του, διατάζοντάς τα να σταματήσουν το τρέξιμο. Μάταια, όμως, εκείνα δεν έλεγαν να υπακούσουν, θαρρείς και είχαν επαναστατήσει και αυτονομηθεί από το υπόλοιπο σώμα και από τον κεντρικό έλεγχό τους. Ξάφνου, δυο χέρια πίσω του άρπαξαν με αποφασιστική δύναμη τους ώμους του και, λίγο μετά, ένα αντρικό στήθος έπεσε στην πλάτη του με τέτοια ορμή που τον έριξε καταγής. Πλέον, ο Ντανιέλ ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα φαρδύς πλατύς πάνω στο βρεγμένο, κρύο τσιμέντο της ταράτσας, έχοντας πάνω στην πλάτη του το ασήκωτο βάρος κάποιου άντρα να τον πιέζει σταθερά κι ακλόνητα, ακινητοποιώντας τον. Έκανε δυο–τρεις σπασμωδικές κι απελπισμένες κινήσεις για να ελευθερωθεί, όπως το ψάρι που σπαρταρά έξω από το νερό, μα δεν τα κατάφερε. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει. Αφού πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα δίχως να κάνει καμία επιπλέον προσπάθεια να ξεφύγει από τον άγνωστο άντρα, παρά είχε λουφάξει κάτω από το ασήκωτο βάρος που τον πίεζε, ο κυνηγός του τον άφησε ελεύθερο κι αποσύρθηκε. Ο Ντανιέλ έμεινε εκεί πεσμένος με τα μούτρα στο πάτωμα, δίχως να κάνει την παραμικρή κίνηση, σαν πεθαμένος. Οι δυο άνθρωποι, που έστεκαν ορθοί δίπλα του και τον κοιτούσαν, έδειξαν να ανησυχούν.
- Αγάπη μου, είσαι καλά; Σε ποιους μιλούσες πριν; Σε βρήκαμε να έχεις πιάσει ολόκληρη συζήτηση, λέγοντας ακατάληπτα και ανόητα λόγια. Σε παρακαλώ, μίλησέ μου…
Ήταν η γυναικεία φωνή που του μιλούσε, χρωματισμένη με μεγάλη αγωνία. Αυτή η φωνή έφτανε στ’ αυτιά του τόσο οικεία και γνώριμη, που θα ορκιζόταν πως ήταν η Σιμών. Δε μπορούσε… όχι, δε μπορούσε να είναι αυτή! Αυτό σήμαινε πως όλα ήταν μια ψευδαίσθηση, ένα όραμα που μόνο ο ίδιος έβλεπε, πως τίποτα δεν είχε συμβεί στην πραγματικότητα… όλα μια οικτρή αυταπάτη, μια φαρσοκωμωδία με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Φοβόταν ν’ αποκριθεί στη φωνή. Φοβόταν πως αν απαντούσε θα επέσπευδε την εφιαλτική επιβεβαίωση πως όλα όσα είχε ζήσει εκείνη την ημέρα ήταν μια χίμαιρα και τίποτε άλλο, το τελευταίο απονενοημένο διάβημα του ανθρώπου λίγο πριν βουτήξει ολόκληρος στην τρέλα. Δεν κινήθηκε, ούτε και αποκρίθηκε· περίμενε… απλά περίμενε.
- Ντανιέλ, άσε τις βλακείες! Τι σ’ έπιασε, επιτέλους; Μήπως τρελά-θηκες; Συνειδητοποίησες πόσο κοντά στο χείλος της αβύσσου έφτασες; Μπορείς να διανοηθείς τι σημαίνει να πέσεις από ύψος πενήντα μέτρων και να τσακιστείς; Μα, τι λέω; Σίγουρα δεν κατάλαβες τίποτα, γιατί αν καταλάβαινες, δε θα έτρεχες σαν αλαφιασμένος γύρω–γύρω στην ταράτσα και, μάλιστα, τόσο κοντά στο κιγκλίδωμα.
Ήταν μια αντρική φωνή, το ίδιο γνώριμη όσο και η προηγούμενη. «Διάβολε, δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου. Είναι ο Ζαν!» Τελικά αποφάσισε πως το φιάσκο που είχε στηθεί εναντίον του, ένας θεός ξέρει από ποιο απάνθρωπο καπρίτσιο της μοίρας, έπρεπε να λάβει επιτέλους τέλος. Σηκώθηκε απότομα και γύρισε προς τους δυο ανθρώπους, που τον κοιτούσαν με μάτια όλο περιέργεια και απορία. Η Σιμών είπε:
- Πού ήσουν όλη αυτή την ώρα; Πού πήγες αφού έφυγες από το διαμέρισμα; Πού είναι η Ναντίν;
Στην τελευταία ερώτησή της κοίταξε ερευνητικά στα μάτια το Ντανιέλ, σα να ήθελε με το βλέμμα της να του διαμηνύσει πως γνώριζε την αποτρόπαιη πράξη του. Έπειτα, λοξοκοίταξε το Ζαν για λίγο και ξανακάρφωσε το βλέμμα της στο Ντανιέλ, αυτή τη φορά περισσότερο συνωμοτικά. Του έδειχνε με τον τρόπο της πως, ενώ εκείνη ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί, ο Ζαν δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Ο αποδέκτης της βουβής της νύξης πήρε το μήνυμα και δε μίλησε. Τότε η Σιμών συνέχισε:
- Αμέσως μόλις έφυγες τρέχοντας, τηλεφώνησα τρελή από αγωνία στο Ζαν. Δε μπορούσα εκείνη τη στιγμή να σκεφτώ κανέναν άλλο που θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Σήκωσε το χέρι της και έδειξε το Ζαν: Αυτός εδώ, αυτός ο καλός και πιστός φίλος, ανταποκρίθηκε αμέσως στην αγωνιώδη μου έκκληση και, εγκαταλείποντας τη Μαρί μες στ’ άγρια χαράματα, ήρθε δίχως δεύτερη σκέψη και με βρήκε. Θα μας πεις, λοιπόν, τι σου συμβαίνει;
- Έτσι είναι, φίλε μου, πήρε το λόγο ο Ζαν. Χωρίς δεύτερη κουβέντα ντύθηκα, άφησα τη Μαρί…
Στο όνομα αυτό έκανε μια παύση και κοίταξε διερευνητικά το φίλο του στα μάτια, σα να περίμενε να διακρίνει μες στις κόρες τους μια έστω κι αδιόρατη αντίδραση. Όταν διαπίστωσε πως το μόνο που κατάφερε να δει εκεί μέσα ήταν σπίθες τρέλας και τίποτε άλλο, καθησυχάστηκε κι άφησε ένα αναστεναγμό ανακούφισης να βγει από το λαχανιασμένο στήθος του. Συνέχισε:
- Στο δρόμο δεν είχε καθόλου κίνηση και έτσι κατάφερα κι έφτασα μες σε ένα τέταρτο. Από την αγωνία μου έτρεχα τόσο, που σε κάποια στιγμή νόμισα πως σκότωσα κάποιον. Σίγουρα κάτι πάτησαν οι ρόδες μου, γιατί όλο το αυτοκίνητο ανασηκώθηκε, αλλά ήταν πολύ σκοτάδι και δεν κατάφερα να δω τι ακριβώς ήταν αυτό που χτύπησα…
Ο Ντανιέλ έξαφνα φωτίστηκε και τα μάτια του σπινθηροβόλησαν. Η Σιμών πρόλαβε και είδε τις σπίθες αυτές και ανησύχησε. Κάτι κακό είχε συμβεί, το ένιωθε ως τα βάθη της ταραγμένης της ψυχής. Κάτι ακόμη χειρότερο κι από το θάνατο του Ματιέ. Η Ναντίν έλειπε, ήταν απούσα. Πού είχε πάει, άραγε; Τι είχε απογίνει; Το πονηρό χαμογελάκι, που σχηματίστηκε στα χείλη του άντρα της, την έριξε σε μαύρες, ανείπωτες σκέψεις. Έξαφνα, δίχως να γνωρίζει ακριβώς το γιατί, έγινε κοινωνός του μυστικού του· έγινε διπλά συνένοχός του. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και το έδαφος έφευγε από κάτω της· αισθάνθηκε πως θα λιποθυμούσε. Όμως δε λιποθύμησε. Όπλισε την ψυχή της με όσο κουράγιο θα μπορούσε να συγκεντρώσει σ’ αυτή τη ζωή και σ’ άλλες δέκα. Μετά από χρόνια, θα θυμόταν ξανά και ξανά εκείνη την ημέρα και θα έκλαιγε απαρηγόρητα κρυμμένη στην τουαλέτα, για να μην την καταλάβει ο Ντανιέλ. Τώρα, όμως, είχε πανιάσει ολόκληρη κι έμοιαζε με φάντασμα, καθώς έμενε ασάλευτη να κοιτάζει το δολοφόνο. Σαν για να μετριάσει το εσωτερικό της μαρτύριο, άκουσε τη φωνή της να λέει άχρωμα στον Ζαν, δίχως ωστόσο να ξεκολλά το βλέμμα της από το Ντανιέλ:
- Κι αν αυτό που πάτησες ήταν άνθρωπος, Ζαν; Σου πέρασε από το μυαλό μια τέτοια περίπτωση;
Ο Ζαν απερίσκεπτα βιάστηκε να της απαντήσει:
- Αποκλείεται. Δεν υπήρχε ψυχή σ’ όλο το δρόμο. Σίγουρα επρόκειτο για κάποιο μεγαλόσωμο σκύλο. Μου ‘χει ξανασυμβεί το ίδιο ακριβώς ατύχημα…
- Εντάξει, Ζαν.
Ο Ζαν γύρισε προς το φίλο του και τα ‘χασε βλέποντας το παράταιρο χαμόγελό του. Εκείνο που τον κατέτρωγε και τον ανησυχούσε πιότερο κι απ’ την κατάσταση του Ντανιέλ, ήταν η Μαρί, η δική του Μαρί. Έπρεπε να λύσει μια για πάντα το θέμα που είχε δημιουργηθεί, προσέχοντας, ωστόσο, να μην καταλάβει τίποτα απολύτως η Σιμών. Έτσι κοίταξε το φίλο του με ύφος συνωμοτικό και τον ρώτησε σιβυλλικά:
- Θέλω να πιστεύω πως όσα είπαμε στο τηλέφωνο απόψε το βράδυ είναι ολότελα αναληθή, έτσι δεν είναι Ντανιέλ;
Ο Ντανιέλ δεν έλεγε να βγάλει την παραμικρή κουβέντα από το στόμα του. Περιορίστηκε στο να συνεχίζει να κοιτάζει το Ζαν με το ίδιο τρελό βλέμμα που σπίθιζε, ενώ το χαμόγελό του είχε πια εξαφανιστεί.
- Θα μου απαντήσεις, Ντανιέλ; Περιμένω ν’ ακούσω μία λέξη… ξέρεις ποια είναι αυτή…
Η Σιμών δεν άκουγε τίποτα πια. Δεν ήταν μπορετό γι αυτή να ακούσει και να καταλάβει τίποτα από εδώ και πέρα. Μονάχα άφηνε το απλανές βλέμμα της πάνω στο Ντανιέλ, ενώ το στόμα της είχε στεγνώσει και τα χείλη είχαν κολλήσει το ένα με το άλλο και είχαν μετατραπεί σε μια σαρκώδη μάζα, απ’ όπου το αίμα είχε προ πολλού φύγει. Έμοιαζε ολόκληρη με κέρινο ομοίωμα.
Ο Ζαν έπρεπε να αρκεστεί στη διαπίστωση πως ο φίλος του ήταν εκτός εαυτού και δεν όριζε ούτε το σώμα του, ούτε τα λόγια του. Αν και κάποια ανησυχητική υποψία συνέχιζε να σιγοκαίει εντός του, αποφάσισε πως όλα όσα του είχε πει ο Ντανιέλ στο τηλέφωνο ήταν ένα κακόγουστο αστείο, μια κακόβουλη φάρσα και τίποτε άλλο πέρα από αυτό. Έπειτα γύρισε προς τη Σιμών και έμεινε εμβρόντητος από την αγαλμάτινη στάση που είχε πάρει. «Ένας τρελός είναι αρκετός. Δύο τρελοί την ίδια μέρα είναι από τα άγραφα! Όχι, πάει πολύ…» σκέφτηκε. Όμως, αντ’ αυτού είπε με ύφος όλο φιλικό ενδιαφέρον:
- Σιμών, τι σου συμβαίνει; Δε νιώθεις καλά;
Η Σιμών συνήλθε απότομα, όπως ο ηρωινομανής μετά από ένεση ναλοξόνης.
- Μια χαρά είμαι, Ζαν. Γιατί ρωτάς;
- Νόμιζα πως…
- Είπα πως είμαι εντάξει, μην ανησυχείς, τον έκοψε εκνευρισμένη εκείνη. Στράφηκε προς το Ντανιέλ και του είπε ξερά, σα να του απήγγελνε κατηγορία ενώπιον ενόρκων: Ντανιέλ, η Σιμών είναι καλά; Πες μου. Οτιδήποτε κι αν συνέβη, θα το δεχτώ και θα σε στηρίξω. Κούνησε το κεφάλι σου αν η κοπέλα είναι καλά.
Η γυναίκα είχε το ύφος μάρτυρα, τη στιγμή που τον φέρνουν μπροστά στα όργανα των βασανιστηρίων του. Ένιωθε συνένοχη κι έπρεπε ν’ αυτοτιμωρηθεί. Η μοίρα την είχε τάξει στο πλάι του Ντανιέλ και δε μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό, παρά να υπομένει το παρόν και να εύχεται να μην έρθει ποτέ το μέλλον. Σαν δεν είδε καμία κίνηση από την πλευρά του Ντανιέλ, ξαναρώτησε για να επιβεβαιώσει τις ζοφερές της υποψίες:
- Κούνησε το κεφάλι σου αν η κοπέλα δε ζει.
Όταν είδε το Ντανιέλ να κουνά το κεφάλι του, δεν αγανάκτησε, ούτε τρομοκρατήθηκε· δε μπορούσε να αισθανθεί τίποτα. Θα έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια της και θα αποφάσιζε η ίδια για το μέλλον το δικό της, όσο και του άντρα. Αυτός ήταν ανίκανος να σκεφτεί, είτε να πράξει το οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να τον πάρει και να τον πάει κάπου μακριά, ώσπου τα πράγματα να ηρεμήσουν και να πάρουν πάλι το δρόμο τους, στο βαθμό βέβαια που μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο.
- Έλα. Πάμε να φύγουμε, πριν αρχίσει να μας ψάχνει η αστυνομία.
- Ποια αστυνομία; Πετάχτηκε σαν ελατήριο ο Ζαν.
Ο Ντανιέλ τους κοιτούσε απόμακρα, θαρρείς και είχε ανέβει σε κάποιο βουνό απ’ όπου οι άνθρωποι μοιάζουν με μυρμήγκια. Έμενε πεισματικά σιωπηλός, λες και είχε βάλει κάποιο γελοίο στοίχημα με τον εαυτό του για το πόσο θα άντεχε δίχως να μιλά.
Ο Ζαν άρχισε να εκνευρίζεται και να χάνει την ψυχραιμία του.
- Μα, για ποια αστυνομία μιλάς, Σιμών; Μήπως τρελάθηκες κι εσύ, όπως ο Ντανιέλ; Χριστέ μου, έχω να κάνω με δυο τρελούς μες στ’ άγρια μεσάνυχτα! Γύρισε προς το Ντανιέλ: Πες επιτέλους κι εσύ κάτι! Τι εννοεί η Σιμών; Ξαναγύρισε προς τη γυναίκα: Σιμών, θα απαντήσεις σ’ αυτό που σε ρώτησα; Επιτέλους θα μου εξηγήσει κάποιος;! Ο Ζαν βγήκε εκτός εαυτού. Ως εκεί έφταναν οι αντοχές του, ούτε πόντο παραπέρα.
- Τι καθόμαστε τόση ώρα και μιλάμε άσκοπα; Ζαν, δε βλέπεις το φίλο σου πως υποφέρει, πως δεν είναι καλά; Βιάσου· βοήθα με να τον κουβαλήσουμε. Θα τον πάμε στο σπίτι μου.
- Μα…
- Έλα, λοιπόν! Βοήθησέ με…
Ο Ζαν προς το παρόν υπάκουσε. Αυτός από τη μια και η γυναίκα από την άλλη στήριξαν τον ετοιμόρροπο Ντανιέλ στους ώμους τους και ξεκίνησαν να φύγουν.
Ο Ντανιέλ είχε ξυπνήσει από τον ένα εφιάλτη… κι είχε πέσι μες σε άλλον, ακόμη πιο τρομακτικό. Τουλάχιστον, στη διάρκεια του πρώτου είχε το πάνω χέρι· πρόσταζε, έλεγε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι, αποφάσιζε για τις ζωές των άλλων… Τώρα, όμως, στο δεύτερο αυτό εφιάλτη, είχε κλειστεί ξανά μες στο κουκούλι του, στο ίδιο το καβούκι όπου μέσα ζούσε αγόγγυστα και αδιαμαρτύρητα επί τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια.
Πάει, η μικρή του θεά, η πολυπόθητη Ελευθερία… είχε χαθεί για πάντα… Ο Ντανιέλ σιδηροδέσμιος και πάλι. Ο Ντανιέλ φυλακισμένος στο υγρό, αποπνικτικό αμπάρι του πλοίου της ζωής του, που ταξίδευε χωρίς να ‘χει ανάγκη από τις κατευθυντήριες οδηγίες του. Κάποιο γυναικείο γέλιο αχνακούστηκε από κάποιο απροσδιόριστο σημείο του χώρου, μόνο που τώρα ο Ντανιέλ ήξερε πως ό,τι κι αν άκουγε, ό,τι κι αν έβλεπε έξω από τα συνήθη, ήταν αναμφίβολα γέννημα του ίδιου του του μυαλού. Παρόλα αυτά, δεν ξανάκουσε και δεν ξανάδε τίποτα το περίεργο και μεταφυσικό από εκείνη τη στιγμή ως τα βαθιά του γεράματα, που τα πέρασε πλάι στην αγαπημένη του Σιμών, ήρεμα και μακάρια όπως ταιριάζει στα ηλικιωμένα ζευγάρια.
Καθώς τον κουβαλούσαν στους ώμους τους η Σιμών κι ο Ζαν, τα πάντα στο μυαλό του άρχισαν ένα τρελό χορό: ιδέες, αναμνήσεις, εντυπώσεις, αξίες, πρόσωπα, λόγια, μέρη… όλα σε γρήγορη κίνηση. Όλα του προκαλούσαν αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Για ένα, όμως, ήταν σίγουρος, με μια σιγουριά πικρή κι αδιαμφισβήτητη:
Θα ζούσε τουλάχιστον μια μέρα ακόμη…
ΤΕΛΟΣ





